τοπιο

τοπιο

31 Ιανουαρίου, 2013

ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗΝ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ

Η Βουλγαρία έχει περίπου 4.720 ναούς, 600 παρεκκλήσια και μονές, καθώς και δύο Θεολογικές Σχολές της Σόφιας και του Βελίκο Τύρνοβο και τρία Τμήματα Θεολογίας στα Πανεπιστήμια του Σούμεν, του Κάρτζαλι και του Πλόβντιβ (Plovdiv Φιλιππούπολη).

(Mesembria) - το σημερινό Νεσέμπαρ (Nesebar η Nessebur). Η πόλη αυτή ευρίσκεται στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας, σε απόσταση 600 χιλιομέτρων από την Σόφια και 20 χιλιομέτρων βόρεια από το Μπουργκάς (Πύργος). Την ονομάζουν, το Μαργαριτάρι της Μαύρης Θάλασσας η το Ντουμπρόβνικ (λιμάνι στην Αδριατική θάλασσα, της Δαλματίας της Κροατίας) της Μαύρης Θάλασσας. Είναι μία ιστορική πόλη, μία Πόλη-Μουσείο, με ιστορία 3.000 χρόνων και με πολλά αρχαία Ρωμαϊκών, Ελληνιστικών και Βυζαντινών χρόνων. Έχει μεγάλη τουριστική κίνηση και είναι ένας από τους κυριώτερους τουριστικούς προορισμούς της Βουλγαρίας. 

Στην θέση που ήταν η αρχαία πόλη Μεσημβρία βρίσκεται το σημερινό Νεσέμπαρ. Είναι κτισμένο πάνω σε μια βραχώδη χερσόνησο παλαιότερα ήταν νησί - και ενώνεται με τη στεριά, με μία λωρίδα γης. Η μικρή καστροπολιτεία, με την ελληνική ψυχή, που θυμίζει έντονα τη Μονεμβασία, για χιλιάδες χρόνια αντέχει στο πέρασμα του χρόνου. Έχει πολλά αρχαιολογικά ερείπια της προχριστιανικής περιόδου, ακρόπολη, ναό του Απόλλωνα, αρχαία αγορά, τμήματα αρχαίων θρακικών τειχών. Έχει σαράντα βυζαντινές εκκλησίες, μεσαιωνικά μνημεία από την περίοδο που η πόλη αποτελούσε μία από τις σημαντικότερες περιοχές του Βυζαντίου στα δυτικά παράλια της Μαύρης Θάλασσας, ενώ τα ξύλινα σπίτια τα οποία έχουν κατασκευαστεί τον 19ο αιώνα αποτελούν χαρακτηριστικά δείγματα της αρχιτεκτονικής εκείνης της περιόδου.

Το 1983, λόγω της σημαντικής ιστορικής σημασίας της και λόγω των πολλών και διαφορετικών πολιτισμών που πέρασαν από αυτήν, η πόλη ανακηρύχθηκε από την UNESCO ως Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς, θεωρουμένη ως «Πόλη - Μουσείο». Σήμερα, το Νεσέμπαρ έχει πληθυσμό 12.000 κατοίκων. Ο πρώτος οικισμός στην περιοχή δημιουργήθηκε από αρχαίους Θράκες. Στις αρχές του 6ου π.Χ. αιώνα, κατά τον δεύτερο ελληνικό αποικισμό, ιδρύθηκε ελληνική αποικία από Μεγαρείς (Έλληνες δωρικής καταγωγής), η οποία αποτέλεσε μεγάλο και σημαντικό εμπορικό κέντρο. Το 71 π.Χ. την κατέλαβαν οι Ρωμαίοι.

Το 1452 μ.Χ. παραχωρήθηκε - από τον Κωνσταντίνο ΙΑ’ τον Παλαιολόγο στον Ούγγρο ηγεμόνα Ουνυάδη, ως αντάλλαγμα για τη συμμαχία του στον πόλεμο κατά των Τούρκων. Η κατάληψη της πόλης από τους Οθωμανούς, το 1453, σηματοδότησε την αρχή της παρακμής της. Η πόλη ωστόσο διατήρησε τα αρχιτεκτονικά της μνημεία. Το 1878, έγινε μέρος της αυτόνομης Οθωμανικής επαρχίας της Ανατολικής Ρωμυλίας, μέχρι την ένωσή της - το 1886 - με την Βουλγαρία. Μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα η Μεσημβρία (Nesebar) αποτελούσε μια μικρή πόλη Ελλήνων κατοίκων, κυρίως ψαράδων και αμπελουργών.

