30 Απριλίου, 2017

Η ΙΕΡΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΤΑΦΙΚΩΝ ΜΝΗΜΕΙΩΝ

 

Η επικαιρότητα του θέματος της εκκλησιαστικής ή μη κηδεύσεως των νεκρών είναι προφανής, αφού το τελευταίο έτος του αιώνα και της χιλιετίας δημοσιεύθηκαν πολλά άρθρα και συνεντεύξεις ειδικών και ασχέτων με το θέμα προσώπων, με θετικές ή και αντιθετικές τοποθετήσεις σε ένα πολύ ευαίσθητο ζήτημα.

Ερέθισμα για την εντυπωσιακή πράγματι επιλογή και προβολή του θέματος στο προσκήνιο του γενικότερου ενδιαφέροντος, υπήρξε η παλαιότερη γνωστή τάση ορισμένων μελών της Εκκλησιαστικής κοινωνίας να επιλέγουν, για ποικίλους λόγους, την καύση των νεκρών (1) αντί της καθιερωμένης ταφής, με ή και χωρίς την Ακολουθία της εκκλησιαστικής κηδεύσεως και μάλιστα να αξιώνουν τη νομοθετική κατοχύρωση της στα πλαίσια της ελευθερίας των Ελλήνων πολιτών!

Η πρόσφατη όμως ένταση στην προσέγγιση και την αξιολόγηση του ζητήματος αυτού, καίτοι δεν είναι τελείως άσχετη προς την φαινομενικά μετριοπαθή ή και για ορισμένους εύλογη πρόταση, προέκυψε από τις επίσημες και επανειλημμένες δηλώσεις ή συνεντεύξεις του Υπουργού Δικαιοσύνης

Δια επιτακτική ανάγκη νομοθετικής καθιερώσεως της λεγόμενης κοσμικής κηδείας, ως υποχρεωτικής για όλους τους Έλληνες πολίτες, οι οποίοι, αν το επιθυμούν, θα μπορούν να ζητήσουν από πριν και την τέλεση ιδιωτικώς της εκκλησιαστικής ακολουθίας και ανεξάρτητα από τη διαδικασία της κοσμικής κηδείας (2)

Βεβαίως, στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφέρουμε, ότι ο τρόπος της κοσμικής κηδείας δεν δηλώνεται στην πρόταση, αλλ' οπωσδήποτε δεν αποκλείει την καύση των νεκρών ή και την ταφή, συμφώνως προς εκπεφρασμένη επιθυμία του νεκρού, ή και των οικείων του.

Κοινή λοιπόν προϋπόθεση ή συνέπεια της ενοχλητικής σε πολλές περιπτώσεις οξύτητας, με την οποία συζητούνται τόσο λεπτά ζητήματα, είναι, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, ή άμεση ή και έμμεση αποσύνδεση των νεκρών από την καθιερωμένη εκκλησιαστική κήδευση.

Στην πρώτη περίπτωση είναι αξίωση ορισμένων πολιτών προς το κράτος για τη νομιμοποίηση της καύσεως των νεκρών, ενώ στη δεύτερη περίπτωση είναι αξίωση του κράτους να αποσυνδεθούν όλοι οι πολίτες από την καθιερωμένη εκκλησιαστική κηδεία. Τα προβαλλόμενα στην πρώτη περίπτωση, δηλαδή της καύσεως των νεκρών, επιχειρήματα, παρουσιάζουν μία ευλογοφάνεια κοινωνικού προβληματισμού με την επίκληση των γνωστών υγειονομικών, οικονομικών ή και άλλων κοινωνικών λόγων.

Τα προβαλλόμενα στη δεύτερη περίπτωση επιχειρήματα, χωρίς να παραθεωρούν, για ευνόητους λόγους σκοπιμότητας, τον ανωτέρω προβληματισμό, αποδίδουν μεγαλύτερη έμφαση στη θεωρητική κυρίως επιδίωξη του σύγχρονου κράτους, αφ' ενός μεν να περιορίσει ή και να εξουδετερώσει κάθε θεσμική σχέση της θρησκείας με την κοινωνία, αφ' ετέρου δε να υπαγάγει τον πολίτη σε μια αποκλειστική σχέση με την κρατική εξουσία.

Είναι λοιπόν ευνόητο, ότι η σύγχρονη πρακτική ή θεωρητική αμφισβήτηση της θεσμικής αναγνωρίσεως ή κατοχυρώσεως της εκκλησιαστικής κηδείας, ανεξάρτητα από την υποκριτική ευλογοφάνεια ή νομιμότητα των προβαλλομένων προτάσεων, προκαλεί δικαιολογημένη ανησυχία όχι μόνο στην υπεύθυνη εκκλησιαστική ηγεσία, αλλά και στη συντριπτική πλειοψηφία των ορθοδόξων πολιτών.

Οι οποίοι θεωρούν αδιανόητη την οποιαδήποτε επιπόλαιη αντιμετώπιση ενός τόσο λεπτού ζητήματος, όπως συνάγεται και από την εντυπωσιακή πράγματι πυκνότητα σχετικών μελετών και άρθρων κατά τα τελευταία χρόνια.

Τα προβαλλόμενα κυρία επιχειρήματα υπέρ του σεβασμού της παραδόσεως της ταφής των νεκρών και της εκκλησιαστικής κηδείας θα μπορούσαν να συνοψισθούν αφ' ενός μεν στην αμφισβήτηση των χρησιμοποιουμένων επιχειρημάτων, υγειονομικών, οικονομικών ή άλλων κοινωνικών, για την καθιέρωση της καύσεως των νεκρών ή της πολιτικής κηδείας.

Αφ' ετέρου δε στην προβολή της ορθοδόξου διδασκαλίας για την ιερότητα του ανθρωπίνου προσώπου, η οποία εκφράζεται στην όλη πνευματική παράδοση της Εκκλησίας για τον σεβασμό όχι μόνο του θείου δώρου της ζωής, αλλά και του μυστηρίου του θανάτου, το οποίο εκφράζεται και περιγράφεται με εντυπωσιακό ρεαλισμό στη νεκρώσιμη ακολουθία και στην όλη μυσταγωγική τελετουργία της εκκλησιαστικής ταφής.

Σύμφωνα με τη διδασκαλία της Αγίας Γραφής και της Ιεράς Παραδόσεως, διακρίνονται τρεις μορφές θανάτου: ο πνευματικός, ο σωματικός ή φυσικός και ο αιώνιος. Και δια μεν του πνευματικού ή ψυχικού θανάτου νοείται ο χωρισμός του ανθρώπου, ως ψυχοσωματικής ολότητας, από τον Θεό σε αυτόν τον κόσμο· δια του σωματικού ή φυσικού δηλώνεται ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα.

Το οποίο παύει πλέον να υφίσταται βιολογικά ως ζωντανός οργανισμός· και δια του αιωνίου θανάτου διδάσκεται η ατελεύτητη οριστική και πλήρης αποξένωση του ανθρώπου από τον Θεό και την ένδοξη βασιλεία του, μετά τη Δευτέρα Παρουσία και κρίση του Κυρίου, εφόσον δεν έζησε «εν Χριστώ» και «κατά Χριστόν» επί της γης.

Και τα τρία αυτά είδη του θανάτου σχετίζονται με το γεγονός της προπατορικής αμαρτίας, δια της οποίας ο «θάνατος εἰσῆλθεν εἰς τόν κόσμον καί εἰς πάντας ἀνθρώπους διῆλθε» (3). Με την αμαρτία, την παράβαση δηλαδή της εντολής του Θεού, διασπάται η πνευματική σχέση, η οποία συνδέει τον άνθρωπο με τον Θεό, και έτσι ο αμαρτωλός άνθρωπος αποκόπτεται από την κοινωνία του με τον Θεό.

Επειδή δε η ψυχή είναι το ανώτερο, πολυτιμότερο και συγγενέστερο προς τον Θεό στοιχείο του διφυούς ανθρώπου (ψυχή - σώμα), γι' αυτό και είναι εκείνη στην οποία κατ' εξοχήν αναφέρεται ο πνευματικός θάνατος. Η ψυχή όμως είναι στενά συνδεδεμένη με το σώμα του ανθρώπου και, επομένως, ο χωρισμός της ανθρώπινης ψυχής από τον Θεό αναφέρεται και στο σώμα του ανθρώπου.

Ως δυνατότητα δε ο πνευματικός θάνατος υποδηλώνεται στην εντολή του δημιουργού προς τους πρωτοπλάστους: «ἀπό δέ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλόν καί πονηρόν οὐ φάγεσθε ἀπ' αὐτοῦ· ἡ δ' ἄν ἡμερα φάγητε ἀπ' αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε» (4) ενώ ως κατάσταση είναι η συνεχής διαβίωση του ανθρώπου «ἐν τῇ ἁμαρτία» και ο χωρισμός του, ιδιαίτερα της ψυχής του, από τον Θεό, που είναι η ζωή, ή αυτοζωή και η πηγή πάσης ζωής (5).

Η αποκοπή αυτή έχει ως αποτέλεσμα την άρση της χάριτος του Θεού και την υποδούλωση του ανθρώπου στην αμαρτία και στον αρχηγέτη της Διάβολο. Εάν ο άνθρωπος παρέμενε μέσα στη χάρη του Θεού και έκανε καλή χρήση του αυτεξουσίου του, θα διατηρούσε τη δυνατότητα της αθανασίας (posse non mori), με την οποία προικίσθηκε από τον Δημιουργό του, και δεν θα την έχανε ( non posse mori ).

Σωματικός ή φυσικός θάνατος είναι η διακοπή της λειτουργίας του οργανισμού του ανθρώπου ως βιολογικού όντος. Δια του θανάτου αποκόπτεται η φυσική ζωή του ανθρώπου, νεκρώνεται βιολογικά το σώμα του και με την πάροδο του χρόνου αποσυντίθεται. Κατά τη διδασκαλία της Αγίας Γραφής ο σωματικός ή φυσικός θάνατος είναι ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα. 

Με αυτόν ή ψυχή μεταβαίνει σε νέα κατάσταση, όπου οι μεν δίκαιοι προαπολαμβάνουν τα αγαθά της βασιλείας του Θεού. Οι δε αμαρτωλοί προγεύονται τις οδύνες της κολάσεως, το δε σώμα, διαλυόμενο, δεν θεωρείται ότι καταστρέφεται, εφόσον η «διαφθορά» αυτή του σώματος δεν είναι αναίρεση της ουσίας αλλά δαπάνη της θνητότητας και αφαίρεση της φθοράς.

Η ουσία του σώματος δεν χάνεται με τον θάνατο, αλλά μόνο η φθορά εκδαπανάται, όπως χαρακτηριστικά τονίζει ο ιερός Χρυσόστομος· «ἡ οὐσία μένει μετά πλείονος ἀνισταμένη τῆς δόξης» (6).

Για τον λόγο αυτόν ο σωματικός θάνατος χαρακτηρίζεται από την Αγία Γραφή και από τους Πατέρες της Εκκλησίας ως ύπνος, αφού «ὕπνος ἀναδέδεικται τῶν πιστευόντων ὁ θάνατος, σοῦ τεθέντος ἐν μνήματι, τοῦ πάντων δεσπόζοντος, καί τό τοῦ θανάτου, κράτος λελυκότος, καί καταργήσαντος αὐτοῦ, τήν δυναστείαν τήν πολυχρόνιον...» (7) , οι δε νεκροί ως κεκοιμημένοι.

