09 Μαρτίου, 2017

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΚΑΥΣΕΩΣ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ

 

«Η προτίμηση της καύσεως ή της ταφής των νεκρών δεν εξαντλείται στο επίπεδο της λογικής ή της γραφειοκρατίας, αλλά ανάγεται στο βάθος της υπάρξεως του ανθρώπου· ανάγεται στη στάση του απέναντι στο οριακό φαινόμενο της υπάρξεώς του, τον θάνατο.

Και το νόημα που προσδίδει ο άνθρωπος στον θάνατο αποτυπώνεται στη μία ή την άλλη προτίμησή του. Η ταφή των νεκρών δεν αποτελεί δογματικό θέμα με την έννοια κάποιου δογματικού όρου. Η ανάσταση των νεκρών, στην οποία πιστεύει η Εκκλησία, δεν θα εξαρτηθεί από την ταφή ή την καύση τους. Αλλά και, από την άλλη πλευρά, η ταφή των νεκρών δεν είναι άσχετη με τη δογματική πίστη της Εκκλησίας.

Η προτίμηση της ταφής και η απόρριψη της καύσεως των νεκρών συνδέονται στενά με την πίστη της Εκκλησίας για τον άνθρωπο και τον σκοπό της υπάρξεώς του. Όποιος βλέπει το νεκρό σώμα ως λείψανο, ως σεβαστό δηλαδή κατάλοιπο της ανθρώπινης υπάρξεως, θέλει να το τιμήσει. 

Και στην περίπτωση αυτή, η ταφή ή στη συνέχεια η διατήρηση των οστών είναι ιερή. Άλλωστε, γνωρίζουμε σήμερα ότι και τα ξερά οστά διατηρούν ζωντανή τη βιολογική ταυτότητα του νεκρού, αλλά όχι η στάχτη.

Όποιος όμως βλέπει το νεκρό ανθρώπινο σώμα ως μακάβριο πτώμα είναι φυσικό να το αποστρέφεται και να θέλει να το εξαφανίσει. Δεν διακρίνει σύμβολα, αλλά φυσικά αντικείμενα, με χρηστική ή και χρηματιστική αξία.

Λησμονεί την καρδιά και σκέφτεται λογικά. Με την προβληματική, μάλιστα, των μεγάλων αστικών κέντρων, θεωρεί λογικότερη και πρακτικότερη την καύση των νεκρών. 

Το μόνο λογικό κενό που παραμένει εδώ είναι γιατί να υπάρχει μια άσκοπη καύση, χωρίς ταυτόχρονη χρήση του υλικού που μπορεί να προκύψει από το νεκρό σώμα. Σε ολόκληρη την ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης και της αδιαίρετης Χριστιανοσύνης, η καύση των νεκρών αντιμετωπίζεται ως ειδωλολατρική συνήθεια και θεωρείται αποκρουστική πράξη.

Ειδικότερα, ο διά πυράς θάνατος συνδέεται στην Παλαιά Διαθήκη με ειδεχθή εγκλήματα. Η Καινή Διαθήκη θεωρεί αυτονόητη την ταφή των νεκρών, ενώ στην ιστορία της Εκκλησίας μόνο διώκτες της κατέφυγαν στην αποτέφρωση των σωμάτων των Χριστιανών, για να εξαφανίσουν τη μνήμη τους και να πλήξουν την ελπίδα της αναστάσεώς τους.

 Κατά τους νεότερους, τέλος, χρόνους, η καύση των νεκρών εφαρμόσθηκε και ως κάποια μορφή εξαγνισμού του κόσμου από την παρουσία τους. Η θέληση για εξαφάνιση ή διατήρηση του νεκρού σώματος στον τάφο συνδέεται άμεσα με την τοποθέτηση του ανθρώπου απέναντι στον θάνατο.

Όταν κάποιος επιθυμεί να λησμονήσει τον θάνατο, είναι φυσικό να θέλει να εξαφανίσει καθετί που συνδέεται με αυτόν ή τον θυμίζει. Και σε αυτό θωρακίζεται από τα σχετικά συστήματα της κοινωνίας μας. Όλα βοηθούν στην αποσιώπηση του θανάτου. Μέσα στο κλίμα αυτό, είναι φυσικό να επιδιώκεται και η εξαφάνιση του νεκρού ανθρώπινου σώματος.

Η ταφή στο μνήμα διατηρεί τη μνήμη· τη μνήμη του νεκρού, αλλά και του θανάτου. Και για να διατηρεί κάποιος τη μνήμη αυτή, χωρίς να βασανίζεται, χρειάζεται να πιστεύει στη νίκη εναντίον του θανάτου.