Μετά την φυγή των Ελλήνων, το 1925, χτίστηκε το νέο τμήμα της πόλης και η ιστορική παλαιά πόλη αναστηλώθηκε. Ακόμα και σήμερα οι ντόπιοι την ονομάζουν πόλη του θεού Απόλλωνα. Στην αρχαία βυζαντινή είσοδο της λαμπρής αυτής πόλεως, συναντούμε τόν  Ιερό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, έναν υπέροχο μεγάλο Ναό με παλαιές ελληνικές βυζαντινές εικόνες - ο οποίος βρίσκεται στο κέντρο της Μεσημβρίας είναι γραμμένο στα ελληνικά ότι ο Ναός κτίστηκε με δαπάνες των ελλήνων κατοίκων της Μεσημβρίας και ότι εγκαινιάστηκε το έτος 1884.

Μπορείτε να επισκεφθείτε την πόλη της Αγχιάλου και την ανδρώα μονή του Αγίου Γεωργίου, που ευρίσκεται εκεί. Παλαιότερα, η μονή απείχε 20 χιλιόμετρα από την πόλη, η οποία έχει πλέον επεκταθεί κατά πολύ, με αποτέλεσμα η μονή του Αγίου Γεωργίου να βρίσκεται – σήμερα - εντός της πόλεως. Εκτός από προσκύνημα και μονή, λειτουργεί και ως ενορία για τους κατοίκους. Υπάρχουν βυζαντινές εικόνες και, κυρίως, η θαυματουργική εικόνα του Αγίου Γεωργίου, η οποία θεωρείται μία από τις δέκα θαυματουργές εικόνες της χώρας. Ονομαστό μέχρι τις ημέρες μας είναι και το υπέροχο θαυματουργό αγίασμα του Αγίου Γεωργίου.

Άξια λόγου επίσης, είναι και η μεγάλη εικόνα του Αγίου Νικολάου - εικόνα του 1700 - με αφιέρωση και δέηση στα ελληνικά. Μπορείτε να επισκεφθείτε στη συνέχεια και τον μοναδικό ελληνικό Ναό στην Αγχίαλο (Πομόρια), τον ιερό ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (1765). Η Αγχίαλος (Πομόρια - Pomorie), κτισμένη στις παρυφές μιας μεγάλης πεδιάδας, η οποία ωνομαζόταν  - από την Βυζαντινή εποχή - κάμπος της Αγχιάλου, ιδρύθηκε τον 6ο π.Χ. αιώνα. Η αρχική της ονομασία ήταν Αγχιάλη, «Αγχιάλη πολίχνιον Απολλωνιατών» η Αγχιάλεια η Αγχίαλος.

Στη Ρωμαϊκή εποχή μετωνομάστηκε σε Ουλπία η Ουλπιάνα και κατά την Βυζαντινή εποχή ωνομαζόταν  Αχωλός η Αχελώ. Η Αγχίαλος διατήρησε συμπαγή ελληνικό πληθυσμό κατά την διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας. Μετά την Άλωση της Πόλης (1453)κατέφυγαν και εγκαταστάθηκαν στην Αγχίαλο μερικές από τις πιο επιφανείς οικογένειες του Βυζαντίου (Παλαιολόγοι, Καντακουζηνοί, Δούκες, Ράλληδες κ.α.). Οι Καντακουζηνοί της Αγχιάλου διακρίθηκαν στο εμπόριο και υπήρξαν προστάτες των γραμμάτων. Πολλοί Έλληνες, κάτοικοι της Αγχιάλου, ήταν μέλη της Φιλικής Εταιρείας ήδη, πριν από το 1819.

Μετά την Ελληνική Επανάσταση του 1821, στην Αγχίαλο απαγχονίστηκαν ο Μητροπολίτης Ευγένιος και πολλοί πρόκριτοι και ιερείς. Η Αγχίαλος έγινε έδρα επισκόπου από τον 2ο μ.Χ. αιώνα. Κατά τη διάρκεια του 15ου αιώνα προήχθη σε Μητρόπολη. Είχε πολλές εκκλησίες, αλλά κάηκαν όλες το 1906 που η πόλη κατεστράφη. Διεσώθη μόνον - και υπάρχει μέχρι σήμερα - ο ελληνικός Ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος  καθώς και η μονή του Αγίου Γεωργίου, η οποία κτίστηκε το 1856 από την ελληνική κοινότητα και έχει μεγάλη περιουσία σε κτήματα, αμπέλια και αλυκές. Σύμφωνα με ελληνικές πηγές, στα μέσα του 19ου αιώνα η Αγχίαλος είχε 4.000 Έλληνες και 50 οικογένειες Τούρκων, εν ω στα τέλη του 19ου, και στις αρχές του 20ου αιώνα, κατοικούσαν στην πόλη 5.800 Έλληνες, σε σύνολο περίπου 6.000 κατοίκων. Οι επίσημες Βουλγαρικές στατιστικές δίνουν ότι η Αγχίαλος είχε 5.365 Έλληνες κατοίκους το 1893 και το 1900 είχε 4.579 Έλληνες κατοίκους.

