05 Αυγούστου, 2017

Η ΑΠΕΙΛΗ ΣΤΗ Β. ΙΡΛΑΝΔΙΑ ΚΑΙ ΤΟ BREXIT

 

Η ΕΕ έβγαλε κάποιο από το δηλητήριο της διχοτόμησης στην Ιρλανδία. Η έλευση της τελωνειακής ένωσης και της ενιαίας αγοράς, διέλυσε τα φυσικά σύνορα, χαλαρώνοντας τις εντάσεις που είχαν αμφισβητήσει το μέλλον της Βόρειας Ιρλανδίας στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Τα προγράμματα της ΕΕ βοήθησαν στην αποκατάσταση των δεσμών μεταξύ των διασυνοριακών κοινοτήτων που είχαν χαλάσει από τα 30 χρόνια σύγκρουσης. Ωστόσο η απόφαση για το Brexit ήταν άλλη μία τρύπα στην εξουσία της Βόρειας Ιρλανδίας.

Ο ηγέτης του Sinn Fein, Gerry Adams, έχει περιγράψει το brexit ως "εχθρική πράξη", που προκλήθηκε από το Λονδίνο στη Βόρεια Ιρλανδία χωρίς καμία ανησυχία για την πολιτική και οικονομική ζημιά που θα προκαλούσε.

Η υποστήριξη του Brexit από την επικεφαλής του Δημοκρατικού Ενωτικού Κόμματος (DUP), Arlene Foster, ήρθε να προστεθεί σε μια μακρά λίστα παραπόνων του Sinn Fein γύρω από την υπεροψία του DUP – ακόμη κι αν ο τελικός καταλύτης για την κατάρρευση στο Stormont ήταν μια διαφωνία για το αυξημένο κόστος ενός σχήματος ΑΠΕ.

Το Sinn Fein, το μεγαλύτερο εθνικιστικό κόμμα στη Βόρεια Ιρλανδία, αποσύρθηκε από την κυβέρνηση τον Ιανουάριο του 2017, οδηγώντας σε νέες εκλογές, οι οποίες με τη σειρά τους οδήγησαν σε παρατεταμένο αδιέξοδο για το σχηματισμό νέας εκτελεστικής εξουσίας.

Η ιρλανδική κυβέρνηση θα εργαστεί σκληρά για να αποφύγει ένα πικρό Brexit. Αλλά Ιρλανδοί αξιωματούχοι δηλώνουν ότι εάν η Ιρλανδία αναγκαστεί να πάρει θέση σε μια διαφωνία μεταξύ Βρυξελλών και Λονδίνου, τότε η συμμετοχή της Ιρλανδίας στην ΕΕ πάντα θα έχει προτεραιότητα έναντι των διμερών σχέσεων με το Ηνωμένο Βασίλειο.

Η ΕΕ είναι ένας πολύ πιο σημαντικός εταίρος για την Ιρλανδία. Το Δουβλίνο εκτιμά τις διεθνείς εμπορικές συμφωνίες που διαπραγματεύονται από την ΕΕ και επισημαίνει ότι η συμμετοχή της Ιρλανδίας στην ενιαία αγορά προσελκύει εξωτερικές επενδύσεις. Μιλώντας το Φεβρουάριο του 2017, ο Enda Kenny δήλωσε: "Τα θεμέλια της ευημερίας της Ιρλανδίας και της σύγχρονης κοινωνίας μας, είναι η συμμετοχή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση".

Η αποτυχία της Theresa May να εξασφαλίσει μια πλειοψηφία στις γενικές εκλογές του Ιουνίου, δίνει στο DUP μια σπάνια ευκαιρία να αποκτήσει σημαντική δύναμη στο Westminster. Ορισμένοι στο DUP, συμπεριλαμβανομένης της επικεφαλής Arlene Foster, έχουν γνώση της απειλής ενός hard Brexit στην οικονομία της Βόρειας Ιρλανδίας.

Αλλά το DUP είναι απίθανο να χρησιμοποιήσει εκλαϊκευμένη, πειστική ρητορική για να πείσει τους Συντηρητικούς να ταχθούν υπέρ ενός ήπιου Brexit –το DUP είναι περισσότερο γνωστό για την αμβλύτητά του στο να δηλώνει την αδιάλυτη δέσμευσή του στην μεγιστοποίηση της βρετανικής κυριαρχίας και του αδιάκοπου πατριωτισμού.