Αιώνιος, τέλος, θάνατος είναι η ατελεύτητη και γεμάτη οδύνες κατάσταση, στην οποία θα βρεθούν οριστικά αποκομμένοι από τον Θεό, μετά τη Δευτέρα Παρουσία, όσοι δεν έζησαν, ζουν ή θα ζήσουν στη ζωή αυτή «ἐν Χριστῷ», ως ψυχοσωματικές ολότητες, της οποίας φοβερής καταστάσεως προγεύονται οι ψυχές των αμετανόητων αμαρτωλών ευθύς αμέσως με τον δια του φυσικού θανάτου αποχωρισμό τους από το σώμα.

Ο αιώνιος θάνατος, συνέπεια και αυτός - όπως και ο σωματικός και ο πνευματικός- της προπατορικής αμαρτίας, αποτελεί συνέχεια του πνευματικού επί της γης θανάτου. Ο άνθρωπος που θα βρεθεί στον αιώνιο θάνατο θα είναι αποκομμένος από τον Θεό και θα συνοδυνάται με τον Διάβολο, εφόσον δεν υπάρχει καμία δυνατότητα επιστροφής 1 «καί ἀπελεύσονται οὖτοι (οι αμαρτωλοί) εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δέ δίκαιοι εἰς ζωήν αἰώνιον» (8).

Ο θάνατος ως φυσικό επακόλουθο της αμαρτίας αποτελεί και τιμωρία του παραβάτη ανθρώπου, με παραχώρηση του Θεού, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο Θεός είναι ο αίτιος. Αίτιος του θανάτου είναι ο αυτεξούσιος και ελεύθερος άνθρωπος, ο οποίος «οὔτε οὖν φύσει θνητός ἐγένετο, οὔτε ἀθάνατος. Εἰ γάρ ἀθάνατον αὐτόν ἀπ' ἀρχῆς ἐπεποιήκει (=ο Θεός), Θεόν αὐτός ἐπεποιήκει.  Πάλιν, εἰ θνητόν αὐτόν ἐπεποιήκει, ἐδόκει ἄν ὁ Θεός αἴτιος εἶναι τοῦ θανάτου αὐτοῦ.

Οὔτε οὖν ἀθάνατον αὐτόν ἐποίησεν, οὔτε μήν θνητόν, ἀλλά καθώς ἐπάνω προειρήκαμεν, δεκτικόν ἀμφοτέρων·ἵνα, εἰ ρέψῃ ἐπί τά τῆς ἀθανασίας, τηρήσας τήν ἐντολήν τοῦ Θεοῦ, μισθόν κομίσηται παρ' αὐτοῦ τήν ἀθανασίαν, καί γένηται Θεός· εἰ δ' ἄυ τραπῇ ἐπί τά τοῦ θανάτου πράγματα, παρακούσας τοῦ Θεοῦ, αὐτός ἑαυτῷ αἴτιος ᾖ τοῦ θανάτου. Ἐλεύθερον γάρ καί αὐτεξούσιον ἐποίησεν ὁ Θεός ἄνθρωπον»"(9). 

Οι άνθρωποι όμως «ἀποστραφέντες τά αἰώνια καί συμβούλια τοῦ διαβόλου εἰς τά τῆς φθορᾶς ἐπιστραφέντες ἑαυτοῖς αἴτιοι τῆς ἐν τῷ θανάτω φθορᾶς γεγόνασι» (10). Ο θάνατος λοιπόν μεταδίδεται κληρονομικώς, ένεκα της ενότητας ανθρώπινης φύσεως σε όλους τους ανθρώπους, δια του γενάρχου Αδάμ. «Εἰς πάντας ἀνθρώπους ὁ θάνατος διῆλθεν, ἐφ' ᾧ πάντες ἥμαρτον» (11) κ αι «ἐν τῷ ἅπαντες ἀποθνήσκουσι» (12).

Σύμφωνα με αυτά, όλοι οι άνθρωποι «κατακεκρίμεθα θανάτω, δια της εν Αδάμ παραβάσεως, όλης της ανθρωπείας φύσεως τούτου θοῦσης ἐν αὐτῷ· καί γάρ ἦν ἀπαρχή τοῦ γένους» (13). Όμως ο θάνατος, μέσα στη γενική πρόνοια του Θεού, αποβαίνει τελικά ευεργεσία αυτού προς τον άνθρωπο. Διότι παραχωρήθηκε από τον Θεό ώστε διαμεῖναι αὐτόν (τον άνθρωπο) εἰς τόν αἰώνα ἐν ἁμαρτία ὄντα» (14) και «ἵνα μή ἀθάνατον ᾖ τό κακόν» (15).

Ο ευεργετικός χαρακτήρας του θανάτου γίνεται πραγματικότητα, κατανοείται και επιτυγχάνεται για κάθε άνθρωπο προσωπικά μόνο εν Χριστῷ Ἰησοῦ, ο οποίος με την όλη ζωή του, μάλιστα δε με τον σταυρικό θάνατό του και τη ανάστασή του συνέτριψε τον θάνατο και έδωσε τη δυνατότα στους ανθρώπους να απαλλαγούν και να γίνουν μέτοχοι της αληθινής ζωής και κοινωνίας με τον Θεό. Για τους ανθρώπους ο «Χριστός Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν θανά τῳ θάνατον πατήσας καί τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωήν χαρισάμενος» (16).

Υπό την έννοια αυτή, ο τάφος έγινε από την ίδρυση της Εκκλησίας αισθητό σύμβολο της ιερότητας της ζωής και του θανάτου, διότι συνδέθηκε άρρηκτα με το λυτρωτικό μήνυμα της ταφής και του τάφου του ιδρυτού της Εκκλησίας Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

Ό,τι συνέβη στον Πανάγιο Τάφο του Γολγοθά στον οποίο εναποτέθηκε μετά τη Σταύρωση το ακήρατο σώμα του Χριστού, αυτό εκφράζει το όλο λυτρωτικό μήνυμα του Χριστιανισμού.

Αυτό βιώνεται στην ορθόδοξη παράδοση ως το αμετάθετο πρότυπο για την ιερότητα του μυστηρίου του θανάτου στην εν Χριστώ καινή ζωή όλων των πιστών (17).

Έτσι, ο τάφος του Χριστού ο «θρόνος» και η «κοίτη» Αυτού, κατά τη θεολογία της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου (787) (18)είναι η αστείρευτη πηγή της καινής ζωής όλων των χριστιανών, γι' αυτό και προεκτείνεται ως Αγία Τράπεζα σε όλους τους ιερούς Ναούς, όπου τελεσιουργείται συνεχώς, μέχρι της συντέλειας του κόσμου το μυστήριο της θυσίας του Χριστού για τη σωτηρία του ανθρώπου ως «ἀντίδοτον τοῦ μή ἀποθανεῖν» (19) και ως «φάρμακον αθανασίας»(20) για κάθε μετέχοντα πιστό.

Ο τάφος λοιπόν του Γολγοθά προβάλλεται στη ζωή της Εκκλησίας ως Αγία Τράπεζα των ιερών Ναών για να δηλώσει την ιερότητα του μυστηρίου του θανάτου και της τριημέρου ταφής του Χριστού για ολόκληρο το ανθρώπινο γένος και για κάθε άνθρωπο χωριστά.

Γι' αυτό και ο τάφος εκείνος, όπως επίσης και η ταφή του Χριστού, αποτελούν ιερό υπόδειγμα για όλους τους χριστιανούς, οι οποίοι καλούνται να βιώσουν, μέσα από τη δική τους ζωή τη ζωή του Χριστού, μιμούμενοι στη δική τους ζωή όσα ο ίδιος ο Χριστός ετέλεσε γι' αυτούς.

Η μίμηση της επίγειας ζωής του Χριστού είναι τόσο σημαντική για κάθε χριστιανό, ώστε ο απόστολος Παύλος να ομολογεί, ότι «ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός» (21) , υπό την έννοια βεβαίως της συνεχούς βιώσεως του πνευματικού περιεχομένου της εν Χριστώ καινής ζωής.

Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι ο χριστιανός αναγεννάται στην εν Χριστώ καινή ζωή με τη μετοχή του στην ταφή και την Ανάσταση του Χριστού, η οποία συμβολίζεται με την τριπλή κατάδυση και ανάδυση του μυστηρίου του βαπτίσματος, τρέφεται στην πνευματική του ζωή με την προσέλευση του στην Αγία Τράπεζα, το σύμβολο του Παναγίου Τάφου του Χριστού, για να μετάσχει στο λυτρωτικό μήνυμα της θυσίας του, και βιώνει στον φυσικό του θάνατο την ελπίδα της κοινής αναστάσεως.

Υπό το πνεύμα αυτό ο άγιος Ειρηναίος Λυώνος, στα τέλη του Β' αιώνα, εκφράζει την εξ αρχής αταλάντευτη βεβαιότητα όλων των χριστιανών τόσο για την ιερότητα της ταφής, όσο και για την άρρηκτη σχέση της με την ελπίδα της αναστάσεως:

«Ἡμεῖς οὖν», τονίζει, «καί σώματα ἀνίστασθαι πεπιστεύκαμεν. Εἰ γάρ καί φθείρεται, ἀλλ΄ οὐκ ἀπόλλυται· τούτων γάρ τά λείψανα γῆ ὑποδεξαμένη, τηρεῖ δίκην σπόρου πιαινομένου καί τῷ γῆς λιπαρωτέρῳ συμπλεκομένου.

 Αὖθις, ὥσπερ κόκκος γυμνός σπείρεται, καί κελεύσματι τοῦ δημιουργήσαντος Θεοῦ θάλλων, ἠμφιεσμένος καί ἔνδοξος ἐγείρεται, οὐ πρότερον εἰ μή ἀποθανών λυθῇ, καί γῇ συμμιγῇ· ὥστε τήν ἀνάστασιν τοῦ σώματος οὐ μάτην πεπιστεύκαμεν.

Ἀλλ' εἰ καί λύεται πρός καιρόν, διά τήν ἀπ' ἀρχῆς γενομένην παρακοήν, ὡς εἰς χωνευτήριον τῆς γῆς καθίσταται, πάλιν ἀναπλασθησόμενον, οὐ τοιοῦτον φθειρόμενον, ἀλλά καθαρόν, καί μηκέτι φθειρόμενον· ὡς ἑκάστω σώματι ἡ ἰδία ψυχή ἀποδοθήσεται καί τοῦτο ἐνδυσαμένη οὐκ ἀνιαθήσεται, ἀλλά χαρήσεται καθαρά παραμείνασα...» (1) .

Και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος τον Δ' αιώνα θα τονίσει ότι δια του θανάτου αποκόπτεται η φυσική ζωή του ανθρώπου, νεκρώνεται βιολογικά το σώμα και με την πάροδο του χρόνου αποσυντίθεται.

Όμως το σώμα διαλυόμενο δεν καταστρέφεται, αλλά «ἡ διαφθορά αὐτή οὐχ ἔστι τῆς οὐσίας ἀναίρεσις, ἀλλά τῆς θνητότητος δαπάνη, καί τῆς φθορᾶς ἀνάλωμα. Ὁ γάρ θάνατος οὖτος οὐ τό σῶμα ἀπόλλυσιν, ἀλλα τήν φθοράν δαπανᾶ· ὡς ἥ γε οὐσία μένει μετά πλείονος ἀνισταμένης τῆς δόξης» (2).