Σήμερα η πόλη ονομάζεται - στα Βουλγαρικά - Πομόρια (Pomorie), όνομα το οποίο διατηρεί την ελληνική ετυμολογία, καθώς σημαίνει «παρά την θάλασσαν» (po = κοντά, more = θάλασσα) και είναι μια μοντέρνα πόλη με πολλά ξενοδοχεία και πολύ τουρισμό, η οποία – παράλληλα - διατηρεί μέρος των αρχαιοτήτων της και της μακραίωνης πολιτιστικής της κληρονομιάς.

Αφήνοντας τις πόλεις της Μεσημβρίας και της Αγχιάλου. Εκεί θα δείτε τον μητροπολιτικό ναό των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Εν συνεχεία από τη Μεσημβρία και την Αγχίαλο συναντούμε το χωριό Καλιπέτροβο. Το Καλιπέτροβο βρίσκεται σε απόσταση 60 χιλιομέτρων από την πόλη της Δοροστόλου.  Η πόλη αυτή, της Δοροστόλου (Σιλίστρας), ευρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο της Βουλγαρίας, στην δεξιά όχθη του ποταμού Δούναβη (στην αριστερή όχθη του ποταμού, ευρίσκεται η Ρουμανία). Η πόλη ήταν γνωστή και ως Δουρόστολος η Ντράσταρ και, αργότερα, ήταν γνωστή και ως Θεοδωρόπολις, από τον Άγιο Θεόδωρο τον Στρατηλάτη, ο οποίος – λέγεται - ότι βοήθησε τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ιωάννη Τσιμισκή, το 970 - 971 μ.Χ., στη μάχη του Δουροστόλου. Είναι μία ωραία πόλη με ερείπια Ρωμαϊκών και Βυζαντινών χρόνων, με βυζαντινές Εκκλησίες, με κάστρο μεσαιωνικό και πολλά μνημεία, με ένα υπέροχο αρχαιολογικό μουσείο και πολλά άλλα εκθέματα.

Η πόλη καλύπτει μια περιοχή 516 χιλιομέτρων με 18 χωριά και έχει πληθυσμό 36.000 κατοίκων. Επόμενη στάση της αποστολής μας ήταν η πόλη Τέρβελ, στη νότια Βουλγαρία, και ο Ναός του Αγίου Γεωργίου. Η πόλη αυτή - σύμφωνα με βυζαντινές πηγές - έλαβε το όνομά της από τον Χαν (=αρχηγός, ηγεμόνας) Τέρβελ η Τερβέλη, ο οποίος ήταν αυτοκράτορας της Βουλγαρίας στην αρχή του 8ου μ.Χ. αιώνα. Ο Τέρβελ ήταν Χριστιανός, όπως και ο παππούς του Χαν Κουμπράτ. 

Ήταν γιος του Ασπαρούχ, του ιδρυτού του Βουλγαρικού κράτους. Το 704 μ.Χ. βοήθησε τον έκπτωτο αυτοκράτορα Ιουστινιανό Β’ να ανακαταλάβη τον θρόνο του. Μετά την επανενθρόνισή του, ο Ιουστινιανός Β’ έδωσε στον Τέρβελ το χέρι της κόρης του, τον τίτλο του Καίσαρα και την περιοχή Ζαγόρα (Στάρα Ζαγκόρα = Παλαιά Ζαγορά). Στη συνέχεια συναντάμε την πόλη του Μεγάλου Τυρνόβου, το σημερινό Βέλικο Τάρνοβο. Είναι μία πόλη της βορειοκεντρικής Βουλγαρίας, κτισμένη στις όχθες του ποταμού Γιάντρα (παραπόταμος του Δούναβη).

