12 Ιουλίου, 2017

ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ Ν. ΙΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑΣ κ. ΓΑΒΡΙΗΛ

 

Πολλά έχουν γραφτεί και περισσότερα έχουν ειπωθεί για την προσπάθεια δημιουργίας ενός νέου, συγχρόνου, μαθήματος των θρησκευτικών στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Πρόκειται για ένα θέμα που συνιστά και την αφορμή για να αναδειχθούν οι παθογένειες του σχολείου της εποχής μας, οι πρόχειρες προσεγγίσεις αλλά και η ιδεολογικοποίηση του ρόλου της Εκκλησίας μέσα στην κοινωνία.

Πιστεύεται από μερίδα ανθρώπων πως η Ιερά Σύνοδος δεν δικαιούται να έχει κανένα λόγο στα τεκταινόμενα της παιδείας ή και σε άλλα σύγχρονα ζητήματα της κοινωνίας μας. 

Αντίθετα υποστηρίζεται από μία επίσης μεγάλη ομάδα, ότι ο λόγος και οι παρεμβάσεις της Εκκλησίας πρέπει να γίνονται με πιο “επιθετικό” τρόπο και με μεγαλύτερο σθένος. 

Μακάρι να συνοψίζονταν στα παραπάνω τα προβλήματα στην εκπαίδευση.Έχω την απόλυτη βεβαιότητα πως η διοικούσα Εκκλησία θα έκανε την υπέρβαση για το καλό των παιδιών μας. Όμως δεν είναι εκεί το πρόβλημα. 

Αυτό που συνιστά απόλυτη προτεραιότητα είναι να δημιουργηθεί ένα αναβαθμισμένο μάθημα, το οποίο θα κρατά υψηλό το ενδιαφέρον των μαθητών και θα προσφέρει τα μέσα στους διδάσκοντες καθηγητές να αναπτύξουν τις πτυχές, όχι μόνο της Ορθοδοξίας, αλλά και των υπολοίπων θρησκειών, μονοθεΐστικων ή μη. 

Άλλωστε, οι ανάγκες και οι προκλήσεις των τελευταίων ετών προσφέρουν πλούσια επιχειρήματα για την ορθή γνώση της θρησκείας, για τον παγκόσμιο ρόλο της και κυρίως για την συμβολή της στην επικράτηση της ειρήνης και της προόδου.

Κανένας δεν μπορεί να αγνοήσει την πραγματικότητα: για ένα μεγάλο ποσοστό ανθρώπων παγκοσμίως, κυρίαρχο στοιχείο του αυτοπροσδιορισμού τους είναι οι θρησκευτικές τους παραδόσεις, τα έθιμα τους, η γλώσσα και ο πολιτισμός τους.

Σε μια εποχή απίστευτης ταχύτητας στην ενημέρωση, δικτύωσης και επικοινωνίας η ελλιπής γνώση του ρόλου της θρησκείας και οι διάφορες λανθασμένες ερμηνείες που συχνά της δίδονται, σκοπίμως ή μη, προκαλούν τα φαινόμενα της τρομοκρατίας, του φανατισμού, της υποτίμησης της γυναίκας και των φυλετικών και άλλων διακρίσεων.

Είναι λοιπόν επιτακτική η ανάγκη θεραπείας των παραπάνω φαινομένων που ενίοτε προκαλούνται από την “ανάγνωση” της θρησκείας μέσα από παραμορφωτικούς φακούς που αγνοούν την πραγματική ουσία της. 

Κι αυτό μπορεί να το επιτύχει ένα σύγχρονο πρόγραμμα σπουδών, το οποίο θα προσφέρει γνώσεις, αλλά κυρίως θα ενθαρρύνει την κριτική σκέψη και θα καλλιεργεί τις μορφωτικές αξίες στους μαθητές και τις μαθήτριες. 

Δεν είναι όμως το μόνο πρόβλημα της παιδείας μας τα θρησκευτικά. Είναι πασιφανές πως η συζήτηση γύρω από το μάθημα έχει αναδείξει τα βαθύτερα αδιέξοδα της χαμηλής παιδείας και των κενών που αυτή έχει αφήσει ως “κληρονομιά” σε πολλούς αποφοίτους των σχολείων μας. 