Πράγματι, η συνείδηση της Εκκλησίας συνέδεε εξ αρχής την ταφή των νεκρών με το υπόδειγμα της ταφής του Χριστού και με την ελπίδα της αναστάσεως των σωμάτων, γι' αυτό και η ταφή των σωμάτων των νεκρών παραλληλίζεται προς τη σπορά των σπόρων, οι οποίοι μόνο όταν εμφυτευθούν μέσα στη γη, και αναμιχθούν με τα στοιχεία της, μόνο τότε φυτρώνουν και θάλλουν.

Ο συμβολικός αυτός παραλληλισμός χρησιμοποιείται στην εκκλησιαστική παράδοση τόσο για τον θάνατο και την τριήμερη ταφή του Χριστού, όσο και για την ταφή των πιστών. Έτσι, τα σώματα των πιστών, «ὡς εἰς χωνευτήριον τῆς γῆς καθίσταται» με τον ενταφιασμό μέχρι την «ἀνάπλασίν» τους κατά την ημέρα της αναστάσεως, οπότε και θα ανασυνδεθούν με τις ψυχές τους, από τις οποίες χωρίσθηκαν με τον θάνατο.

Συνεπώς, η ταφή των νεκρών για τους χριστιανούς εντάσσεται στην όλη διδασκαλία της Εκκλησίας για αλληλοπεριχώρηση του μικρόκοσμου, δηλαδή του ανθρώπου, με τον μακρόκοσμο, δηλαδή την όλη δημιουργία, αφού ο άνθρωπος συγκεφαλαιώνει κατά περιληπτικό τρόπο την όλη δημιουργία, από την οποία προέρχεται το ανθρώπινο σώμα και στην οποία αναλύεται με την ταφή του μέχρι την «ἀνάπλασίν» του, κατά τον τύπο του αναστάντος σώματος του Χριστού.

Η όλη αυτή θεολογία της ταφής των σωμάτων απορρέει όχι μόνο από τη βιβλική διδασκαλία για τη χοϊκή προέλευση του σώματος («γῆ εἰ καί εἰς γῆν ἀπελεύσῃ»)(3), αλλά και από τη διδασκαλία για την ανακεφαλαίωση της όλης δημιουργίας στην ανθρώπινη φύση του Χριστού, η οποία ακτινοβολεί την εν Χριστώ ανακαίνιση και τον καθαγιασμό της ύλης και του υλικού κόσμου γενικότερα, «ἵνα ᾖ τά πάντα καί ἐν πᾶσι Χριστός» (4) .

Έτσι, τα σώματα των πιστών επιστρέφουν στην ανακαινισμένη γη, από την οποία πλάσθηκαν, και αναμένουν την ανάσταση για την ανασύνδεση με τις ψυχές τους κατά τη φανέρωση της Βασιλείας του Θεού στον κόσμο. Χαρακτηριστική εικόνα αυτών μας δίδει η προφητεία του Προφήτη Ιεζεκιήλ, η οποία αναγινώσκεται κατά την Μ. Παρασκευή, μετά την περιφορά του Επιταφίου και την είσοδο του στον Ναό:

«Ἐγένετο ἐπ' ἐμέ χείρ Κυρίου, καί ἐξήγαγέ με ἐν πνεύματι Κυρίου, καί ἔθηκέ με ἐν μέσῳ τοῦ πεδίου· καί τοῦτο ἦν μεστόν ὀστέων ἀνθρωπίνων καί περιήγαγε με ἐπ' αὐτά, κυκλόθεν κύκλω· καί ἰδοῦ πολλά σφόδρα, ἐπί προσώπου τοῦ πεδίου, καί ἰδοῦ ξηρά σφόδρα.

Καί εἶπε πρός με· Υἱέ ἀνθρώπου, εἰ ζήσεται τά ὀστᾶ ταῦτα; καί εἶπα· Κύριε, κύριε, σύ ἐπίστασαι ταῦτα. Καί εἶπε πρός με· Προφήτευσον ἐπί τά ὀστᾶ ταῦτα, καί ἐρεῖς αὐτοῖς· τά ὀστᾶ τά ξηρά, ἀκούσατε λόγον κυρίου· τάδε λέγει κύριος τοῖς ὀστέοις τούτοις. Ἰδοῦ ἐγώ φέρω εἰς ὑμᾶς πνεῦμα ζωῆς, καί δώσω εἰς ὑμᾶς νεῦρα, καί ἀνάξω εἰς ὑμᾶς σάρκας, καί ἐκτενῶ ἐφ' ὑμᾶς δέρμα, καί δώσω πνεῦμά μου εἰς ὑμᾶς, καί ζήσεσθε, καί γνώσεσθε, ὅτι ἐγώ εἰμί Κύριος.

Καί προεφήτευσα, καθώς ἐνετείλατό μοι Κύριος. Καί ἐγένετο φωνή ἐν τῷ ἐμέ προφητεῦσαι· καί ἰδού σεισμός· καί προσήγαγε τά ὀστᾶ, ἑκάτερον πρός τήν ἁρμονίαν αὐτοῦ. Καί εἶδον· καί ἰδού ἐπ' αὐτά νεῦρα καί σάρκες ἐφύοντο, καί ἀνέβαινεν ἐπ' αὐτά δέρμα ἐπάνω· καί πνεῦμα οὐκ ἦν ἐν αὐτοῖς. Καί εἶπε πρός με· Προφήτευσον, ἐπί τό πνεῦμα, υἱέ ἀνθρώπου, προφήτευσον, καί εἰπέ τῷ πνεύματι. Τάδε λέγει Κύριος Κύριος·

Ἐκ τῶν τεσσάρων πνευμάτων ἐλθέ, καί ἐμφύσησον εἰς τούς νεκρούς τούτους, καί ζησάτωσαν. Καί προεφήτευσα, καθ' ὅτι ἐνετείλατό μοι· καί εἰσῆλθεν εἰς αὐτούς τό πνεῦμα, καί ἔζησαν, καί ἔστησαν ἐπί τῶν ποδῶν αὐτῶν, συναγωγή πολλή σφόδρα... Διά τοῦτο προφήτευσον, καί εἶπε πρός αὐτούς· Τάδε λέγει Κύριος Κύριος. Ἰδού ἐγώ ἀνοίγω τά μνήματα ὑμῶν, καί ἀνάξω ὑμᾶς ἐκ τῶν μνημάτων ὑμῶν... καί γνώσεσθε, ὅτι ἐγώ εἰμι Κύριος, ἐν τῷ ἀνοῖξαί με τούς τάφους ὑμῶν, τοῦ ἀναγαγεῖν με ἐκ τῶν τάφων τόν λαόν μου.

Και δώσω πνεῦμά μου εἰς ὑμᾶς, καί ζήσεσθε, καί θήσομαι ὑμᾶς ἐπί τήν γῆν ὑμῶν, καί γνώσεσθε, ὅτι ἐγώ Κύριος ἐλάλησα, καί ποιήσω, λέγει Κύριος Κύριος» (5).

Η ταφή λοιπόν των νεκρών είναι συστατικό στοιχείο της όλης χριστιανικής ανθρωπολογίας, στην οποίαν ανασυνδέεται, μέσα από το λυτρωτικό έργο του Χριστού, η πρωτολογία της δημιουργίας του ανθρώπου και του κόσμου με την εσχατολογική προσδοκία «καινῆς γῆς καί καινῶν οὐρανών» (6) .

Η Εκκλησία είναι ο αυθεντικός εκφραστής της προσδοκίας αυτής, η οποία εκδηλώνεται και με την αποδιδόμενη εξαιρετική τιμή στο σώμα του ανθρώπου, τόσο κατά τη διάρκεια της ζωής, όσο και μετά τον θάνατο.

Έτσι, τόσο η εμμονή της στην ταφή των νεκρών, κατά το υπόδειγμα της ταφής του Χριστού, όσο και ο σεβασμός προς τα λείψανα των νεκρών, ο οποίος κορυφώνεται με τις εξαιρετικές τιμές προς τα ιερά λείψανα των αγίων, επιβεβαιώνουν την πίστη της Εκκλησίας, ότι τα σώματα των νεκρών αναπαύονται στο φυσικό γι' αυτά χώρο του τάφου μέχρι της τελικής αναστάσεως.

Αφ' ετέρου δε ότι η απορρεύσασα από το λυτρωτικό έργο του Χριστού θεία χάρις διατηρεί ζωντανή τη συνείδηση των ψυχών για την πνευματική σχέση τους με τα οικεία σώματα, τα οποία αναπαύονται στη γη «ἐπ' ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου» (7) .Υπό την έννοια αυτή, η Εκκλησία διατηρεί ζωντανή τη μνήμη και προσεύχεται συνεχώς για τα κεκοιμημένα μέλη της, ενώ τιμά με εντυπωσιακή συνέχεια και συνέπεια τις μνήμες των αγίων και των μαρτύρων της πίστεως.

Τα ιερά λείψανα των αγίων ήσαν για τους χριστιανούς «τιμιότερα λίθων πολυτελῶν καί δοκιμώτερα ὑπέρ χρυσίον»(8),γι' αυτό και ετοποθετούντο με μεγάλη φροντίδα σε περικαλλείς τάφους και ετιμώντο με μεγάλες τιμές κατά την ημέρα του μαρτυρίου ή του θανάτου τους, η οποία χαρακτηριζόταν και «γενέθλιος ἡμέρα» (9) τους.

Ο σεβασμός αυτός και η τιμή στα ιερά λείψανα περιγράφεται με χαρακτηριστικό τρόπο στο Μαρτύριο του αγίου Πολυκάρπου (156), μαθητού του ευαγγελιστού Ιωάννη:
«Οὕτως τε ἡμεῖς ὕστερον, ἀνελόμενοι τά τιμιώτερα λίθων πολυτελῶν καί δοκιμώτερα ὑπέρ χρυσίον ὀστᾶ αὐτοῦ, ἀπεθέμεθα ὅπου καί ἀκόλουθον ἦν (= σε περικαλλή τάφο).Ἔνθα ὡς δυνατόν ἡμῖν συναγομένοις ἐν ἀγαλλιάσει καί χαρά παρέξει ὁ Κύριος ἐπιτελεῖν τήν τοῦ μαρτυρίου αὐτοῦ ἡμέραν γενέθλιον, εἰς τε τῶν προηθληκότων μνήμην καί τῶν μελλόντων ἄσκησίν τε καί ἐτοιμασίαν...» (10) .

Είναι λοιπόν προφανές ότι οι αποδιδόμενες από την Εκκλησία εξαιρετικές τιμές στα ιερά λείψανα των μαρτύρων και των αγίων της πίστεως εκφράζουν τη συνείδηση της ότι οι τάφοι τους αποτελούν μία προέκταση του τάφου του Κυρίου μέσα στον χρόνο και στον χώρο, απ' όπου ακτινοβολείται συνεχώς στους πιστούς η θεία χάρη.