Ο Χριστιανός πιστεύει στη νίκη αυτή και περιμένει την ανάσταση: «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών». Περιμένει την ανάσταση που αφορά ολόκληρη τη σωματοψυχική του υπόσταση.

Περιμένει την ανάσταση του καινούργιου ανθρώπου μέσα από το σώμα που φθείρεται, όπως περιμένει και το καινούργιο σιτάρι μέσα από τον σπόρο που σαπίζει στη γη.

Όταν υπάρχει η πίστη ή η προσδοκία αυτή, τότε και η στάση απέναντι στον θάνατο και το νεκρό σώμα είναι ανάλογη.Και αυτή εμπνέει το ήθος που καλλιεργήθηκε επί αιώνες στον τόπο αυτόν, ενώ η καύση εισάγει νέο ήθος.

 Η καύση των νεκρών 
Δεν προσβάλλει άμεσα το δόγμα της Αναστάσεως. Προσβάλλει όμως το αίσθημα και το ήθος που καλλιεργεί το δόγμα αυτό. Παραμορφώνει την προοπτική και την προσδοκία της Εκκλησίας για τον άνθρωπο. 

Έτσι θίγεται και το δόγμα, καθώς είναι οργανικά ενωμένο με το ήθος και τη ζωή της Εκκλησίας. Στον τόπο αυτόν, όπου δεν ήταν άγνωστη η καύση των νεκρών, καθιερώθηκε με τη χριστιανική διδασκαλία και διατηρήθηκε στη συνέχεια ως αυτονόητη η ταφή των νεκρών. 

Μια πράξη συμβολική, που παραλληλίζεται μάλιστα από τον Απόστολο Παύλο με τη σπορά του κόκκου του σιταριού και συνδέεται με την προσδοκία της καινούργιας ζωής.

Όταν σβήνει η προσδοκία αυτή, χάνει και η ταφή τη συμβολική διάστασή της. Η γλώσσα κάθε λαού φανερώνει με άμεσο τρόπο το αίσθημα και το ήθος του. Το αίσθημα και το ήθος μας απέναντι στους νεκρούς αποτυπώθηκε ανεξίτηλα στη γλώσσα μας.

Και η αποτύπωση αυτή έχει ιδιαίτερη σπουδαιότητα, γιατί διατηρείται ζωντανή έως σήμερα στην καθημερινή μας ζωή. Στη γλώσσα μας λοιπόν ο νεκρός χαρακτηρίζεται «κεκοιμημένος» και το νεκροταφείο «κοιμητήριο».

Ποτέ δεν σκέφτεται κάποιος να κάψει αυτόν για τον οποίο έχει το αίσθημα ότι κοιμάται, εκτός αν τον μισεί θανάσιμα. Επιπλέον, ο νεκρός ονομάζεται συγχωρημένος. Και το ρήμα «πέθανε» έχει ως συνώνυμό του το «συγχωρήθηκε».

Η συγχώρηση αποτελεί μεγαλειώδη σύνθεση αισθήματος και ήθους. Ήθους, γιατί μας συμφιλιώνει με αυτόν που συγχωρείται. Και αισθήματος, γιατί αυτός που συγχωρείται γίνεται αποδεκτός στον εσωτερικό χώρο της προσωπικής μας ζωής.

Ο νεκρός που συγχωρείται προσλαμβάνεται στον χώρο της προσωπικής ζωής των ζωντανών. Παραμένει στη μνήμη τους. Γίνονται μνημόσυνα γι’ αυτόν και μάλιστα σε τακτά χρονικά διαστήματα, που συνδέονται και με τις διάφορες φάσεις αλλοιώσεως του σώματος.

Ο τάφος είναι μνήμα, δηλαδή τόπος μνήμης και επισκέψεως για όσους αγάπησαν και συγχώρησαν τον νεκρό. Έτσι εξακολουθεί να υπάρχει ως «συγχωρημένος». Και η μνήμη του διασώζεται όσο υπάρχουν ζωντανοί που τον θυμούνται.

Αλλά τελικά όλοι οι νεκροί «συγχωρούνται», γιατί διασώζονται στο πρόσωπο του Χριστού, που είναι ο αιωνίως ζων, «ο ων και ο ην και ο ερχόμενος». Όταν υπάρχει το αίσθημα και το ήθος αυτό, δεν προβάλλεται θέμα χωροταξικού αδιεξόδου για την ταφή των νεκρών, όπως δεν προβάλλεται τέτοιο θέμα όταν χρειάζεται να καλυφθούν άλλες ζωτικές ανάγκες της κοινωνίας.