Εκεί, υπάρχει ο πανέμορφος βυζαντινός ναός της Αναστάσεως. Η παλαιά πόλη ήταν κτισμένη σε τρεις λόφους, στον Τσάραβετς, στην Τραπέζιτσα και την Σβέτα Γόρα (=Ιερό Βουνό). Ο λόφος της Τραπέζιτσας είναι διάσημος για τις ορθόδοξες εκκλησίες που υπάρχουν εκεί. Το Βέλικο Τάρνοβο ήταν η μεσαιωνική πρωτεύουσα της Βουλγαρίας. Ήταν γνωστή ως η πρωτεύουσα της δεύτερης Βουλγαρικής αυτοκρατορίας και συχνά αναφέρεται ως «η πόλη των Τσάρων». Κατά τους βυζαντινούς χρόνους ήταν η δεύτερη σημαντικότερη πόλη, μετά την Κωνσταντινούπολη. Ήταν πόλη κοσμοπολίτικη, με πολλούς ξένους εμπόρους και διπλωμάτες.

Από τον 12ο  μέχρι και τον 14ο μ.Χ. αιώνα το Βέλικο Τάρνοβο ήταν το ισχυρότερο οχυρό της Βουλγαρίας, αλλά και το πιο σημαντικό πολιτικό, οικονομικό και θρησκευτικό κέντρο της αυτοκρατορίας. Ο Βούλγαρος ιερέας Γκρέγκορι Τσαμπλάκ (Γρηγόριος Τσαμπλάκος), 14ος μ.Χ. αι., περιγράφει την πόλη ως “μία πολύ μεγάλη και πανέμορφη πόλη, η οποία περιτριγυριζόταν με τείχη και είχε 12.000 με 15.000 κατοίκους».

Από το 17ο μ.Χ. αιώνα, οι Μητροπολίτες Τυρνόβου ώρισαν την ελληνική γλώσσα για τις λειτουργίες, ίδρυσαν ελληνικό σχολείο και ελληνική βιβλιοθήκη. Οι Φαναριώτες ηγεμόνες συνέχισαν αυτό το έργο. Σήμερα, είναι σημαντικό διοικητικό, οικονομικό και εκπαιδευτικό κέντρο στην Βόρεια Βουλγαρία. Προσελκύει πολύ τουρισμό λόγω της σπουδαίας αρχιτεκτονικής της παλαιάς πόλης και συνδυάζει προϊστορική, θρακική και αρχαία κληρονομιά.

Μετά από το Βέλικο Τέρνοβο περνάμε από την Βράτσα, όπου ευρίσκεται η Ιερά Μητρόπολις Βράτσης. Η πόλη της Βράτσας απέχει 116 χιλιόμετρα από την Σόφια και έχει πληθυσμό 60.500 κατοίκους. Είναι μία εξίσου ιστορική παλαιά Θρακική πόλη, με πολλά μνημεία και αρχαιότητες. Κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους η πόλη της Βράτσας ονομαζόταν Βάλβη (= βαλβίς, θυρίς), λόγω του στενού περάσματος στην κεντρική θύρα της πόλεως, από την οποία έπρεπε να περάσει όποιος επιθυμούσε να εισέλθη στην πόλη - κάστρο με την λαμπρή ιστορία.

Συνεχίζοντας τη διαδρομή μας, φθάνουμε στην πόλη Μοντάνα. Η πόλη αυτή, των 44.000 κατοίκων, είναι το διοικητικό κέντρο της ομώνυμης επαρχίας Μοντάνα, ευρίσκεται 30 χιλιόμετρα ανατολικά από τα σύνορα της Βουλγαρίας με την Σερβία και είναι κτισμένη στις όχθες του ποταμού Ogosta. Kατοικήθηκε από Ρωμαίους, Σλάβους, Έλληνες, Θράκες, Τούρκους, Ούννους, Γότθους, και από Άραβες – εξ Ανατολών. Όταν - στα προ Χριστού χρόνια - είχαν εγκατασταθεί στην Μοντάνα Έλληνες ειδωλολάτρες μετέφεραν εκεί το πνεύμα του αρχαίου Ελληνισμού και πολιτισμού και η πόλη είχε ως προστάτες της την Άρτεμη και τον Απόλλωνα.

Εκεί συναντάμε την Ιερά Γυναικεία Κοινοβιακή Μονή των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου  Κλεισούρσκι. Ένα εξαιρετικό μοναστήρι, κτισμένο σε μία υπέροχη, μαγευτική τοποθεσία, όπου στο κέντρο της - πάνω σε λοφίσκο - δεσπόζει το Καθολικό της Μονής. Στην Μονή αυτή εγκαταβιώνουν περίπου δέκα μοναχές, μαζί με την ηγουμένη.