Τη συνείδηση αύτη τονίζει με εντυπωσιακή σαφήνεια ο Ωριγένης· «αἱ ψυχαί τῶν πεπελεκισμένων ἕνεκεν τῆς μαρτυρίας τοῦ Ἰησοῦ, μή μάτην τῷ ἐν οὐρανοῖς θυσιαστηρίῳ προσεδρεύουσαι διακονοῦσι τοῖς εὐχομένοις ἄφεσιν ἁμαρτημάτων» (11).

Έτσι, τα ιερά λείψανά τους συνδέθηκαν άρρηκτα και με το επίγειο θυσιαστήριο, γι' αυτό και ο καθαγιασμός της αγίας Τράπεζας των ιερών Ναών είναι αδιανόητος στην ορθόδοξη παράδοση χωρίς την απόθεση σε αυτήν ιερών λειψάνων αγίων η μαρτύρων της πίστεως (12) .

Επομένως, τα ιερά λείψανα συνάπτουν το επίγειο με το ουράνιο θυσιαστήριο, γι' αυτό και οι πρώτοι ιεροί Ναοί (Μαρτύρια) αναπτύχθηκαν με επίκεντρο τους τάφους των μαρτύρων της πίστεως (13) και βεβαιώνουν τη συνεχή κοινωνία της θριαμβεύουσας στους ουρανούς με τη στρατευόμενη στη γη Εκκλησία.

Ο σεβασμός όμως και οι ιδιαίτερες τιμές προς τους μάρτυρες και τους αγίους της πίστεως απορρέουν από την πίστη της Εκκλησίας στην αἰωνιότητα τῆς ἐν Χριστῷ καινῆς ζωῆς, η οποία δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο μόνο των αγίων και των μαρτύρων της πίστεως.

Όλοι οι πιστοί μετέχουν σε αύτη κατά το μέτρο της δυνάμεως τους ή της χάριτος του Θεού, γι' αυτό και η Εκκλησία τηρεί με ανάλογο σεβασμό όχι μόνο τις τακτές ημέρες μνήμης του θανάτου τους, άλλα και τον εβδομαδιαίο και ετήσιο εορταστικό κύκλο της. Έτσι, οι «Αποστολικές Διαταγές» (Δ' αιώνας) καταγράφουν την αρχαία παράδοση για τις αποδιδόμενες τιμές σε όλους τους νεκρούς (Μνημόσυνα):

«Ἐπιτελείσθω δέ τρίτα τῶν κεκοιμημένων ἐν ψαλμοῖς καί ἀναγνώσεσι καί προσευχαῖς διά τόν διά τριῶν ἡμερῶν ἐγερθέντα (= Ἰησοῦν Χριστόν)· καί ἔνατα εἰς ὑπόμνησιν τῶν περιόντων καί τῶν κεκοιμημένων καί τεσσαρακοστά κατά τόν παλαιόν τύπον. Μωσῆν γάρ οὕτως ὁ λαός ἐπένθησε· καί ἐνιαύσια ὑπέρ μνείας αὐτοῦ» (14).

Και ο ιερός Συναξαριστής του Σαββάτου των Απόκρεω, ακολουθών τον ουρανοφάντορα  Μέγαν Βασίλειον, θα τονίσει για τις αποδιδόμενες στους νεκρούς μας τιμές επί των τάφων τους:

«Τρίτα δέ ποιοῦμεν, ὅτι τῇ τρίτῃ ἡμέρα ὁ ἄνθρωπος ἀλλοιοῦται τήν ὄψιν· ἔνατα δε, ὅτι πᾶσα τότε διαρρεῖ ἡ πλάσις, σωζομένης τῆς καρδίας μόνης· τεσσαρακοστά δε, ὅτι καί αὐτή ἡ καρδία τότε ἀπόλλυται», ενώ δικαιολογεί και γιατί γίνονται τα μνημόσυνα αυτά·«Καί ἡ γέννησις γάρ οὕτω προβαίνει· τῇ γάρ τρίτη ἡμέρᾳ ζωγραφεῖται ἡ καρδία· τῇ δέ ἐνάτῃ πήγνυται εἰς σάρκα· τῇ δέ τεσσαρακοστῇ εἰς τελείαν ὄφιν διατυποῦται» (15) ο άνθρωπος.

Παραλλήλως, η Εκκλησία καθιέρωσε το Σάββατο ως ημέρα μνήμης των νεκρών, επειδή το νεκρό σώμα του Ιησού Χριστού παρέμεινε στον τάφο κατά την ημέρα του Μ. Σαββάτου. Ιδιαίτερα δε σε ετήσιο κύκλο όρισε τα Σάββατα πριν από την Κυριακή της Απόκρεω και πριν από την Κυριακή της Πεντηκοστής να αποτελούν κατ' εξοχήν ημέρες μνήμης των κεκοιμημένων μελών της. «Τῇ αὐτῇ ἡμέρα μνείαν πάντων τῶν ἀπ' αἰῶνος κοιμηθέντων εὐσεβῶς ἐπ' ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου οἱ θειότατοι Πατέρες ἐθέσπισαν...

Ἐν Σαββάτῳ δέ ἀεί τήν τῶν ψυχῶν μνείαν ποιούμεθα, ὅ δή τό Σάββατον κατάπαυσιν σημαίνει ἑβραϊστί, καί τῶν τεθνεώτων τοίνυν ὡς τῶν βιοτικῶν καί τῶν λοιπῶν ἁπάντων καταπαυσαμένων, κἄν τῇ καταπαυσίμῳ τῶν ἡμερῶν, τάς ὑπέρ αὐτῶν δεήσεις ποιούμεθα, ὅ δή καί ἐπί πᾶν κεκράτηται γίγνεσθαι Σάββατον» (16) τονίζεται στο Συναξάριον του Σαββάτου πριν από την Κυριακή της Απόκρεω.

Η πίστη λοιπόν της Εκκλησίας, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από τη διαχρονική της συνείδηση και τη λατρευτική της πράξη για τη μνήμη των νεκρών, αναδεικνύει την ιερότητα των τάφων όλων των μελών της, όχι μόνο επειδή έχουν εναποτεθεί σε αυτούς «ἐπ' ἐλπίδι ζωῆς αἰωνίου» (17) αλλά και επειδή τα σώματα των νεκρών μετέχουν στην ελπίδα αυτήν, η οποία θα τελειωθεί με την ανάσταση των σωμάτων κατά την εσχάτη ημέρα.

Υπό το πνεύμα αυτό εξηγείται όχι μόνο η συνεχής προσευχή της Εκκλησίας για τους κεκοιμημένους, αλλά και η άρρηκτη σύνδεση της με τους τάφους, στους οποίους έχουν εναποτεθεί τα σώματα των κεκοιμημένων, γι' αυτό και ο σεβασμός της μνήμης των νεκρών ταυτίσθηκε πάντοτε με τον σεβασμό της ιερότητας και του τάφου, στον οποίο αναπαύονται τα σώματα τους μέχρι την κοινή ανάσταση.

Πολύ χαρακτηριστικό της άρρηκτης αυτής σχέσεως μεταξύ της ιερότητας της μνήμης του νεκρού και της ιερότητας του τάφου είναι το γεγονός, ότι η μεν βεβήλωση των τάφων αποδοκιμάσθηκε πάντοτε ως ασέβεια στη μνήμη των νεκρών, η δε ασέβεια στη μνήμη των νεκρών εκφραζόταν πάντοτε ως βεβήλωση των τάφων.

Στους οποίους αναπαύονται τα σώματα των κεκοιμημένων, σε όλες δε τις νομοθεσίες των χριστιανικών λαών (18), και ιδιαίτερα στο εσωτερικό δίκαιο της Εκκλησίας (19) η οποιαδήποτε σύληση ή βεβήλωση των χριστιανικών τάφων (τυμβωρυχία) καταδικάζεται πάντοτε ως ιεροσυλία. Έτσι, ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος αποδοκιμάζει με σκληρούς λόγους τη βεβήλωση από τους ειδωλολάτρες των χριστιανικών τάφων, κατά την περίοδο της βασιλείας του Ιουλιανού του Παραβάτη (361-363):

«Πρός τά παρόντα καί ἡμέτερα, τρέφομαι. Οὐκ ἔτι τοῖς ἱεροῖς οἴκοις ἡμῶν πονηρόν ἐμβλέψουσιν· οὐκ ἔτι μιανοῦσιν αἵματι μιαρῷ τά τῆς καθαρωτάτης  καί ἀναιμάκτου θυσίας ἐπώνυμα θυσιαστήρια· οὐδέ βωμοῖς ἀθέοις τά ἄβατα καταισχυνοῦσιν οὐκ ἔτι συλήσουσι καί βεβηλώσουσιν ἀναθήματα, πλεονεξίαν ἀσεβεία μίξαντες·

Οὐκ ἔτι προσάξουσι πῦρ μαρτύρων μνήμασιν, ὡς ἄλλων ἐφέξοντες ἄθλησιν ταῖς κατ' αὐτῶν ἀτιμίαις - οὐκ ἔτι πυρί καταναλώσουσιν ἁγίων λείψανα, ὀστοῖς ἀτιμοτάτοις συνατιμάσαντες, καί τοῖς ἀνέμοις δώσουσιν, ἵνα καί τῆς ὀφειλομένης τιμῆς τοῖς τοιούτοις ἀποστερήσουσιν...» (20) .

Από την ανωτέρω συνοπτική αναφορά στην ιερότητα των ταφικών μνημείων συνάγονται ορισμένα σημαντικά συμπεράσματα, τόσο για την απόδοση τιμών στους νεκρούς και τους τάφους των από την Ορθόδοξη Εκκλησία, όσο και για τη διαχρονική της παράδοση, με την οποία τροφοδοτεί ευρύτατες περιοχές της θείας λατρείας της και του πνευματικού βίου των πιστών της.

Πρώτον:Η έννοια του θανάτου, της ταφής των νεκρών και της αποδόσεως τιμών στους νεκρούς και τους τάφους των έχουν σφραγισθεί από το όλο έργο της εν Χριστώ θείας οικονομίας, από τη δημιουργία του κόσμου μέχρι τα έσχατα για τη σωτηρία του κόσμου.

Ο άνθρωπος σχετίζεται με το αρχέτυπό του, τον «μοναδικόν ἀθάνατον καί κατ' ἐξοχήν ἀΐδιον Θεόν» (21) , κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης, μέσω της «εικόνας» του. Γι' αυτό και έσχατο τέλος του ανθρώπου δεν είναι ο θάνατος, αλλά η κοινωνία του με τον μόνο αθάνατο για να αθανατισθεί και ο ίδιος.

Δεύτερον:Τα επιχειρήματα υπέρ του σεβασμού της καθιερωμένης εκκλησιαστικής παραδόσεως τόσο της ταφής των νεκρών, της εκκλησιαστικής κηδείας και της ιερότητας των ταφικών μνημείων, όσο και της αποδόσεως τιμών στους νεκρούς μας επί των τάφων τους, μπορούν να συνοψισθούν στην προβολή της Ορθοδόξου διδασκαλίας για την ιερότητα του ανθρωπίνου προσώπου.

Η οποία εκφράζεται σε όλη την πνευματική παράδοση της Εκκλησίας, αλλά και για τον σεβασμό όχι μόνο του θείου δώρου της ζωής, αλλά και του μυστηρίου του θανάτου, όπως αυτός εκφράζεται με εντυπωσιακό ρεαλισμό στη νεκρώσιμη Ακολουθία και στην όλη μυσταγωγική τελετουργία της εκκλησιαστικής ταφής των Ορθοδόξων.