Η αίσθηση της ανάγκης να διατηρηθεί ζωντανή η μνήμη των νεκρών βρίσκει τους τόπους και τους τρόπους για την ικανοποίησή της. Η μνήμη των νεκρών μάς θυμίζει τις ρίζες μας, την παράδοσή μας, το χρέος μας απέναντι σε αυτούς και τους επιγόνους τους.

Η λήθη των νεκρών αφήνει μετέωρη την κοινωνία των ζωντανών. Η κοινωνία μας, αλλά και ολόκληρη η ζωή μας είναι αδιανόητη χωρίς τους νεκρούς. Η γλώσσα μας, η πατρίδα μας, τα ήθη και έθιμά μας, ο πολιτισμός μας, η ίδια η ύπαρξή μας προέρχεται από αυτούς.

Οι τάφοι και τα λείψανά τους είναι σεβαστά, ακόμα και ιερά. Η αποτέφρωσή τους δεν μπορεί να μην αντανακλάται και σε αυτά που μας κληροδότησαν. Ο Χριστιανισμός διδάσκει ότι η ύπαρξή μας ανήκει στον Θεό. Γι’ αυτό και μας προτρέπει να Τον δοξάζουμε, όχι μόνο με το πνεύμα, αλλά και με το σώμα μας. 

Αλλά και η κοινή εμπειρία μάς διδάσκει ότι δεν έχουμε από τον εαυτό μας την ύπαρξή μας, αλλά τη δεχόμαστε από έξω. Η γέννησή μας, η διατήρηση και η αύξησή μας συνδέονται με τους άλλους ανθρώπους και με το φυσικό μας περιβάλλον. Βέβαια, είμαστε ελεύθεροι και υπεύθυνοι για τις επιλογές και τη συμπεριφορά μας.

Η άκριτη όμως και απεριόριστη επίκληση της ελευθερίας και της αυτεξουσιότητας ούτε λογική ούτε ανθρώπινη είναι. Κανείς δεν μας ρώτησε αν θέλουμε να γεννηθούμε και δεν θα μας ρωτήσει αν θέλουμε να πεθάνουμε.

Κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει τους φυσικούς και βιολογικούς του περιορισμούς και να παραθεωρήσει τις υποχρεώσεις και τις δεσμεύσεις που συνεπάγεται η ιδιότητά του ως κοινωνικού όντος.

Και όμως, συχνά παρακάμπτουμε ορισμένα αυτονόητα και χρησιμοποιούμε τις έννοιες της ελευθερίας και γενικότερα των δικαιωμάτων μας με σοφιστικό τρόπο. Η εύρεση της χρυσής τομής ανάμεσα στην ατομική ελευθερία και την κοινωνική εξάρτηση είναι δύσκολη ή και επώδυνη, αλλά ταυτόχρονα απαραίτητη και ιδιαίτερα επίκαιρη. 

Και όταν στην προβληματική αυτή προστεθεί η μεταβλητή του θανάτου, τα πράγματα γίνονται δυσχερέστερα. Ειδικότερα, στο θέμα της καύσεως των Ορθοδόξων υπάρχει ένα λεπτό σημείο. Μπορεί κάποιος να ζητήσει να καεί μετά τον θάνατό του. Η καύση του όμως θα πραγματοποιηθεί από ανθρώπους που θα βρίσκονται στη ζωή.

Και αυτοί είναι πολύ πιθανό - και στον τόπο μας, ίσως βέβαιο- να έχουν αντιλήψεις που έρχονται σε αντίθεση με την επιθυμία του εκλιπόντος. Πώς λοιπόν θα υποχρεωθούν να εκπληρώσουν την επιθυμία του εκλιπόντος;

Και κατά πόσο η ατομική επιθυμία εκείνου, που εδώ εκφράζει μια τοποθέτηση απέναντι στο ανθρώπινο σώμα, δεν παραβιάζει την ελευθερία της συνειδήσεως εκείνων που είναι τοποθετημένοι διαφορετικά;

Παραπονούμαστε ότι ο ιστός της κοινωνίας μας τείνει να διαλυθεί. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να ενισχύσουμε τη διάλυσή του. Το αίτημα των ετεροδόξων είναι σεβαστό. Άλλωστε, και αυτό εκφράζει επιθυμία συντονισμού με τη δική τους εκκοσμικευμένη κοινωνία.