Το μοναστήρι αυτό είναι γνωστό και ως η μονή της Κλεισούρας και είναι ένα από τα 4 μεγαλύτερα μοναστήρια σε ολόκληρη την Βουλγαρία. Ιδρύθηκε το 1240. Αρχικά, ήταν ανδρώα Μονή και καταστράφηκε επανειλημμένως από τους Οθωμανούς Τούρκους. Το 1862 οι Τούρκοι έκαψαν ολοσχερώς – για μίαν ακόμη φορά το μοναστήρι και εφόνευσαν όλους τους μοναχούς, μαζί με τους προσκυνητές και φιλοξενουμένους της Μονής. Ξανακτίστηκε το 1869 και ο κυρίως ναός εγκαινιάστηκε το 1891.

Το 2008 εγκαταστάθηκε η νέα γυναικεία συνοδεία και ξεκίνησε τον εξωραϊσμό και την ανακαίνιση - αναστήλωση της Μονής. Σε κοντινή απόσταση υπάρχει μία υπέροχη τοποθεσία όπου ευρίσκεται η λίμνη Ogosta (= Αυγούστα), η οποία ευρίσκεται στα βορειοδυτικά της χώρας και έχει 5 χιλιόμετρα μάκρος και 1 χιλιόμετρο πλάτος. Είναι η δεύτερη μεγαλύτερη τεχνητή λίμνη στη Βουλγαρία και σε όλα τα Βαλκάνια, και είναι μία από τις μεγαλύτερες λίμνες της Ευρώπης.

Κατηφορίζοντας από την λίμνη συναντούμε, την ανδρώα Μονή του Τιμίου Προδρόμου (Lopushna Monastery), η οποία ευρίσκεται στην πλευρά των δυτικών βαλκανικών βουνών, στην επαρχία της Μοντάνα. Ηγούμενος και ανακαινιστής της Μονής είναι ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Βελίκης κ. Σιώνιος, ο οποίος - με έναν μόνον μοναχό- ανέλαβε την αναστήλωση της Μονής. Επιτελεί ένα τεράστιο έργο στην Μονή, πνευματικό, κοινωνικό και αναστηλωτικό.

Και αυτό το μοναστήρι, όπως όλα άλλωστε, ευρίσκεται σε μία μαγευτική καταπράσινη τοποθεσία δίπλα στην πλευρά του βουνού και του δάσους. Η μονή κτίστηκε μεταξύ 12ου και 14ου αιώνος. Τον 18ο-19ο αιώνα στην Μονή αυτή στεγαζόταν και Εκκλησιαστική Σχολή. Το καθολικό της Μονής καταστράφηκε από επιδρομείς αρκετές φορές και τελευταία φορά ξαναχτίστηκε το 1850-1853. Είναι ένας υπέροχος μεγαλοπρεπής ναός Βασιλική μετά τρούλου - με πολλά γοτθικά στοιχεία, εμπνευσμένος από το λαμπρό μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου της Ρίλας, (Rilski Μanastir) αφιερωμένος στον Τίμιο Πρόδρομο με δύο παρεκκλήσια εντός, αφιερωμένα στους Αγίους Αναργύρους Κοσμά και Δαμιανό. 

Ένα άλλο πάλι μοναστήρι που συναντάμε εκεί κοντά είναι η μονή Τσιπρόβτσι (Chiprovtsi Monastery). Μία πολύ μικρή συνοδεία σε ένα άλλοτε λαμπρό μοναστήρι του 10ου αιώνος, το οποίο είναι αφιερωμένο στον Άγιο Ιωάννη της Ρίλας.  Η Μονή καταστράφηκε 7-8 φορές και τελευταία φορά αναστηλώθηκε το 1829. Το μεγάλο καμπαναριό της Μονής έχει και παρεκκλήσι εντός του, καθώς και ομαδικό τάφο – οστεοφυλάκιο με πλήθος λειψάνων μοναχών, οι οποίοι μαρτύρησαν εκεί από τις επιδρομές των Οθωμανών Τούρκων. Στη συνέχεια συναντάμε την πόλη Βίντιν (Βιδίνιον), η οποία ευρίσκεται στο βορειοδυτικό άκρο της Βουλγαρίας, στις όχθες του ποταμού Δούναβη και την αποκαλούν «η Βόρεια Πύλη της Βουλγαρίας».