Τρίτον:Τα ταφικά μνημεία, οι τάφοι απλούστερα, αποτελούν, από την ίδρυση της Εκκλησίας τα αισθητά σύμβολα της ιερότητας της ζωής και του θανάτου και συνδέονται άρρηκτα με το λυτρωτικό μήνυμα της ταφής και του τάφου του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο οποίος τάφος του Χριστού προεκτείνεται ως Αγία Τράπεζα σε όλους τους ιερούς Ναούς, όπου τελεσιουργείται το μυστήριο της θυσίας του Κυρίου για τη σωτηρία του ανθρώπινου γένους.

Τέταρτον:Η "Εκκλησία συνέδεσε εξ αρχής την ταφή και τους τάφους των νεκρών μελών της με το υπόδειγμα της ταφής και του τάφου του Χριστού και με την ανάσταση του συνέδεσε και την ανάσταση των ανθρώπων.

Πέμπτον:Η Εκκλησία διατηρεί ζωντανή τη μνήμη των κεκοιμημένων μελών της και προσεύχεται γι' αυτά, ενώ τιμά με συνέχεια και συνέπεια τις μνήμες των αγίων και των μαρτύρων της πίστεως, τους τάφους των οποίων θεωρεί ως προέκταση του τάφου του Κυρίου που ακτινοβολούν στους πιστούς τη θεία χάρη. Γι' αυτό και οι πρώτοι ιεροί Ναοί αναπτύχθηκαν με επίκεντρο τους τάφους των Μαρτύρων της πίστεως (Μαρτύρια).

Έκτον: Κατά την πίστη της Εκκλησίας όχι μόνο οι άγιοι μετέχουν στην αιωνιότητα της εν Χριστώ ζωής, αλλά και όλοι οι πιστοί κατά το μέτρο της δυνάμεως τους ή της χάριτος του Θεού, γι' αυτό και προσεύχεται η Εκκλησία και σε τακτές ημέρες μνήμης του θανάτου τους, αλλά και στον εβδομαδιαίο και ετήσιο εορταστικό κύκλο (Μνημόσυνα).

Καθιέρωσε μάλιστα το Σάββατο ως ημέρα μνήμης των νεκρών της και αποδόσεως τιμής σε αυτούς επί των τάφων των.

Έβδομον:Υπό το πνεύμα αυτό εξηγείται στη λατρευτική πράξη της Εκκλησίας όχι μόνο η συνεχής προσευχή της για τους κεκοιμημένους, αλλά και η άρρηκτος σύνδεση αυτής της προσευχής με τους τάφους.

Στους οποίους έχουν εναποτεθεί τα σώματα των κεκοιμημένων, γι' αυτό και ο σεβασμός της μνήμης των νεκρών ταυτίστηκε πάντοτε με τον σεβασμό της ιερότητας και του τάφου, στον οποίο αναπαύονται τα σώματα τους μέχρι την κοινή ανάσταση, και τέλος,

Όγδοον:Είναι πολύ χαρακτηριστικό της άρρηκτης αυτής σχέσεως μεταξύ της ιερότητας του νεκρού και της ιερότητας του τάφου του, το γεγονός, ότι η Εκκλησία αποδοκιμάζει πάντοτε τη βεβήλωση των τάφων ως ασέβεια στη μνήμη των νεκρών, ενώ η ασέβεια στη μνήμη των νεκρών εκφράζεται πάντοτε ως βεβήλωση των τάφων, στους οποίους αναπαύονται τα σώματα των κεκοιμημένων.

Γι' αυτό και καταδικάζει πάντοτε η Εκκλησία τη σύληση ή βεβήλωση των τάφων των Χριστιανών της (τυμβωρυχία). Πιστεύει δε η Εκκλησία ότι πίσω από κάθε σύληση ή βεβήλωση τάφου η εξαφάνιση του σωματικού στοιχείου του άνθρωπου, όπως συμβαίνει με την καύση και αποτέφρωση, υπάρχει η απιστία στην Ανάσταση του Χριστού και τού ανθρώπου.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ Α΄
1. Στην Αγία Γραφή μόνο δυο περιπτώσεις μη ταφής αλλά καύσεως νεκρών αναφέρονται. Η πρώτη κάνει λόγο για την καύση των νεκρών σωμάτων του πρώτου βασιλέως των Εβραίων Σαούλ και του υιού του Ιωνάθαν (Α' Βασιλ. λα', 10) και η δεύτερη για την καύση μικρού αριθμού θυμάτων λοιμώδους νόσου (Αμώς στ', 10). Κοντογιάννη Σπυρίδωνος, «Ταφή, τάφος και ταφικά έθιμα (Εκκλ.)», Πάπυρος - Λαρούς - Μπριτάννιχα, 37 (1993), σελ. 23.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία με θεολογικά, εκκλησιολογικά, αγιολογικά, κανονικά, ιστορικά, κοινωνικά, ποιμαντικά, ψυχολογικά κ.ά. κριτήρια και επιχειρήματα οριοθετεί απ' αρχής πίστη της υπέρ της ταφής των νεκρών, με βάση τον σεβασμό της στο ανθρώπινο πρόσωπο και κατ' ακολουθίαν στο σώμα του ανθρώπου, και απορρίπτει την καύση ή αποτέφρωση των κοιμηθέντων μελών της.

Σχετικώς με την ταφή ή καύση των νεκρών βλ. Μπαλάνου Δημητρίου, Η καύσις των νεκρών υπό θρησκευτικήν έποψιν (εκδ. Συλλόγου προς διάδοσιν ωφελίμων Βιβλίων), Αθήναι 1912. Παπαμιχαήλ Γρηγορίου,

Η καύσις των νεχρών, Αλεξάνδρεια 1912. Του ιδίου, «Καύσις ή ενταφιασμός», Εκκλησιαστικός Φάρος 10 (1912), σελ. 335-368. Σπυριδάκη Γ. Κ., «Τα κατά την τελευτήν έθιμα των Βυζαντινών εκ των Αγιολογικών πηγών», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών 20 (1950), σελ. 75-171.

Κουκουλέ Φαίδωνος, Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, Τόμος Δ', (= 73 Collection de l ' Institut Fran ç ais d ' Ath è nes 73), εν Αθήναις 1951, σελ. 148-248. Πολυζωίδη Γερμανού, Επισκόπου Νύσσης, «Διατί η Εκκλησία μας αντιτίθεται εις την καύσιν των νεκρών», Εκκλησία ΛΑ' (1954), σελ. 317-318. Φυτράκη Ανδρέου, Λείψανα και τάφοι Μαρτύρων κατά τους τρεις πρώτους αιώνας, Ε ν Αθήναις 1955. Θεοδωρίδου Δημητρίου,

Η καύσις τών νεκρών, Αθήναι 1956. Κατσά Γρηγορίου, «Η ανά τους αιώνας μεταχείρισις των νεκρών», Αστυνομικά Χρονικά Δ' (1956), σελ. 66-67. Σωτηρίου Γεωργίου, Χριστιανική και Βυζαντινή Αρχαιολογία. Χριστιανικά Κοιμητήρια, Εκκλησιαστική Αρχιτεκτονική, Αθήναι 1978 3 . Γαλανοπούλου Μελετίου, Μητροπολίτου Κυθήρων, Διατί ταφή και ουχί καύσις των νεκρών, Αθήναι 1962. Μακρή Σπυρίδωνος, «Νεκροί.

Το ζήτημα της καύσεως των νεκρών», Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια 9 (1966), στ. 385-386. Κεφαλά Νεκταρίου, Μητροπολίτου Πενταπόλεως (Του Αγίου), Μελέτη περί της αθανασίας της ψυχής και περί των ιερών Μνημοσύνων (εκδ. Ρηγόπουλου), Θεσσαλονίκη 1973.

Σάκκου Στεργίου, «Ιερού Αυγουστίνου: Φροντίδα για τους νεκρούς « De Cura pro Mortuis gerenda », Γρηγόριος ο Παλαμάς 64 (1981), σελ. 332-337. Αντουράκη Γεωργίου, Ταφή, καύση και ανάσταση νεκρών. Μηνύματα από την Παράδοση και την Τέχνη, Αθήνα 1986  .

Καλλινίκου Κωνσταντίνου, Πρωτοπρεσβυτέρου, Πέραν του τάφου (εκδ. Γρηγόρη), Αθήνα 1987 5 . Μαντζουνέα Ευαγγέλου, Πρωτοπρεσβυτέρου, Η καύσις των νεκρών, Αθήναι 1987. Θεοδώρου Ανδρέα, ’μωμοι εν οδώ Αλληλούια (εκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος), Αθήνα 1990.

Τίγκα Αναστασίου, Η ταφή των νεκρών, Αθήναι 1993 .Κοντογιάννη Σπυρίδωνος, «Ταφή, τάφος και ταφικά έθιμα (Έκκλ.), Πάπυρος - Λαρούς - Μπριτάννικα, 57 (1993), σελ. 23. Βλάχου Ιεροθέου, Αρχιμ. (νυν Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου), Η ζωή μετά θάνατον, Λειβαδιά 1994. Λέκου Ευαγγέλου, Ταφή ή καύση των νεκρών; (εκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος), Αθήνα 1994. Σταθόπουλου Μιχάλη,

«Η Συνταγματική κατοχύρωση της θρησκευτικής ελευθερίας και οι σχέσεις Πολιτείας - Εκκλησίας», εν Χριστόπουλου Δημήτρη (επιμ.), Νομικά ζητήματα θρησκευτικής ετερότητας στην Ελλάδα (Σειρά Μελετών, Κέντρο Ερευνών Μειονοτικών ομάδων 2), Αθήνα 1999, σελ. 233. Τσαντίλα Ιωάννου, Εκκλησιαστική ταφή ή Αποτέφρωση; Αθήναι 1999.

2.Την προσφάτως εκφρασθείσα θέση - απάντηση της Εκκλησίας της Ελλάδος στις δηλώσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης και της προθέσεως της Ελληνικής Κυβερνήσεως για την καθιέρωση της καύσεως των νεκρών και την «κοσμική κηδεία» βλ. στις Εισηγήσεις - ανακοινώσεις που έγιναν στην οργανωθείσα, από τη Συνοδική Επιτροπή Δογματικών και Νομοκανονικών ζητημάτων της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, Ημερίδα, με θέμα:

«Η καύση των νεκρών», που πραγματοποιήθηκε στο Ξενοδοχείο Divani - Caravel την Τετάρτη 3 Μαρτίου 1999 . Οι εν λόγω Εισηγήσεις εκδόθηκαν σε ιδιαίτερο τόμο με τον τίτλο: «Ταφή ή καύση των νεκρών», α πο τον «Κλάδο Εκδόσεων Επικοινωνιακής και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος» [= 3 - Σειρά Ποιμαντική Βιβλιοθήκη - 3], Αθήναι 2000, και είναι: Χριστοδούλου, Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος, Ταφή ή καύση των νεκρών, Εισαγωγική ομιλία, σελ. 22 - 28. Ιεροθέου, Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου,

Η θεολογική άποψη και οι εκκλησιολογικές συνέπειες της καύσεως των νεκρών, σελ. 29-47. Χριστινάκη Παναγιώτου, Ταφή ή καύση των νεκρών; (Ιστορικοκανονική θεώρηση), σελ. 48 -71. Χατζηνικολάου Νικολάου, Αρχιμ., Το σήμερα, το χθες και το για πάντα της ταφής και της καύσεως των Νεκρών, σελ. 72 -85. Καρπαθίου Στυλιανού, Πρωτοπρ.,

Η καύση των νεκρών. Αναφορά στην ψυχολογία του φαινομένου, σελ. 86 - 98. Μαντζαρίδου Γεωργίου, Η καύση των νεκρών από την άποψη της Χριστιανικής Ανθρωπολογίας και Ηθικής, σελ. 99-107. Στην Ελλάδα με τον νόμο «Περί νεκροταφείων και ενταφιασμού νεκρών» της 28ης Μαρτίου 1834, ορίστηκε ότι οι νεκροί πρέπει να θάπτονται σε ιδιαίτερα κοιμητήρια (= νεκροταφεία) εκτός των πόλεων και των χωριών, ενώ μέχρι τότε θάπτονταν στον περίβολο των ναών, ιδιαίτερα στα χωριά.

Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος απαγόρευσε την ταφή νεκρών μέσα στους ναούς με τις εγκυκλίους της από 30 Οκτωβρίου 1857 και 13 Δεκεμβρίου 1874.Παλαιότερα, η απαγόρευση της ταφής νεκρών μέσα στους ναούς είχε θεσπιστεί με σχετικές εγκυκλίους των Οικουμενικών Πατριαρχών Ιερεμία Δ' (1809-1813) του έτους 1810 και Γρηγορίου Στ' (α' 1835-1840, β' 1867-1871) του έτους 1838 (Κοντογιάννη Σπυρίδωνος , «Ταφή, τάφος και ταφικά έθιμα (Εκκλ.)», Πάπυρος -Λαρούς - Μπριτάννικα, 57 (1993), σελ. 23.

3. Ρωμ. ε', 12.

4. Γεν. β', 17.

5. Ματθ. κβ', 32· Μάρκ. ιβ', 27· Ιω. α, 4- ε', 26· ιβ', 25· ιδ', 6 κ.λ.π.

6. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Εις ΜΗ' Ψαλμόν, Ρ G 55, 230.

7. Στιχηρόν προσόμοιον τής Ακολουθίας του εξοδιαστικού των Μοναχών, στο Ευχολόγιον το Μέγα της κατά Ανατολάς Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας περιέχον τας των επτά μυστηρίων Ακολουθίας, τας των χειροτονιών τάξεις, κατά την εν τω αρχιερατικώ ερμηνείαν, την τε των εγκαινίων του ναού ακολουθίαν, κατά την εν Βουκουρεστίω εκδοσιν, ετέρας ακολουθίας και ευχάς, ως και τα Αποστολοευαγγέλια των επισημότερων εορτών, Σπουδη και Επιστασία Σπυρίδωνος Ζερβού Ιερομόναχου, Αρχιμανδρίτου του Οικουμενικού Θρόνου.

Νυν δε επανεκδιδόμενον εις Γ' Έκδοσιν υπό του Εκδοτικού Οίκου «ΑΣΤΗΡ» βάσει της εν Βενετία Β' εκδόσεως 1862 εκ της Ελληνικής Τυπογραφίας του Φοίνικος, Εκδοτικός Οίκος «ΑΣΤΗΡ» ΑΛ. & Ε. Παπαδημητρίου, Οδός Λ υκούργου 10 - Αθήναι, χ.ε. έκδ., σελ. 427.

8. Ματθ. κβ', 46.

9.Θεοφίλου Αντιοχείας, Προς Αυτόλυκον, Ρ G 6, 1093Β-1096Α.

10.Αθανασίου του Μεγάλου, Λόγος περί της ενανθρωπήσεως του Λόγου και της δια σώματος προς ημάς επιφανείας αυτού, Ρ G 25, 104 D - 105Α.

11.Ρωμ. ε, 12.

12. Α' Κορινθ. ιε', 22.

13.Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Ερμηνεία εις την προς Ρωμαίους επιστολήν, 74, 785 D .

14.Θεοφίλου Αντιοχείας, Προς Αυτόλυκον, Ρ G 6, 1092 C -1093Α.

15.Γρηγορίου του Θεολόγου, Λόγος ΑΠ, Εις τα Θεοφάνεια είτουν Γενέθλια Σωτήρος, Ρ G 36, 324 D .

16.Για τις τρεις μορφές τού θανάτου (πνευματικό, σωματικό ή φυσικό και αιώνιο) Κοντογιάννη Σπυρίδωνος, «Θάνατος. Δογματική», Πάπυρος - Λαρούς - Μπριτάνικα, 27 (1987), σελ. 276 - 277.

17. Η ταφή του Χριστού από τους δύο επίσημους Ιουδαίους , Ιωσήφ τον από Αριμαθαίας και Νικόδημο τον κρυφό μαθητή του Κυρίου, εξιστορείται και από τους τέσσσερεις Ευαγγελιστές (Ματθ. κζ', 57 - κη', 1-15· Μαρκ. ιε', 42 - ιστ 1-8- Λουκ. κγ', 50 - κδ', 1-12· Ιω. ιθ', 38 - κ', 1-18).

Κατά τη διδασκαλία τής Ορθόδοξης Εκκλησίας η ταφή του Σωτήρος αποτελεί τμήμα του απολυτρωτικού του έργου. Μέρος αναπαλλοτρίωτο της χριστιανικής πίστεως αποτελεί και η θριαμβευτική κάθοδος του στο βασίλειο του θανάτου «εις Άδου κάθοδος». Η διδασκαλία αυτή της Εκκλησίας στηρίζεται στην Αγία Γραφή και την Ιερή Παράδοση από τους αποστολικούς χρόνους μέχρι σήμερα.

Κατά τη χριστιανική πίστη δηλαδή, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός κατήλθε στον Άδη όχι από απλή φυσική ανάγκη, στην οποία υπόκεινται όλοι οι θνητοί, αλλά κατήλθε ελευθέρως και θριαμβευτικώς, ως κήρυκας της απολυτρώσεως προς αυτούς οι οποίοι πέθαναν πριν από αυτόν και ως καταλύτης του κράτους του θανάτου.

Έτσι στο σωτηριώδες γεγονός της ταφής του Χριστού συναντώνται και τα τρία αξιώματα του Κυρίου, το προφητικό που κατακλείεται με τη διδαχή του προς «τα εν φυλακή πνεύματα», το αρχιερατικό που επισφραγίζεται εδώ με τον ιλαστήριο θάνατο του και το βασιλικό, το οποίο με την ανάσταση του δεικνύει τη βασιλική του δύναμη και εξουσία, αφού συνανιστά μαζί του το ανθρώπινο γένος.

Από το γεγονός της ταφής του Χριστού η Εκκλησία ήταν και είναι πάντοτε υπέρ της ταφής των νεκρών. Μιμούμενη το παράδειγμα αυτό. ’άλλωστε, σύμφωνα με τη διδασκαλία της Αγίας Γραφής, το σώμα του ανθρώπου και ιδιαίτερα του χριστιανού θεωρείται «ναός του εν ημίν Αγίου Πνεύματος» (Α' Κορινθ. στ', 19), έχει δε καθαγιασθεί αυτό (το σώμα) με το Βάπτισμα, τη Θεία Ευχαριστία, τα λοιπά Μυστήρια και τις διάφορες αγιαστικές πράξεις της Εκκλησίας.

Κατά την πίστη της Εκκλησίας «ει τις τον ναόν του Θεού φθείρει, φθερεί τούτον ο Θεός» (Α' Κορινθ. γ', 17). ’άλλωστε, η πίστη στην ανάσταση των σωμάτων των νεκρών, κατά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, συνηγορεί υπέρ της ταφής των νεκρών.

Γι' αυτό και η Εκκλησία συνοδεύει την ταφή των μελών της με ευχές και δεήσεις, μνημόσυνα, τρισάγια κ.ά., διότι κατά το Σύμβολο της Πίστεως μας «προσδοκώμεν ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος». Κοντογιάννη Σπυρίδωνος, «Ταφή, Τάφος και ταφικά έθιμα (Εκκλ.)», Πάπυρος -Λαρούς - Μπριτάννικα, 57 (1993), σελ. 23.
18. Μ ansi Johannes Dominicus, Sacrorum Conciliorum nova et amplissima collectio , τόμ . 13, Craz 1960 2 , στ . 44-45. Πρβλ. και Οικονόμου Κωνσταντίνου, του εξ Οικονόμων, Σιωνίτης προσκυνητής, Αθήνησι 1850, σελ. 94-95.

Οικονόμου Ηλία, «Η θεολογία της τιμής προς τους Αγίους Τόπους», στο Εικοσιπενταετηρίς της αρχιερατείας της Α.Θ.Μ. του Πατριάρχου Ιεροσολύμων κ.κ. Διόδωρου του Α', Ε ν Ιεροσολύμοις 1988, σελ. 33.

Κοντογιάννη Σπυρίδωνος, «Το καθεστώς (status quo ) των Αγίων Τόπων μεταξύ των Λατινικών διεκδικήσεων και της Πανσλαβιστικής Προπαγάνδας», Επιστημονική Επετηρίς της Θεολογικής Σχολης του Πανεπιστημίου Αθηνών 30 (1995).

19. Ιγνατίου του Θεοφόρου, Επιστολή προς Εφεσίους, κεφ. XX , Ρ G 5, 661 Α.

20. Ιγνατίου του Θεοφόρου, όπ.π.

21. Γαλ. β', 20.

ΣΧΟΛΙΑ Β΄

(1) Ειρηναίου Λουγδούνων, Fragmenta Deperditorum Operum XII , PG 7 bis , 1233- 1236.

(2) Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Εἰς ΜΗ' Ψαλμόν, Ρ G 55, 230.

(3) Γεν. γ', 19. «Γῆ εἰ καί εἰς γῆν ἀπελεύσῃ» είναι και η τελευταία προ της απολύσεως του «Νεκρώσιμου Τρισάγιου» επί του τάφου και της καταθέσεως του κοιμηθέντος στον τάφο εκφώνηση του τελετουργού Ιερέα. Βλ. εν Μικρόν Εύχολόγιον ή ’γιασματάριον ( εκδ . Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος), Αθήναι 1992", σελ. 297.

(4) Κολοσσ. γ΄, 11.

(5)Ιεζεκιήλ λζ', 1-14. Πρβλ. και Τριώδιον κατανυκτικόν. Περιέχον άπασαν την ανήκουσαν αυτώ Ακολουθίαν της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής από της Κυριακής του Τελώνου και του Φαρισαίου μέχρι του Αγίου και Μεγάλου Σαββάτου, μετά των κατ' ήχον Τριαδικών ύμνων και Φωταγωγικών, Στιχηρών τε και Καθισμάτων διαφόρων, εν τω τέλει (εκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος), Εν Αθήναις 1994, σελ. 985-986.

(6)Β' Πέτρου γ', 13.

(7)Τιτ. α', 2. Πρβλ. και «Εὐχή εἰς κεκοιμημένον ἱερέα» στο Μικρόν Εὐχολόγιον ἤ Ἁγιασματάριον (εκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος), Αθήναι 1992", σελ. 258-259.