Ο ίδιος νόμος στη δική μας κοινωνία θα λειτουργήσει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ενώ εκείνοι θα συντονισθούν με τους δικούς τους, εμείς θα αποσυντονιστούμε μεταξύ μας. Θα θεσμοποιήσουμε μια αποκλίνουσα συμπεριφορά στην κοινωνία μας.

Και η θεσμοποίηση αυτή θα δημιουργήσει την εντύπωση της δικαιώσεώς της. Ασφαλώς και η αποκλίνουσα συμπεριφορά δεν μπορεί να απαγορευθεί, ιδίως μάλιστα από την Εκκλησία, που προασπίζεται πάντοτε την ανθρώπινη ελευθερία.

Η Εκκλησία δεν επιβάλλει την πίστη και τις τελετές της σε όσους είναι ξένοι προς αυτήν. Αλλά και όσοι είναι ξένοι προς αυτήν δεν μπορούν να απαιτούν από εκείνη να ευλογεί τις αυθαίρετες επιλογές τους».
----------------
Σκέψεις του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Μεσογαίας κ. Νικολάου 
για Ταφή η καύση:

Υπάρχουν δυό βασικές αλήθειες για την Ορθόδοξη χριστιανική πίστη σχετικά με τον άνθρωπο.

Η πρώτη είναι ότι ο άνθρωπος έχει ψυχοσωματική οντότητα και η δεύτερη ότι η ψυχή του είναι αιώνια στη φύση της. Το σώμα του είναι αδιάρρηκτα συνδεδεμένο με την ψυχή του και η ψυχή με την θεική πραγματικότητα.

Η Εκκλησία δεν έχει μόνο διδασκαλία περί της ψυχής, αλλά βαθιά εμπειρία της.Δεν έχει απλά άποψη επί του θέματος έχει βίωση αληθείας. Η αποκάλυψή της δεν της προσφέρεται μόνον διδακτικά, αλλά της επαληθεύεται βιωματικά. 

Δεν λέει αυτό που ξέρει αλλά μεταγγίζει αυτό που ζεί. Όταν βλέπει τον άνθρωπο, τον κάθε άνθρωπο, δεν αντικρίζει σ᾿ αυτόν μόνο το σώμα του η τη χρονική παρουσία του, αλλά βλέπει την εικόνα του Θεού να αντικατοπτρίζεται στην ψυχή του και διακρίνει την αιώνια διάστασή του. 

Αυτό πως να το αρνηθεί η Εκκλησία; Άνθρωπος δεν είναι το σώμα, η υγεία, αυτό που βλέπουμε. Ούτε πάλι η ψυχή ως διάθεση, ως ψυχισμός, ως έκφραση των εγκεφαλικών λειτουργιών, ως φυσικό στοιχείο συμπεριφοράς – αυτό που αντιλαμβανόμαστε.

Ο θησαυρός της ανθρώπινης υπόστασης είναι η ψυχή ως πρόσωπο, ως εικόνα της θεϊκής δόξης, ως αυτεξούσιο, ως δυνατότητα μετοχής στην αιωνιότητα, ως χάρις αυθυπέρβασης.

Κάθε τι που σχετίζεται με την ψυχή αποτελεί ιερό γεγονός η στοιχείο έχει να κάνει με την σωτηρία, τον εξαγιασμό, την ένωση με τον Θεό, την βίωση της αιώνιας προοπτικής του ανθρώπου. Αυτό είναι το στοιχείο που, επειδή είναι υπαρκτό καθιστά τον άνθρωπο ιερό.

Η ψυχή με αυτήν την έννοια, περιφρουρείται μέσα στο σώμα που το μεταμορφώνει σε ναό. Το σώμα που διαφυλάσσει το θησαυρό της ψυχής δεν είναι φυλακή.

Ένα σώμα όμως που εν ζωή δεν το σεβαστήκαμε, ούτε καν φιλόζωα το διατηρήσαμε, που βιολογικά μεν το περιποιηθήκαμε στα εργαστήρια, ουσιαστικά όμως το καταστρέψαμε στην πρακτική της ζωής ένα σώμα.

Στο οποίο η ιατρική δεν καλείται να θεραπεύσει μόνο τις συνέπειες της φυσιολογικής φθοράς επάνω του, αλλά και του ανορθόδοξου τρόπου και της αντίληψης ζωής μέσα του, ένα σώμα που η ίδια η ψυχή μας το αγνόησε.