Η πόλη, η οποία απέχει ελάχιστα από τα σύνορα της Βουλγαρίας με τη Σερβία και τη Ρουμανία και είναι μία πόλη 48.000 κατοίκων. Το Βίντιν, η παραποτάμια αυτή πόλη, πρωτοκατοικήθηκε από Κέλτες, κατόπιν από Ρωμαίους. Κατά την ρωμαϊκή εποχή ονομαζόταν Μπονόνια. Στη συνέχεια καταστράφηκε από επιδρομές των Αβάρων (= νομαδικός λαός της Ευρασίας, οι οποίοι μιλούσαν την ίδια γλώσσα με τους Ούννους) και αργότερα κατοικήθηκε από σλαβικές φυλές.

Την εποχή του μεσαιωνικού βουλγαρικού κράτους ήταν γνωστή ως Μπάντιν (ως τις αρχές του 11ου αι.) και Μπντιν (μετά από αυτό). Από τον Μεσαίωνα και μετά, διατηρούσε έδρα επισκόπου. Την πόλη αυτήν πολιόρκησε και κατέλαβε το 1003 ο Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος. Δεινοπάθησε το Βίντιν κατά την Οθωμανική κατάκτηση, και κατόπιν από τους Ούγγρους.

Με την είσοδο των Ουγγρικών στρατευμάτων (το 1365) ακολούθησε η άφιξη των Φραγκισκανών μοναχών, οι οποίοι επιδόθηκαν φανατικά στον αναβαπτισμό των κατοίκων, ώστε να επιτευχθή η πλήρης αφομοίωση του κρατιδίου στην παπική Ουγγαρία. Και πάλι η πόλη του Βιδινίου έπεσε κάτω από τον Οθωμανικό Τουρκικό ζυγό μέχρι τον Σέρβο - Βουλγαρικό πόλεμο του 1885, οπότε η πόλη πολιορκήθηκε από τον Σερβικό στρατό, αλλά νικηφόρα την κατέλαβαν και πάλι οι Βούλγαροι.

Οι αρχαιότητες της πόλης είναι η μνήμη της και το έμβλημά της. Τα πολιτιστικά μνημεία της είναι πάνω από 100.  Υπάρχουν επίσης εκει ο Ιερός Ναός του Αγίου Παντελεήμονος, και ο Ιερός Ναός  της Αγίας Σκέπης (και οι δύο ναοί είναι του 17ου αιώνος), το σήμα κατατεθέν της πόλης – το μεσαιωνικό οχυρό - κάστρο Baba Vida Castle, το τζαμί - βιβλιοθήκη - μαυσωλείο του πασά Οσμάν Πασβάντογλου, το φρούριο Καλέτο (= κάστρο) (Belogradchik Fortress – Kaleto), την Εβραϊκή Συναγωγή του 1894 - η οποία ερημώθηκε με την μετανάστευση των Εβραίων πίσω στο κράτος του Ισραήλ, (είναι ένα υπέροχο κτίριο που θυμίζει περισσότερο εκκλησία-βασιλική, παρά συναγωγή), επίσης υπάρχουν και  Ορθόδοξα μοναστήρια της περιοχής Βιδινίου.

ΣΟΦΙΑ

Η Σόφια, είναι η πρωτεύουσα και μεγαλύτερη πόλη της Βουλγαρίας, μία πόλη με πληθυσμό περίπου δύο εκατομμυρίων κατοίκων. Κατά την ρωμαϊκή εποχή η πόλη ονομαζόταν Σαρδική η Σερδική και αποτελούσε κομβικό σημείο του Ρωμαϊκού δρόμου από τη Ναϊσό (τη σημερινή πόλη Νις της Σερβίας) στην Κωνσταντινούπολη, ενώ από τα μέσα του 6ου αιώνα - με το όνομα Τριαδίτσα - έγινε σημαντικό διοικητικό κέντρο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Τον 9ο αιώνα, πήρε το σλαβικό όνομα Σρεντέτς (=κεντρική πόλη).

Από τις αρχές του 15ου αιώνα η πόλη μετονομάστηκε σε Σόφια -από τη βασικότερη εκκλησία της περιοχής, την βασιλική της Αγίας Σοφίας (Sveta Sofia) και ανακηρύχθηκε πρωτεύουσα του Βουλγαρικού κράτους, στις 03.04.1879, μετά την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό.