(8)Βλ. σημείωση 30 της παρούσης Ανακοινώσεως.

(9) Βλ. σημείωση 30 της παρούσης Ανακοινώσεως.

(10) Μαρτύριον Ἁγίου Πολυκάρπου, Ρ G 5, 1044Α. Πρβλ. Κοντογιάννη Σπυρίδωνος , «Αγιολογικά κείμενα, Μαρτύρια και βίοι (Εμφάνιση και μορφή)», στον τόμο Ο Ἅγιος καί ὁ Μάρτυρας στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας (εκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος), Αθήνα 1994, σελ. 101, σημ. 10. Φυτράκη Ανδρέου, ο π.π., σελ. 64-101.

Ελληνικές εκδόσεις του Μαρτυρίου του Αγίου Πολυκάρπου έγιναν υπό των: Παπαδοπούλου Χρυσοστόμου, Αρχιμ. (του κατόπιν Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος), «Μαρτύριον του Αγ. Πολυκάρπου», Εκκλησιαστικός Φάρος 1 (1908), σελ. 209-230. Αντωνιάδου Βασιλείου, Αρχιμανδρίτου, «Το Μαρτύριον του Ιερού Πολυκάρπου», Γρηγόριος ο Παλαμάς 17 (1933), σελ. 154-158, 235-239. Πενζά Β., «Μαρτύριον αγ. Πολυκάρπου», Κιβωτός 2 (1953), σελ. 69-74. ’λλες εκδόσεις του Μαρτυρίου και τη σχετική με αυτό βιβλιογραφία βλ. εν Παπαδοπούλου Στυλιανού, Πατρολογία, Τόμος Α', Εισαγωγή - Β' και Γ' αιώνας, Αθήνα 1977, σελ. 226-227 .

Και Χρήστου Παναγ., Ελληνική Πατρολογία, Τόμος Β', Γραμματεία της περιόδου των διωγμών, Θεσσαλονίκη 1977, σελ. 494-495. Φειδά Βλασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, Α', Αθήναι 1994, σελ. 286-288, όπου σημειώνονται τα εξής: «Το Μαρτύριον του Πολυκάρπου Σμύρνης περιγράφει με σαφήνεια την τιμή των πιστών προς τα ιερά λείψανα των μαρτύρων.

Κατά το Μαρτύριον, οι χριστιανοί εναπέθεταν τα λείψανα των μαρτύρων σε ιδιαίτερο τάφο, ο οποίος καθίστατο λατρευτικό κέντρο κατά τη γενέθλιο ήμερα του μάρτυρα. Οι χριστιανοί αντί της καύσεως των νεκρών προτίμησαν εξ αρχής τον ενταφιασμό, κατά το υπόδειγμα του ενταφιασμού του Ιησού Χριστού. Ενταφίαζαν τους νεκρούς τους στα κοιμητήρια των πόλεων, αλλά από τον Β' αιώνα άρχισαν να αποκτού ν ιδικά τους κοιμητήρια.

Η τιμή, την οποία εκδήλωναν οι χριστιανοί στους τάφους των μαρτύρων, οφειλόταν στη βαθειά πεποίθηση τους, ότι και μετά τον θάνατο υπήρχε στενή σχέση της ψυχής των μαρτύρων με τα λείψανα τους, τα οποία βρίσκονται στη γη.

Η τέλεση της θείας ευχαριστίας στον τάφο του μάρτυρα κατά τη γενέθλιο ημέρα συνδεόταν λοιπόν με την πεποίθηση, ότι η ψυχή του μάρτυρα συμμετείχε στην πνευματική συνεστίαση. ’λλωστε, η θεία ευχαριστία πολλές φορές ετελείτο και επί των τάφων απλών πιστών με την πίστη, ότι και η ψυχή του νεκρού συμμετείχε στα τελούμενα και στην απορρέουσα από αυτά χάρη.

Επί τη βάσει της παραδόσεως αυτής διαμορφώθηκαν και τα Μνημόσυνα υπέρ των κεκοιμημένων. Η τιμή προς τα λείψανα των μαρτύρων αποδιδόταν όχι μόνο σε ολόκληρα τα σώματα, αλλά και στα μέρη τους.

Οι χριστιανοί πίστευαν ότι ο διαμελισμός των ιερών λειψάνων δεν μείωνε την αγιαστική χάρη ή την αξία τους. Έτσι εξηγείται η εθιμική πράξη διαμελισμού των λειψάνων των μαρτύρων και των αγίων, εφ' όσον αυτά μετά το διατμηθῆναι καί κατακοπῆναι ἀποκτοῦν πλείονα χάρη καί μείζω τήν ροπήν. Παρά τις καταχρήσεις, οι οποίες είχαν διαπιστωθή, η Εκκλησία καταξίωσε τον διαμελισμό των ιερών λειψάνων».

(11) Ωριγένους, Εἰς Μαρτύριον προτρεπτικός λόγος, Ρ G 11, 601 Β.

(12)Η τοποθέτηση των αγίων Λειψάνων στην Αγία Τράπεζα και τα Αντιμήνσια υπενθυμίζουν τους χρόνους των διωγμών, όταν οι τάφοι των Μαρτύρων της πίστεως χρησίμευαν αντί Αγίας Τραπέζης. Τελούσαν δε επί των τάφων των Μαρτύρων, ως επί Αγίας Τραπέζης, την θεία Ευχαριστία.

Στηρίζεται δε η αρχαία αύτη συνήθεια επί του χωρίου της Αποκαλύψεως του Ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου, ο οποίος είδε «ὑποκάτω τοῦ θυσιαστηρίου τάς ψυχάς τῶν ἐσφαγμένων διά τόν λόγον τοῦ Θεοῦ καί διά τήν μαρτυρίαν ἥν εἶχον» (Αποκ. στ', 9), οι δε τόποι, όπου αύτοι αγωνίστηκαν υπέρ του Χριστού κατεστάθησαν ναοί Θεού και θυσιαστήρια. Για τον λόγο αυτό και η Εκκλησία κατά την Ακολουθία των Εγκαινίων ναού ψάλλει: «Μαρτύρων θεῖος χορός τῆς Ἐκκλησίας ἡ βάσις...».

Εὐχολόγιον τό Μέγα, οπ.π., σελ. 291-325. Πρβλ. και Φυτράκη Ανδρέου, ο π.π., σελ. 40-63. Φειδά Βλασίου , οπ.π., σελ. 287-288. Ανθίμου, Ιερομόναχου, Ἑρ μηνεία καί Ἀκολουθία εἰς Ἐγκαίνια Ναοῦ, Βουκουρέστιον 1703. Τρεμπέλα Π.Ν., Μικρόν Εὐχολόγιον, Τομ. Β', Ἀκολουθίαι καί τάξεις Ἁγιασμοῦ ὑδάτων, ἐγκαινίων, ὄρθρου καί ἑσπερινοῦ, κατά τούς ἐν Ἀθήναις ἰδία κώδικας, Αθήναι 1955, σελ. 103-146.

Βιολάκη Γεωργίου, Τυπικόν τῆς τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Εκκλησίας ὅμοιον καθ' ὅλα πρός τήν ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐγκεκριμένην ἔκδοσιν ἥτις δίς ἐξεδόθη ὑπό Κωνσταντίνου πρωτοψάλτου μέ πολλάς προσθήκας καί ἐπιδιορθώσεις..., Έ κδοσις Βασ. Δ. Σαλίβερος, Αθήναι χ.ε.ε., σελ. 409-418. Καλλινίκου Κωνσταντίνου, Ὁ Χριστιανικός Ναός καί τά τελούμενα ἐν αὐτῷ, Αθήναι 19582, σελ. 188-194.

Κοντογιάννη Σπυρίδωνος, «Δύο ἀνέκδοτα Ἀντιμήνσια», Θεολογία 44 (1973), σελ. 652-666. Του ιδίου, «Τά Ἀντιμήνσια τοῦ Σκευοφυλακίου τῆς ἐν Ἀθήναις Ἐξαρχίας τοῦ Παναγίου Τάφου», εν Ἀντίδωρον Πνευματικόν. Τιμητικός Τόμος ἐπί τῇ 50ετηριδι ἐπιστημονικῆς δράσεως καί τῇ 40ετηριδι καθηγεσίας καί ἐκκλησιαστικῆς δράσεως Γερασίμου Ἰω. Κονιδάρη, Αθήναι 1981, σελ. 170-195 + πιν. V (σελ. 740-744).

Του ιδίου , Ἡ νέα Συλλογή παλαιῶν Ἀντιμηνσίων τῆς ἐν Ἀθήναις Ἐξαρχίας τοῦ Παναγίου Τάφου καί γραπτός «πόλος» - κάλυμμα Ἁγ. Ποτηρίου, εν Αθήναις 1982. Μενεβίσογλου Παύλου, Αρχιμ. (νυν Μητροπολίτου Σουηδίας), Τό Ἅγιον Μύρον ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἀνατολικῇ Ἐκκλησίᾳ ἰδίᾳ κατά τάς πηγάς καί τήν πράξιν τῶν νεωτέρων χρόνων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου [= Ανάλεκτα Βλατάδων 14. Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών], Θεσσαλονίκη 1983, σελ. 211-216.

(13) Περί τῶν Ναῶν - Μαρτυρίων βλ. Μπαρνέα Ιωάννου, 7ο παλαιοχριστιανικόν Θυσιαστήριον, Εν Αθήναις 1940. Grabar Andr é, Martyrium. Recherches sur le culte desReliques et l'art chrétien antique. I Architecture. II. Iconographie et LXX planches relatives aux volumes I et II, Variorum Reprints, London 1972. Σωτηρίου Γεωργίου, Χριστιανική και Βυζαντινή Αρχαιολογία. Χριστιανικά Κοιμητήρια. Εκκλησιαστική Αρχιτεκτονική, Εν Αθήναις 1978 3 , σελ. 69 - 80. Αντουράκη Γεωργίου, «Αρχαία Μαρτύρια και Χριστιανικοί Ναοί.

Η επίδραση των Μαρτύρων στη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας», εν Ὁ Ἅγιος καί ὁ Μάρτυρας στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας (εκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος), Αθήναι 1994, σελ. 234-292. Του ιδίου, Χριστιανική Αρχαιολογία και Επιγραφική. Στοιχεία από την τέχνη της Ανατολής και Δύσεως, Αθήνα 1997, σελ. 165-168.

Του ιδίου, Θέματα Αρχαιολογίας και τέχνης, Α' τόμος: Εισαγωγή Χριστιανικής Αρχαιολογίας και Αγιογραφίας, Αθήνα 2000 2 σελ. 313-338. Krautheimer Richard , Παλαιοχριστιανική και Βυζαντινή αρχιτεκτονική (= Μετάφραση Φάνη Μαλούχου-Τουφάνο), (Εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης), Αθήνα 1991, κατά το Ευρετήριο (σελ. 665). Παλιούρα Αθανασίου, Εισαγωγή στη Βυζαντινή Αρχαιολογία (= Πανεπιστήμιον Ιωαννίνων), Ιωάννινα 1998, σελ. 35-38. 

Κοντογιάννη Σπυρίδωνος, «Αγιολογικά κείμενα. Μαρτύρια και Βίοι (Εμφάνιση και μορφή)», εν Ο Ἅγιος καί ὁ Μάρτυρας στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας (εκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος), Αθήναι 1994, σελ. 97-112.