Και αντί μαζί του να επιτελέσει τον ιερουργικό σκοπό της, ικανοποίησε τις φιλήδονες τάσεις και τις αμαρτωλές διαθέσεις της - και μάλιστα με την αποδοχή και νομική κάλυψη της κοινωνίας -, αυτό το σώμα είναι εύκολο αυτή η κοινωνία και ψυχή να θέλουν να το κάψουν για να ολοκληρώσουν το έργο τους και να εξαφανίσουν την ασέβειά τους.

Για την Εκκλησία τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Το σώμα, όσο ο άνθρωπος είναι εν ζωή, το βλέπει ως θυσιαστήριο. Γι᾿ αυτό και η βάναυση επέμβαση επάνω του και η υποταγή του στις ορμές, που δουλώνουν το αυτεξούσιο, δηλώνουν ασέβεια και αποτελούν βεβήλωση και αμαρτία.

Η συντήρηση και τροφοδοσία του γίνεται πάντοτε με προσευχή προσευχές της τραπέζης - η φροντίδα της υγείας του που συνδυάζεται με μυστήριο – το ευχέλαιο-, η αναπαραγωγή του με άλλο μυστήριο – το γάμο - και τέλος ο εξαγιασμός του επιτυγχάνεται με την μετάληψη του σώματος και του αίματος του Χριστού.

Μόλις ο άνθρωπος πεθάνει, το σώμα του γίνεται λείψανο. Τότε αυξάνει και ο σεβασμός μας σ᾿ αυτό. Το λείψανο αποτελεί την ανάμνηση μίας ιερουργίας που μέσα του επιτελείτο – της σωτηρίας της ψυχής- και την υπόμνηση μίας άλλης που τώρα «αγνώστως» συνεχίζεται έξω από αυτό- της δόξης της ψυχής.

Το σώμα δεν περιμένει την καταστροφή του, αλλά την «ετέρα μορφή του» (Μαρκ. ιστ12), την αναμόρφωσή του «εις το αρχαίον κάλλος». Αυτή είναι η αιτία που η Εκκλησία προσεγγίζει το σώμα με ιδιαίτερο σεβασμό και αισθήματα ιερά. Δεν καίμε τους ναούς, πολλώ δε μάλλον τους έμψυχους ναούς.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι το σώμα είναι κάτι που δεν εγγίζεται και στο οποίο αρνούμεθα κάθε παρέμβαση. Το σώμα είναι το υποκείμενο στη φθορά στοιχείο του ανθρώπου. Η φυσική φθορά είναι η ισχυρότερη ίσως υπόμνηση της πτωτικής μας φύσεως.

Κάθε βίαιη κίνηση που συνηγορεί στη συρρίκνωσή του, προσβάλλει και την ψυχή. Για τον λόγο αυτό, στο σώμα παρεμβαίνουμε μόνο θεραπευτικά, αναστέλλοντας την εξέλιξη της φθοράς, όταν και όσο μπορούμε.

Η διαδικασία της πρέπει να είναι εντελώς φυσική και ποτέ εξαναγκασμένη. Την αναλαμβάνει μόνον ο Θεός μέσα από τις συνθήκες που ο ίδιος προνοεί η η φύση μέσα από την ευθύνη που της έχει ανατεθεί. Αυτός είναι ένας άλλος λόγος που η Εκκλησία μας αρνείται την καύση των νεκρών.

Αφήνει στη φύση να αναλάβει την ευθύνη της φθοράς του σώματος. Δεν το καίει, αλλά το αφήνει να σβήσει. Αυτό σημαίνει ότι από τη στιγμή που η φύση επιτρέπει να μείνει κάποιο υπόλειμμα, αυτό έχει το λόγο του.

Όταν και η φύση αρνείται την ολοσχερή διάλυσή του ανθρωπίνου σώματος, τότε η νομοθετημένη καύση του δεν είναι πράξη επιλήψιμης βίας; Τα οστά υπαινίσσονται ότι τα σώματα έχουν μεν όλα μία ομοιότητα, αλλά έχουν και διαφορές. Άλλα είναι τα κοκαλάκια ενός μικρού παιδιού στη θέα τους και άλλα ενός ενήλικα. Άλλα ενός ανθρώπου και άλλα κάποιου ζώου.

Όταν όμως καούν, η στάχτη εξομοιώνει τα πάντα. Και στην περίπτωση αυτή που διατηρείται και δεν σκορπίζεται, δεν διακρίνονται οι διαφορές, έχουν εξαλειφθεί για πάντα.