Το DUP θα συνεχίσει να έχει μια πίσω θέση στο Westminster όταν πρόκειται για τις διαπραγματεύσεις της Βρετανίας για το Brexit. Η κυβέρνηση της Theresa May θα αντιμετωπίσει αυξημένη καχυποψία από την εθνικιστική κοινότητα της Βόρειας Ιρλανδίας όσο εξαρτάται από τη στήριξη του DUP.

Το Δουβλίνο θα είναι επίσης πιο επιφυλακτικό στη σχέση του με το Λονδίνο στις μελλοντικές διαπραγματεύσεις για τη Βόρεια Ιρλανδία. Πριν από τις γενικές εκλογές το Sinn Fein είχε ασκήσει κριτική στον υπουργό Εσωτερικών της Βρετανίας για τη Β. Ιρλανδία, James Brokenshire, για το ότι είναι πολύ κοντά στο DUP.

Τώρα θα είναι ακόμη πιο δύσκολο για τη βρετανική κυβέρνηση να μεσολαβήσει στις πολιτικές διαφωνίες μεταξύ των δύο πλευρών. Στο διάστημα 2014-2020 η Βόρεια Ιρλανδία αναμένει να δεχθεί περισσότερα από 3,5 δισ. ευρώ από την ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων σχεδόν και 2,5 δισ. ευρώ σε πληρωμές της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής –περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη περιοχή του Ηνωμένου Βασιλείου. 

Περισσότερο από το 8% του ΑΕΠ της Βόρειας Ιρλανδίας εξαρτάται από τα χρηματοδοτούμενα από την ΕΕ προγράμματα. Μετά το Brexit, τα κεφάλαια της ΕΕ θα πρεπει να αντικατασταθούν από χρηματοδότηση από το Λονδίνο ή διαφορετικά η ύφεση στη Βόρεια Ιρλανδία θα είναι αναπόφευκτη. 

Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου δεν έχει ακόμη υποδείξει ποια προγράμματα προϋπολογισμού της ΕΕ θα αντικαταστήσει μετά το 2020 (ο υπουργός Οικονομικών Philip Hammond έχει εγγυημένη χρηματοδότηση της ΕΕ για ένα χρόνο μετά το 2019, τη χρονιά που πιθανώς η Βρετανία θα αποχωρήσει από την ΕΕ).

Ακόμη και την κοινή συμμετοχή στην ΕΕ, το εμπόριο αγαθών Βορά-Νότου είναι εντυπωσιακά χαμηλό για δύο μικρές κοινότητες που μοιράζονται το ίδιο νησί. Περίπου ένα τέταρτο των εξαγωγών αγαθών της Βόρειας Ιρλανδίας πηγαίνει στο Νότο αλλά λιγότερο από το 2% των εξαγωγών αγαθών της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας πηγαίνει στη Βόρεια Ιρλανδία.

Τυχόν έξοδος από την ΕΕ χωρίς μια συμφωνία ελεύθερου εμπορίου μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και ΕΕ θα επιδείνωνε ακόμη περισσότερο το διασυνοριακό εμπόριο αγαθών, καθώς θα υπόκεινται σε δασμούς.

Η αστυνόμευση των τελωνειακών συνόρων δεν θα είναι εύκολη και θα απαιτεί μια σημαντική επένδυση πόρων στα βόρεια και νότια των συνόρων.Αλλά το μέλλον των ιρλανδικών συνόρων δεν είναι μόνο ένα εμπορικό ζήτημα. Είναι επίσης μια μεγάλη πρόκληση μετανάστευσης, αντιμετώπισης της τρομοκρατίας και εγκλημάτων και για τις δύο χώρες.

Πολλά θα εξαρτηθούν από τη μελλοντική σχέση του Ηνωμένου Βασιλείου με την ΕΕ, συμπεριλαμβανομένου και εάν θα συνεχίσει να έχει πρόσβαση στις υπηρεσίες δικαιοσύνης και εσωτερικών υποθέσεων της ΕΕ και στα μέσα. Σε μια επίσκεψη στη Βόρεια Ιρλανδία το Μάιο του 2017, η Theresa May ζήτησε ένα "όσο το δυνατό αδιάλειπτα και ομαλά σύνορα".