(14) Διαταγαί τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, Η', 42. Πῶς δεῖ καί πότε γίνεσθαι τάς τῶν κοιμηθέντων πιστῶν μνείας, Ρ G 1, 1145Β - 1148Α. Πρβλ. και ΣΤ',30(988Α-992Α):«Ὅτι ἔθος Ἰουδαίοις τε καί Ἕλλησι συμπαρατηρεῖσθαι τάς φυσικάς καθάρσεις, καί τῶν τεθνεώτων τά λείψανα βδελύσσεσθαί Χριστιανῶν δέ ἀλλότριον.

Μή παρατηρεῖσθε οὖν τά ἔννομα καί φυσικά, νομίζοντες μολύνεσθαι δι' αὐτῶν μηδέ ἐπιζητεῖτε Ἰουδαϊκούς ἀφορισμούς, ἤ συνεχῆ βαπτίσματα, ἤ καθαρισμούς ἐπί θίξει νεκροῦ· ἀπαρατηρήτως δέ συναθροίζεσθε ἐν τοῖς κοιμητηρίοις, τήν ἀνάγνωσιν τῶν ἱερῶν βιβλίων ποιούμενοι, καί ψάλλοντες ὑπέρ τῶν κεκοιμημένων μαρτύρων.

Καί πάντων τῶν ἀπ' αἰῶνος ἁγίων, καί τῶν ἀδελφῶν ὑμῶν τῶν ἐν Κυρίῳ κεκοιμημένων καί τήν ἀντίτυπον τοῦ βασιλείου σώματος Χριστοῦ δεκτήν εὐχαριστίαν προσφέρετε ἐν τε ταῖς ἐκκλησίαις ὑμῶν, καί ἐν τοῖς κοιμητηρίοις· καί ἐν ταῖς ἐξόδοις τῶν κεκοιμημένων ψάλλοντες προπέμπε τε αὐτούς, ἐάν ὧσι πιστοί ἐν Κυρίῳ ·

«Τίμιος γάρ ἐ ναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τῶν ὁσίων αὐτοῦ »· καί πάλιν·«Ἐπίστρεψον ἡ ψυχή μου εἰς τήν ἀνάπαυσίν σου, ὅτι Κύριος εὐηργέτησέ σε»· καί ἐν ἄλλοις· «Μνήμη δικαίων μετ' ἐγκωμίων»· καί· «Δικαίων ψυχαί ἐν χειρί Θεοῦ».

Οἱ γάρ Θεῷ πεπιστευκότες, ἐάν καί κοιμηθῶσιν, οὐκ εἰσίν νεκροί· λέγει γάρ ὁ Σωτήρ τοῖς Σαδδουκαίοις· «Περί δέ τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν οὐκ ἀνέγνωτε τό γεγραμμένον, ὅτι· Ἐγώ ὁ Θεός Ἀβραάμ, καί ὁ Θεός Ἰσαάκ, καί ὁ Θεός Ἰακώβ; Οὐκ ἐστίν οὖν ὁ Θεός Θεός νεκρῶν, ἀλλά ζώντων· πάντες γάρ αὐτῷ ζῶσιν». Οὐκοῦν τῶν παρά Θεῷ ζώντων οὐδέ τά λείψανα ἄτιμα...

Ὅθεν καί ὑμεῖς, ὦ ἐπίσκοποι καί οἱ λοιποί, ἀπαρητηρήτως ἁπτόμενοι τῶν κεκοιμημένων μή νομίσητε μιαίνεσθαι, μηδέ βδελύσσεσθε τά τούτων λείψανα, περιιστάμενοι τάς τοιαύτας παρατηρήσεις, μωράς οὔσας· καί κοσμεῖτε ἑαυτούς ἐν ἁγιασμῷ καί σωφροσύν ῃ ὅπως μέτοχοι τῆς ἀθανασίας καί κοινωνοί τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ γένησθε, καί τήν ἐπαγγελίαν τοῦ Θεοῦ λάβητε, ἀναπαυόμενοι διά Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Σωτήρος αἰωνίως.

Τῷ οὖν δυναμένῳ ἀνοῖξαι τά ὦτα τῶν καρδιῶν ὑμῶν εἰς τό καταδέχεσθαι τά διηκονημένα τοῦ Θεοῦ λόγια διά τε τοῦ Εὐαγγελίου καί διά τῆς διδασκαλίας Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Ναζωραίου, τοῦ σταυρωθέντος ἐπί Ποντίου Πιλάτου καί Ἡρώδου, καί κοιμηθέντος καί ἀναστάντος ἐκ νεκρῶν, καί πάλιν ἐρχομένου ἐπί συντελείᾳ τοῦ αἰῶνος μετά δόξης καί δυνάμεως πολλῆς, καί τούς μέν νεκρούς ἀνεγείροντος, τῶ κόσμῳ δέ τέλος ἐπάγοντος, ἑκάστῳ δέ τά πρός ἀξίαν ἀ πονέμοντος· τῷ δόντι ἡμῖν ἀρραβῶνα τῆς ἀναστάσεως ἑαυτόν...».

(15) Τριώδιον, οπ.π., σελ. 48.

(16) Τριώδιον, οπ.π., σελ. 45-46. Πρβλ. και Τζέρπου Δημητρίου, Πρωτοπρεσβυτέρου, Η Ακολουθία του νεκρώσιμου Ευχελαίου κατά τα χειρόγραφα ευχολόγια του ΙΔ' - ΙΣΤ' αι. Συμβολή στην ιστορία και τη θεολογία της χριστιανικής λατρείας (Ίδρυμα Βυζαντινής Μουσικολογίας. Λατρειολογήματα 1), Αθήνα 2000.

(17) Τιτ. Α΄ , 2.

(18) Για την Ελλάδα, βλ. Κονταξή Αθανασίου, Ποινικός Κώδικας (Έκδοση «Ποινικών Χρονικών»), Αθήνα 1992, άρθρα 201 και 255, σελ. 162 και 255 αντιστοίχως. Κακαλή Π.- Κουράκη Ν.-Μάγγανα Αντ.-Φαρσεδάκη Ιακ., Ποινικός Κώδικας. Σχόλια - Νομολογία - Βιβλιογραφία - Αιτιολογικές εκθέσεις και Σύνταγμα τον 1975/1986. Τόμος Πρώτος. Συνταγματικά κείμενα και άρθρα 1 - 206 Ποιν. Κώδικα. Επεξεργασία: Νέστωρ Κουράκης και Πέτρος Κακαλής. Επιμέλεια Ύλης:

Αθηνά Καραμανλή - Μπαρουτάκη. Νομική Βιβλιοθήκη - Χάρης Καρατζάς, Αθήνα 1995, σελ. 988 - 989. Τόμος Δεύτερος. ’ρθρα 207 - 473 Ποινικού κώδικα. Επεξεργασία: Ιάκωβος Φαρσεδάκης και Πέτρος Κακαλής, Αθήνα 1995, σελ. 1621.Πρβλ. και άρθρο 116 Σ.Π.Κ. Βλ. και Ζημιανίτης Δημήτριος (Επιμέλεια), Κώδικες Νομικής Βιβλιοθήκης.
Ποινικός Κώδικας. Δημοσιεύματα - Νομολογία (= Νομική Βιβλιοθήκη), Αθήνα 2000, σελ. 262 και 438. Αναγνωστοπούλου Ηλία-Βαθιώτη Κωνσταντίνου (Επιμέλεια), Ποινικός κώδικας, Ε κδ. Ποινικά Χρονικά. Σεπτέμβριος 1999 (εκδ. Δίκαιο και Οικονομία Π.Ν. Σάκκουλας), Αθήνα 1999, σελ. 99 και 168-169. Πρβλ. και Ντάντη Στυλιανού, Απειλητικαί εκφράσεις εις τας Ελληνικάς επιτύμβιους παλαιοχριστιανικάς επιγραφάς.

Επιγραφική συμβολή εις την έρευναν πλευρών του παλαιοχριστιανικού βίου, Αθήναι 1983. Πρβλ. και Χριστοφιλοπούλου Αναστασίου, Δ ίκαιον και Ιστορία. Μικρά Μελετήματα, Αθήναι 1973, σελ. 300-301. Μαντζουνέα Ευαγγέλου, Πρωτοπρεσβυτέρου, Εκκλησιαστικόν Ποινικόν Δίκαιον, Αθήναι 1979, σελ. 288-290.

(19) Για το εκκλησιαστικό έγκλημα της τυμβωρυχίας και τους κολάζοντες αυτό Ιερούς Κανόνες βλ. εν Καρανικόλα Παντελεήμονος, Μητροπολίτου Κορίνθου, Κλείς τῶν Ἱερῶν Κανόνων τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (Εκδοτικός Οίκος «ΑΣΤΗΡ», Αλ. και Ε. Παπαδημητρίου), Αθήναι 1970, σελ. 450. Φειδά Βλασίου, Ἱ εροί Κανόνες καί Καταστατική νομοθεσία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Αθήναι 1997.

Αγαπίου, Ιερομόναχου - Νικόδημου, Μονάχου, Πηδάλιον τῆς νοητῆς Νηός τῆς Μίας Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησίας ἤτοι ἅπαντες οἱ Ἱεροί καί Θεῖοι Κανόνες..., (Εκδοτικός Οίκος «ΑΣΤΗΡ», Αλ. και Ε. Παπαδημητρίου), Αθήναι 1990. Αλιβιζάτου Αμίλκα, Οἱ Ἱεροί Κανόνες καί οἱ Ἐκκλησιαστικοί Νόμοι (=Βιβλιοθήκη Αποστολικής Διακονίας 19), Εν Αθήναις 1949. Για το εκκλησιαστικό έγκλημα της τυμβωρυχίας γενικότερα βλ. Χριστινάκη Π. Ε., Η απόπειρα Εκκλησιαστικού εγκλήματος, Αθήναι 1978, σελ. 542-551. Χριστοφιλοπούλου Αναστασίου, οπ.π., σελ. 300-301. Μαντζουνέα Ευαγγέλου, Πρωτοπρεσβυτέρου, οπ.π., σελ. 288-290.

(20) Γρηγορίου του Θεολόγου, Κατά Ιουλιανού, Ρ G 35, 701ΑΒ.

(21) Γρηγορίου Νύσσης, Περί κατασκευής a νθρώπου, Ρ G 44, 136Β C . Βατσικούρα Κυριάκου (Γκάρυ), Η έννοια του θανάτου κατά τον ’γιο Γρηγόριο Νύσσης (εκδ. «Επέκταση»), Κατερίνη 1999, σελ. 91. Πρβλ. και Σκουτέρη Κωνσταντίνου, Συνέπειαι της πτώσεως και Λουτρόν παλιγγενεσίας (Εκ της ανθρωπολογίας του αγίου Γρηγορίου Νύσσης), Διατριβή επί Υφηγεσία, Αθήναι 1973, σελ. 28-31. Καραβιδόπουλου Ιωαν ., «Εικών Θεού» και «Κατ' εικόνα» Θεού παρά τω Αποστόλω Παύλω. Αι Χριστολογικαί βάσεις της Παυλείου Ανθρωπολογίας, Θεσσαλονίκη 1964.

Δημοσίευση σχολίου