Στην πόλη της Σόφιας υπάρχει το Πατριαρχείο της Βουλγαρίας. Δίπλα ακριβώς ευρίσκεται ο Ναός της  Αγίας Κυριακής (Sveta Nedelya), με τον θεόρατο θόλο της, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα νεοβυζαντινής αρχιτεκτονικής. Ο ναός αυτός χτίστηκε τον 19ο αιώνα πάνω στα ερείπια παλαιοτέρου ναού από την Μεσαιωνική περίοδο, ενώ η πρώτη εκκλησία - ξύλινη με πέτρινα θεμέλια- είχε κτιστεί κατά τον 10ο αιώνα. Σήμερα, ο Ιερός Ναός της Αγίας Κυριακής είναι η έδρα της Μητρόπολης της Σόφιας. Κατόπιν επισκεφθήκαμε τον Καθεδρικό Ναό της Σόφιας (τον μεγαλύτερο ναό της Βουλγαρίας και έναν από τους μεγαλύτερους ναούς των Βαλκανίων), ο οποίος είναι αφιερωμένος στον Άγιο Αλέξανδρο Νιέφσκυ (Sveti Aleksandαr Nevsky).

Είναι μία υπέροχη πεντάκλιτη επιβλητική εκκλησία -σε νεοβυζαντινό ρυθμό, με ένα θεαματικό καμπαναριό, με χάλκινους και χρυσούς θόλους (ο κεντρικός χρυσός θόλος του ναού έχει ύψος 45 περίπου μέτρα), οι οποίοι σε καθηλώνουν με τη μεγαλοπρέπειά τους. Στο εσωτερικό του ναού τα βιτρό, οι τοιχογραφίες και οι επιβλητικοί θρόνοι από ελεφαντόδοντο κλέβουν την παράσταση. Στον κύκλο του τρούλου αναγράφεται με ωραία χρυσά γράμματα η προσευχή «Πάτερ ημών». Ο ναός έχει εξαιρετική ακουστική, καλύπτει επιφάνεια 3.170τ.μ. και μπορεί να χωρέσει εκκλησίασμα 5.000 ανθρώπων.

Χτίστηκε μετά το τέλος του Ρωσοτουρκικού πολέμου του 1878 (μεταξύ 1882 και 1912), σε ανάμνηση των 200.000 πεσόντων Ρώσων στρατιωτών κατά την απελευθέρωση της Βουλγαρίας από τον Οθωμανικό ζυγό. Εκεί υπάρχουν τα ιερά λείψανα του Αγίου Αλεξάνδρου Νιέφσκυ (δώρο της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στον συγκεκριμένο ναό), τα οποία είναι τοποθετημένα σε περίτεχνη λειψανοθήκη.

Ο Αλέξανδρος Γιαροσλάβιτς «Νιέφσκυ» είναι μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της μεσαιωνικής Ρωσίας και άγιος της Ρωσικής Εκκλησίας (από το 1547). Επίσης είναι γνωστός και ως Τσάρος Οσβομποντιτέλ (Tsar Osvoboditel), δηλαδή «Τσάρος Ελευθερωτής». Δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Αλεξάνδρου Νιέφσκυ βρίσκεται η βασιλική της Αγίας Σοφίας (Sveta Sofia), την οποία επισκεφθήκαμε κατόπιν.

Ο ναός αυτός -της του Θεού Σοφίας - είναι ο θεματοφύλακας της ιστορίας της πόλης, με μεγάλη πολιτισμική και ιστορική αξία και - ως παλλόμενη καρδιά- χτυπά στον ρυθμό της πανέμορφης αυτής πρωτεύουσας, η οποία και πήρε το όνομά της από αυτόν τον ιερό ναό. Τυλιγμένη μέσα σε πολλούς θρύλους, η εκκλησία αυτή αποτελεί μία από τις σημαντικότερες παλαιοχριστιανικές βασιλικές στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Οικοδομήθηκε το 450 - 457 μ.Χ. πάνω στα θεμέλια τεσσάρων αρχαιότερων κοιμητηριακών ναών.

Κατά την τουρκοκρατία η εκκλησία χρησιμοποιήθηκε ως αποθήκη πολεμικών λαφύρων των Τούρκων, από τις νίκες τους στη Δυτική Ευρώπη. Κατόπιν την έκαναν τζαμί,  προσέθεσαν μιναρέ και λειτούργησε ως μουσουλμανικό τέμενος πάνω από δύο αιώνες. Το 1818 καταστρέφεται το ανατολικό της μέρος - μετά από μία ισχυρή σεισμική δόνηση και γκρεμίζεται ο μιναρές. Οι Τούρκοι διορθώνουν τις ζημιές, αλλά το 1858 μία δεύτερη σεισμική δόνηση γκρεμίζει και πάλι τον μιναρέ και το βόρειο τμήμα του νάρθηκα και σκοτώνονται εντός του ναού, οι δυό γιοι του Χότζα.