Μαζί με τα χαρακτηριστικά του προσώπου, έχει εξαφανιστεί και η εικόνα του ανθρώπου μόλις δε σκορπιστούν και τα υπολείμματα της στάχτης,μαζί με τα ψήγματα του κοινωνικού σεβασμού, οριστικοποιείται και η διαγραφή κάθε ίχνους παρουσίας του. 

Ο υπαρκτικός θάνατος έχει προσυπογράψει τον φυσιολογικό.Το υπόλειμμα του ανθρώπου δεν είναι η ισοπέδωση και η απουσία, αλλά η ταυτότητα και του είδους και του προσώπου και η παρουσία. 

Ο αγώνας να διατηρήσουμε τα οστά, τα λείψανα, ο,τι περισσότερο από τον άνθρωπο μπορούμε σ᾿ αυτόν τον κόσμο, ισοδυναμεί με την ανάγκη μας να διατηρηθεί όσο περισσότερο γίνεται το πρόσωπό του στον άλλο.

Ο σεβασμός μας στα νεκρά λείψανα πιστοποιεί την πίστη μας στην αθάνατη ψυχή. Οι νεκροί δεν είναι «πεθαμένοι» αλλά κεκοιμημένοι. Τοποθετούνται με σεβασμό στον τάφο, στραμμένοι προς ανατολάς με την προσδοκία της αναστάσεώς τους.

Η Εκκλησία συνειδητά αρνείται τον όρο «νεκροταφεία» και επιμένει στον όρο «κοιμητήρια». Και το κάνει αυτό όχι για λόγους ψυχολογικού -για να μην αγριεύουμε- αλλά για λόγους καθαρά πνευματικούς: νεκρός δεν σημαίνει τελειωμένος (που έχει τελειώσει) αλλά τετελειωμένος (που έχει τελειωθεί).

Τέλος δεν σημαίνει λήξη, αλλά τελείωση. Τα οστά των νεκρών αποτελούν ανάμνηση της παρελθούσης ζωής τους, ενθύμηση της παρούσης καταστάσεώς τους, αλλά και υπόμνηση της μελλούσης προοπτικής μας. Αυτά με κανένα νόμο δεν καίγονται.

Η Εκκλησία δεν τιμά το σώμα και χωριστά την ψυχή, αλλά τον σύνδεσμο των δυό, τον άνθρωπο ως όλον. Στον κίνδυνο να ξεχαστεί ο άνθρωπος, επειδή δεν φαίνεται η ψυχή του, διατηρούμε το σώμα, που δεν μας την θυμίζει μόνο όταν λειτουργεί αλλά και όταν απλά υπάρχει.

Η οριστική καταστροφή του σώματος, η καύση του, δεν είναι καύση νεκρού ανθρώπου -κάτι που καίγεται – αλλά προσπάθεια καύσης της ζωντανής ψυχής του, κάτι που δεν καταστρέφεται. Η ψυχή ζεί. Αυτό φαίνεται από το ότι τα λείψανα έχουν ζωή όχι βιολογική βέβαια αλλά κάποιας μορφής πνευματική, που όμως διαπιστώνεται. 

Όταν έχουμε άτομα που η βίωσή τους της πνευματικής πραγματικότητος ήταν τόσο έντονη ώστε και από τότε που ζούσαν εν χρόνω την παχύτητα αυτού του κόσμου, αυτά να λειτουργούν στις συχνότητες του άλλου, τότε ο θάνατός τους είναι κοίμηση που αποτυπώνεται στα λείψανά τους.

Είναι πολύτιμη εμπειρία της Εκκλησίας, διαρκώς επαληθευόμενη, ότι πλείστα όσα εξ αυτών εμφανίζουν ιδιάζουσα χάρι. Είναι γνωστό ότι συχνά τα λείψανα των αγιορειτών μοναχών.

Αλλά και των άλλων εξαγιασμένων ανθρώπων που η ζωή τους τίμησε το σώμα και η ψυχή τους φανέρωσε μεγαλύτερη ευρωστία και ζωτικότητα από αυτό, διατηρούν μία εντυπωσιακή ευκαμψία για ώρες μετά θάνατον. Δεν κοκαλώνουν!

Αλλά και η αποδεδειγμένη ευωδία, το κέρινο χρώμα τους, η θαυματουργική χάρι τους η ή φυσική αφθαρσία ολόσωμων αγίων, στοιχεία ασυνήθη και φυσικώς ανεξήγητα, είναι αναμενόμενα φαινόμενα της πνευματικής πραγματικότητος.