Αλλά ο επικεφαλής διαπραγματευτής της ΕΕ, Michel Barnier, δήλωσε τον Ιούλιο ότι "μια εμπορική σχέση με μια χώρα που δεν ανήκει στην ΕΕ, προφανώς συνεπάγεται τριβές". Από όλα τα έθνη και τις περιοχές του Ηνωμένου Βασιλείου, η Βόρεια Ιρλανδία έχει την πιο επιτακτική ανάγκη να δημιουργήσει μια ξεχωριστή, προνομιούχα σχέση με την ΕΕ στην μετά το Brexit εποχή.

Η Βόρεια Ιρλανδία απολαμβάνει ήδη ένα ειδικό καθεστώς στην ΕΕ από τη Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής στο 1998. Και η ιθαγένεια της ΕΕ θα παραμείνει ένα αυτόματο δικαίωμα για πολλούς ανθρώπους που έχουν γεννηθεί στη Βόρεια Ιρλανδία μετά το brexit (σύμφωνα με το ιρλανδικό σύνταγμα, που επιβεβαιώνεται από τη συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής, η υπηκοότητα επεκτείνεται σε οποιονδήποτε γεννιέται στο νησί της Ιρλανδίας εφόσον ένας γονέας είναι ήδη Ιρλανδός πολίτης).

Η ΕΕ έχει τουλάχιστον μία μονομερή επιλογή στη διαθεση της –να διατηρήσει τη χρηματοδότηση για τα ειδικά ειρηνευτικά προγράμματα στη Βόρεια Ιρλανδία ανεξαρτήτως των μελλοντικών βρετανικών συνεισφορών στον προϋπολογισμό της ΕΕ.

Άλλες προτάσεις θα είναι πιο δύσκολο να εφαρμοστούν, όπως το να επιτραπεί στη Βόρεια Ιρλανδία συνεχιζόμενη πρόσβαση στα διαρθρωτικά και επενδυτικά ταμεία της ΕΕ μετά το Brexit. Τόσο η ΕΕ όσο και το Ηνωμένο Βασίλειο θα πρέπει να καταρτίσουν ένα σχέδιο περιορισμού των ζημιών για τη Βόρεια Ιρλανδία εάν αποτύχουν να συμφωνήσουν σε μια συνολική εμπορική συμφωνία.

Μια πρόταση θα ήταν η δημιουργία ενός ειδικού καθεστώτος για τα ιρλανδικά και βορειοιρλανδικά αγαθά και υπηρεσίες, ουσιαστικά να απαλλασσόταν από δασμούς και περισσότερους ελέγχους εάν παραμείνουν στο νησί της Ιρλανδίας. Μια τελωνειακή συμφωνία που θα είχε προκύψει από τη διαπραγμάτευση ΕΕ-ΗΒ, θα χαλάρωνε επίσης τις γραφειοκρατικές πιέσεις και το κόστος.

Μετά από την κατάρρευση της εκτελεστικής εξουσίας της Βόρειας Ιρλανδίας, το Μπελφαστ έχασε τη φωνή του –μια ενιαία αρθρωμένη άποψη για το πώς θα μετριαστούν οι κίνδυνοι του Brexit. Στο μεταξύ, οι μετά το Brexit σχέσεις μεταξύ Λονδίνου και Δουβλίνου είναι ελαφρώς δηλητηριασμένες.

Μόνο μια πλήρως δεσμευμένη βρετανική κυβέρνηση μπορεί να διαγνώσει με επιτυχία και να θεραπεύσει την ενδεχομένως μολυσματική ασθένεια ενός Ulster Brexit. μέχρι στιγμής υπάρχουν λίγες ενδείξεις ότι το Λονδίνο είναι πρόθυμο να κάνει τους δύσκολους συμβιβασμούς που απαιτούνται για να σταθεροποιήσει την επαρχία του που χρειάζεται βοήθεια.

Δημοσίευση σχολίου