Όταν καταστρέφονται αίθουσες, περιουσίες του δημοσίου, ευτελίζονται συνειδήσεις και καταδικάζονται τα παιδιά για τις σεξουαλικές ή ιδεολογικές τους προτιμήσεις, τότε ποια παιδεία έχουμε δημιουργήσει; 

Πόσο ολοκληρωμένος είναι ένας άνθρωπος όταν δεν στηρίζεται αφενός στις εξελίξεις, την τεχνολογική πρόοδο αλλά δεν έχει ως οδηγό τις αρχές του Ευαγγελίου; 

Πώς θα μάθω να σέβομαι τον άλλον αν δεν τον αγαπήσω, αν δεν δω στο πρόσωπό του το πρόσωπο του Ιησού Χριστού που σαρκώθηκε και θυσιάστηκε για τη δική μας σωτηρία; Όλα αυτά θα μπορούσε κάποιος να τα απαξιώσει στην λογική της ανεξιθρησκίας. 

Όμως κι αυτή από τον Χριστιανισμό γεννήθηκε και τις αξίες και αρχές του πρεσβεύει και αντιμάχεται. Ήρθε ο καιρός να ανοίξουμε έναν ουσιαστικό διάλογο για την παιδεία στο σύνολο της. Χωρίς κομματικές προσεγγίσεις και ιδεοληψίες. 

Αν θέλουμε να μην οδηγηθούμε ποτέ ξανά στην κρίση των τελευταίων ετών έχουμε χρέος να αναμορφώσουμε την εκπαίδευση, να την εμπλουτίσουμε με όλα τα σύγχρονα ρεύματα και να αφήσουμε τη γνώση να δημιουργήσει ελεύθερα σκεπτόμενους ανθρώπους, οι οποίοι ακόμα και όταν θα φτάνουν να αρνούνται τον Θεό, να το κάνουν μετά από βαθειά μελέτη και γνωριμία μαζί Του.

 Ο Χριστιανισμός όταν ιδωθεί με το πραγματικό του νόημα, είναι εκείνος που μας επιτρέπει όλα τα παραπάνω. Η παιδεία μας είναι το μεγάλο στοίχημα για τις δεκαετίες που έρχονται. Και ένα τελευταίο σημείο. Γίνεται διαρκώς λόγος για τα εκπαιδευτικά εγχειρίδια του μαθήματος. Τα νέα βιβλία. 

Όταν σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες τη θέση των βιβλίων, έχουν υποκαταστήσει οι υπολογιστές και οι ταμπλέτες. Όταν τα παιδιά μαθαίνουν να μελετούν μέσα από προτεινόμενη βιβλιογραφία χωρίς τους ασφυκτικά οριοθετημένους περιορισμούς των βιβλίων. 

Μήπως τα βιβλία και η συγγραφή τους εξυπηρετούν άλλα συμφέροντα κυρίως οικονομικού χαρακτήρα; Ήρθε ο καιρός να δούμε την αλήθεια κατάματα. 

Έχουμε ανάγκη για ένα νέο σχολείο που θα προσφέρει γνώσεις μέσα από τις σύγχρονες τεχνολογίες, θα καλλιεργεί το κριτικό πνεύμα στους μαθητές και θα δημιουργεί ολοκληρωμένους ανθρώπους με αρχές, ευγενείς, πρόθυμους στις αλλαγές και έτοιμους να συνεργαστούν για το καλό των πολλών και της κοινωνίας. 

Έχουμε ανάγκη από ανθρώπους ευτυχείς που θα μπορούν να αντιμετωπίζουν τις προκλήσεις των καιρών με πυξίδα την πρόοδο και την ανάπτυξη σε εσωτερικό και κοινωνικό επίπεδο. Λέει άλλωστε και στο Ευαγγέλιο: «γνώσεσθε τν λήθειαν, κα λήθεια λευθερώσει μς” (Ιω. 8,32). 

Το άρθρο εδημοσιεύθη στην Καθημερινή της Κυριακής 9/7/2017

Δημοσίευση σχολίου