Ο θάνατός τους έγινε δεκτός ως κακός οιωνός από τους Τούρκους, οι οποίοι εγκαταλείπουν οριστικά το κτίριο. Κατόπιν χρησιμοποιήθηκε ως αποθήκη φωταερίου για τον φωτισμό της πόλης και το 1892 στον τρούλο του κτίζεται παρατηρητήριο των πυροσβεστών. Το 1900 αρχίζει σιγά - σιγά η ανασυγκρότησή του για παρεκκλήσι, ενώ το 1955 ανακηρύσσεται σπουδαίο μνημείο πολιτισμού. Ο ιστορικός αυτός ναός είναι, όπως ήδη αναφέραμε, αφιερωμένος στην Αγία του Θεού Σοφία, όπως και η Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης. Με την πάροδο όμως των αιώνων συνδέθηκε και με τέσσερις ακόμα σπουδαίες Άγιες Σοφίες οι οποίες τιμήθηκαν σε αυτόν τον ναό, δηλαδή με την Αγία Σοφία και τις τρεις θυγατέρες της (την Πίστη, την Ελπίδα και την Αγάπη), και με άλλες τρεις Άγιες Σοφίες, οι οποίες τιμώνται στη Βουλγαρία.

Ο ναός αποτελεί ένα από τα σύμβολα και καυχήματα της Σόφιας και είναι η ανάδοχός της. Η βουλγαρική πρωτεύουσα έχει καθιερώσει ως εορτή της, η Ημέρα της Σόφιας, την 17η Σεπτεμβρίου (μνήμη Αγ. Σοφίας, Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης). Εντός του ναού γίνονται - αυτό το χρονικό διάστημα- αρχαιολογικές ανασκαφές και μάλιστα έχει βρεθεί η υπόγεια πλέον νεκρόπολη με πολλούς τάφους, με τοιχογραφίες, υπέροχα μωσαϊκά, εικόνες, κατακόμβες. Όλα αυτά τα ευρήματα αναστηλώνονται και συντηρούνται για να μπορέσουν να γίνουν προσβάσιμα για τους επισκέπτες, μέσα σε ένα μοναδικό υπόγειο μουσείο.

Το κτίριο της Ιεράς Συνόδου, βρίσκεται στην πλατεία του Αγίου Αλεξάνδρου Νιέφσκυ. Πρόκειται για ένα λαμπρό νεοκλασικό κτίριο χαρακτηριστικό του οποίου είναι τα σμαλτωμένα κόκκινα και χρυσά τούβλα. Χτίστηκε το διάστημα 1906 - 1908. Διάφορα γλυπτά που κοσμούσαν την πρόσοψη του ναού καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου.

Μπροστά στην είσοδο υπάρχει ένα ωραίο κεντρικό μωσαϊκό το οποίο απεικονίζει τρεις παλαιούς ιεράρχες, τον Ιλαρίωνα της Μακαριόπολης (Metropolite Ilarion Makariopolski), τον Αυξέντιο του Βέλες (Metropolite Avksentiy Veleshki) και τον Παϊσιο της Φιλιππούπολης. Λόγω του ότι η Φιλιππούπολη λέγεται σήμερα Plovdiv (Πλόβντιβ), ο τελευταίος είναι γνωστός και ως Παΐσιος του Πλόβντιβ (Metropolite Paisiy Plovdivski).

Οι τρεις αυτοί ιεράρχες ήταν οι αρχηγοί στους αγώνες για την ανεξαρτησία της Βουλγαρικής Εκκλησίας. Θεωρούνται οι πατέρες της Βουλγαρικής Εκκλησίας, διότι με τις ενέργειές τους δημιουργήθηκε το Βουλγαρικό Εξαρχάτο. Ο Ιλαρίων της Μακαριόπολης ήταν ελληνοτραφής και έγινε μέλος της πρώτης Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Βουλγαρίας.

Στο Συνοδικό Μέγαρο του Πατριαρχείου θα δούμε, την αίθουσα των συνεδριάσεων της Ιεράς Συνόδου, τα γραφεία, τις αίθουσες υποδοχής, τα αρχονταρίκια. Το κτίριο αυτό αποτελεί σήμερα και την κατοικία όλων των ιεραρχών και συνοδικών, καθώς και το γραφείο του Πατριάρχου.

Αυτό ήταν εν συντομία ένα οδοιπορικό στην Βουλγαρία
Δημοσίευση σχολίου