Αυτά τα λείψανα, για την ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση και συνείδηση, αποτελούν περιουσία πολυτιμότερη και από τη διδασκαλία της θησαυρούς αναγκαιότερους και από τα σκεύη της. 

Στα λείψανα των μαρτύρων της εδράζονται οι άγιες τράπεζές της. Αν αυτά κάψει, θα έχει ήδη θυσιάσει τα ιερά θυσιαστήριά της θα έχει καταστρέψει τα ζωτικά σπλάχνα της.

Η ψυχή υπάρχει, ζεί και αναγνωρίζει το σώμα της και μετά θάνατον. Βλέπει και μπορεί να αντικρύσει την καύση του. Άραγε θα την εγκρίνει; Η ίδια στην κατάσταση που είναι δεν βλάπτεται από τις δικές μας ενέργειες ούτε και όταν της καταστρέφουν το δικό της σώμα.

Η ασέβεια επάνω της όμως φθείρει εμάς. Το ηθικό κριτήριο σε μία τόσο καίρια απόφαση για την Εκκλησία είναι πνευματικό δεν έχει να κάνει με τις επιλογές μίας πεθαμένης κοινωνίας, μίας κοινωνίας που αρνείται την αθανασία της, αλλά με τις προτιμήσεις της αθάνατης ψυχής, της ψυχής που επιβεβαιώνει την αιωνιότητά της.

Αν μας ρωτούσαν πως θα προτιμούσαμε να φύγει απ᾿ αυτόν τον κόσμο κάποιος δικός μας: από εγκεφαλική αποπληξία, από καρδιακή ανακοπή, με παραμορφωτικά εγκαύματα, η να αποτεφρωθεί από ανάφλεξη και πυρκαγιά, έχω την εντύπωση πως ο τραγικότερος τρόπος θα ομολογούσαμε πως είναι ο τελευταίος.

Είναι φυσικό στον άνθρωπο, όταν αποχαιρετά τον άνθρωπό του, να θέλει να αντικρύσει για τελευταία φορά την οικεία σ᾿ αυτόν όψη και όχι το αποτρόπαιο κατάντημά του σε απάνθρωπη, ανοίκεια και απρόσωπη στάχτη.

 Η λεπτή αγάπη των στιγμών εκείνων εκφράζεται ως ανάγκη να αγκαλιάσει κανείς, να φιλήσει, να χορτάσει το βλέμμα του, να εκδηλωθεί τρυφερά πάνω στο άψυχο σώμα. Αν μας πληγώνει η βία της φύσεως, πως εμείς επιλέγουμε τη βία του αυτεξουσίου μας;

Όταν κάτι είναι πολύτιμο και το χάνουμε, προσπαθούμε να κρατήσουμε όσο περισσότερο απ᾿ αυτό μπορούμε. Ποτέ δεν νομοθετούμε τη βίαιη μείωση του τελευταίου ανεκτίμητου υπολείμματός του.

Η απόφαση ότι δεν έχουμε χώρο στα κοιμητήριά μας ισοδυναμεί με προσβολή. Αν δεν έχουμε, να δημιουργήσουμε χώρο.

Η αγάπη δημιουργεί και χώρο και προϋποθέσεις.

Η χρηστική ανάγκη ποτέ δεν είναι ουσιαστική και πάντα πιστοποιεί τη στενότητα του καρδιακού χώρου.

Η ανάγκη του σεβασμού είναι πολύ μεγαλύτερη γι᾿ αυτόν που τον εκχωρεί παρά γι᾿ αυτόν που αποδέχεται.Έτσι που βαδίζει η κοινωνία μας δεν θα έχει μόνον έλλειψη χώρου, αλλά και ανθρώπους δεν θα βρίσκει για να θάψουν, ίσως και να κάψουν, τους νεκρούς της.

Στο απέραντο γηροκομείο του «πολιτισμένου» κόσμου μας, όπου οι νέοι τείνουν να γίνουν πολύ λιγότεροι από τους ηλικιωμένους και οι γεννήσεις πολύ πιο σπάνιες από τους θανάτους, θα υπάρχουν νεκροί και όχι νεκροθάφτες. 

Αντί να ενδιαφέρεται η κοινωνία μας για την αρχή της ζωής, π.χ. το δημογραφικό πρόβλημα, υπερ-απασχολείται με το τέλος, την καύση. Η ίδια νοοτροπία που αποφεύγει, τη γέννηση, δηλαδή τη ζωή, αυτή που απορρίπτει και τους γέρους, αυτή που προτείνει την ευθανασία, αυτή που η ίδια δεν αντέχει και τους νεκρούς αρνείται τη δημιουργία και επιλέγει την καύση. 

Αυτή υπογράφει το οριστικό τέλος του τέλους το τέλος του σκοπού το τέλος του ανθρώπου. Αυτοί που αγνόησαν το δικαίωμα του ανθρώπου για το Θεό και πρόσβαλαν τα απαράγραπτα δικαιώματα του Θεού για τον άνθρωπο, αυτοί και μόνον μπορούν να επικαλούνται τα λεγόμενα ανθρώπινα δικαιώματα για να νομιμοποιήσουν την ασέβειά τους στον άνθρωπο.

Η καύση των νεκρών δεν είναι ατομικό δικαίωμα του νεκρού πλέον ανθρώπου. Η διατήρηση του σώματός τους αποτελεί κοινωνική υποχρέωση σεβασμού και επιβιώσεως του προσώπου του. Είναι αδύνατο το θέλημα του ενός - και ας αποκαλείται αυτό δικαίωμα- να προσκρούει στην ανάγκη για σεβασμό του συνόλου. 

Δεν μπορεί να είναι δικαίωμα κάποιου να τον … κάψουμε εμείς! Το θέμα δεν είναι αν κάποιος επιθυμεί να καεί. Είναι αν η κοινωνία θα δεχθεί να τον κάψει. Η κοινωνία με την καύση των νεκρών προσυπογράφει το δικό της τέλος: τον μηδενισμό της.

Μία κοινωνία που δεν αντέχει τον άνθρωπο ούτε στην ασθένειά του, ούτε στην αδυναμία του, ούτε στον θάνατό του, μία κοινωνία που καίει τους νεκρούς της, μία κοινωνία που καταστρέφει και την ανάμνηση της ζωής.

Και την ενθύμηση των μελών της - αυτό είναι τα λείψανα- μία κοινωνία που κάνει την αρχή του ανθρώπου τεχνητή και μηχανική και το τέλος του οριστικό και αμετάκλητο, μία κοινωνία που αρνείται την πνοή του αιώνιου και εγκλωβίζεται στην ασφυξία του εφήμερου, τι σχέση μπορεί να έχει αυτή η κοινωνία με τη ζωή;

Ακόμη και οι άθεοι υπογράμμιζαν την ανάμνηση των επίγειων θεών τους με ταριχεύσεις των σωμάτων τους (περίπτωση Λένιν), η όπου αυτό δεν ήταν δυνατόν, με κατασκευές αγαλμάτων και ψεύτικων ομοιωμάτων.

Φαίνεται πως το αποτέλεσμα του ανθρωπισμού χωρίς Θεό, του πολιτισμού χωρίς αξίες και του μηδενισμού χωρίς σκοπό, το αποτέλεσμα της σύγχυσης της αθεΐας, είναι η εξαφάνιση του ανθρώπου, η καύση και του τελευταίου υπολείμματός του. Η καύση των νεκρών οδηγεί στην καύση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Κατόπιν τούτων, δεν είναι ότι δεν της επιτρέπεται, αλλά η Εκκλησία αδυνατεί και αρνείται να δεχθεί μία απλώς χρηστική και καθόλου πειστική λύση ελάσσονος πρακτικής βαρύτητος και να θυσιάσει το βίωμα του σεβασμού της στη θεϊκότητα του προσώπου του κάθε ανθρώπου.

Πολλώ μάλλον του ανθρώπου που αυτή βάφτισε στη κολυμβήθρα της, τιμώντας ταυτόχρονα και την ψυχή και το σώμα του. Το μείζον δεν μπορεί να υποταχθεί στο έλασσον.

Είναι αδύνατον όποιος πιστεύει στην Εκκλησία και αποδέχεται την πρόταση ζωής της, όποιος ζεί την πραγματικότητα της ψυχής, όποιος σέβεται τον άνθρωπο να μην τιμά και το σώμα.

Το σώμα χρήζει μεγαλύτερης τιμής και σεβασμού από την κοινωνία μετά θάνατον απ᾿ όση περιποίηση και προστασία δέχθηκε από τον ίδιο τον άνθρωπο κατά τη διάρκεια της ζωής του.

Τομέας Ενημέρωσης: Voiotosp.blogspot.gr
 


Δημοσίευση σχολίου