Η εποχή των Κομνηνών
και των Αγγέλων, 1081-1204
Ο Αλέξιος ο Α΄
(1081-1118), γενναίος στρατηγός με ικανότητες διπλωματικές, ικανός να θέτει
μεγάλους στόχους και να εκτελεί μεγάλα έργα (μεγαλόβουλος καί μεγαλουργός),
αμέσως μετά την άνοδό του στον θρόνο έπρεπε να αντιμετωπίσει την απειλή από
τους Νορμανδούς της Ιταλίας. Επιδόθηκε αμέσως στην ανασυγκρότηση του στρατού,
στην ενίσχυση των πόλεων και των φρουρίων των δυτικών επαρχιών, ενώ συνήψε
ειρήνη με τους Σελτζούκους. Τον Ιούνιο του 1081 υπέγραψε συνθήκη με τη Βενετία,
της οποίας τα συμφέροντα θίγονταν από την παρουσία των Νορμανδών στην Κάτω
Ιταλία και ήταν γι' αυτήν ζωτικής σημασίας η ελεύθερη ναυσιπλοΐα από τα Στενά
του Οτράντο.
Τα επόμενα χρόνια, η
Μακεδονία και η Ήπειρος γίνονται το θέατρο των πολεμικών συγκρούσεων μεταξύ των
Νορμανδών και των Βυζαντινών. Στόχος των Νορμανδών δεν ήταν απλώς η λεηλασία
και η κατάληψη των παρακτίων περιοχών και των νήσων του Ιονίου, αλλά η κατάλυση
του βυζαντινού κράτους. «Τηςαρχής τηςτων Ρωμαίων βασιλείας ιμειρόμενος», λέγει
η Άννα Κομνηνή για τον Βασιλέα των Νορμανδών Ροβέρτο Γυισκάρδο. Στόχος του
στάθηκε η κατάληψη της Ιλλυρίας και της Μακεδονίας και η πορεία μέσα από την
βυζαντινή επικράτεια προς την Κωνσταντινούπολη.
Προπομπός ο μεγαλύτερος
γιος του Ροβέρτου, Βοημούδος, κατέλαβε τα Κάνινα και τον Αυλώνα, ενώ ο ίδιος
πλέοντας από το Βρινδήσιο προς το Δυρράχιο, κατέλαβε την Κέρκυρα και στις 17
Ιουνίου του 1081 έφθασε με στρατό και στόλο και πολιόρκησε το Δυρράχιο. Τον
Δεκέμβριο του 1081 αναγκάσθηκε ο ίδιος ο αυτοκράτορας να εκστρατεύσει εναντίον
των Νορμανδών. Έφθασε στη Θεσσαλονίκη και από εκεί στο Δυρράχιο, ο στρατός του
όμως ηττήθηκε κατά κράτος και ο Αλέξιος κατέφυγε στην Αχρίδα και μετά στη
Θεσσαλονίκη. Τον Φεβρουάριο του 1082, οι κάτοικοι του Δυρραχίου παρέδωσαν την
πόλη. Ο Αλέξιος αναγκάσθηκε να προχωρήσει ακόμη και στην εκποίηση των ιερών
σκευών της Εκκλησίας για την εξεύρεση χρημάτων καθώς και στη στρατολόγηση νέων
στρατιωτών, που εκγυμνάζονται στην περιοχή της Θεσσαλονίκης, ενώ εκχωρεί με
χρυσόβουλλο λόγο εμπορικά προνόμια προς τη Βενετία για την βοήθειά της εναντίον
των Νορμανδών. Τα προνόμια όμως αυτά θα αποτελέσουν την απαρχή της αναδείξεως
της Βενετίας σε μεγάλη εμπορική δύναμη και θα συντελέσουν στην εμπορική και
οικονομική παρακμή της αυτοκρατορίας.
Θέλοντας να
δημιουργήσει αντιπερισπασμό, ο Αλέξιος ήλθε σε συνεννοήσεις με τον Ερρίκο της
Γερμανίας, ο οποίος εισέβαλε στην Ιταλία, γεγονός που ανάγκασε τον Νορμανδό
βασιλέα να επιστρέψει στην Απουλία. Τις επιχειρήσεις στον ελλαδικό χώρο
συνέχισε ο Βοημούνδος. Έχοντας ως ορμητήριό του την Καστοριά κατέλαβε τα
Ιωάννινα, όπου ηττήθηκε εκ νέου ο βυζαντινός στρατός και ο Αλέξιος αναγκάσθηκε
να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη. Οι Νορμανδοί στη συνέχεια προχώρησαν
βορειότερα, κατέλαβαν τα Σκόπια, τα Μογλενά και τις Άσπρες Εκκλησιές στον Αξιό
καθώς και την Πελαγονία (σημερινό Μοναστήρι). Δεν μπόρεσαν όμως να καταλάβουν
την Αχρίδα, τον Οστροβό, τα Σέρβια και τη Βέροια. Ο Βοημούνδος πέρασε στη
Θεσσαλία, κατέλαβε τα Τρίκαλα και στις 3 Απριλίου του 1083 άρχισε να πολιορκεί
τη Λάρισα. Η πολιορκία κράτησε έξι μήνες, καθώς ο Στρατηγός Λέων Κεφαλάς αντέταξε
ηρωική αντίσταση. Ο Αλέξιος έσπευσε στη Θεσσαλονίκη και παρακάμπτοντας τα
Τέμπη, κατόρθωσε με τέχνασμα να νικήσει τους Νορμανδούς, οι οποίοι έλυσαν την
πολιορκία και επέστρεψαν στην Καστοριά και από εκεί στον Αυλώνα.
Το θέρος του
1083, ο Αλέξιος επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Το φθινόπωρο του ιδίου έτους
επανήλθε στη Μακεδονία, συνέχισε τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις και τον
Οκτώβριο του 1083 κατέλαβε την Καστοριά, το κυριώτερο έρεισμα των Νορμανδών στη
Μακεδονία. Οι Νορμανδοί συνθηκολόγησαν, οι διαπραγματεύσεις μάλιστα έγιναν στη
Θεσσαλονίκη. Παρ' όλα αυτά, οι πολεμικές επιχειρήσεις συνεχίσθηκαν από τον ίδιο
τον Γυισκάρδο και τους γιους του, οι οποίοι όμως ηττήθηκαν από τον
βυζαντινο-βενετικό στόλο κοντά στην Κέρκυρα, ενώ η επιδημία που ξέσπασε τον χειμώνα
του 1083-84, εξολόθρευσε μεγάλο μέρος του στρατού των Νορμανδών. Ο ίδιος ο
Γυισκάρδος κατέπλευσε στην Κεφαλληνία, όπου και πέθανε στις 17 Ιουλίου του
1085. Ο θάνατός του σήμανε και το τέλος του αιματηρού τετραετούς Νορμανδικού
Πολέμου. Στάση που εκδηλώθηκε στο Δυρράχιο εναντίον των Νορμανδών, ύστερα από
υποκίνηση του βυζαντινού αυτοκράτορος, οδήγησε στην επανάκτηση της πόλεως και
έτσι έληξε η πρώτη μεγάλη εκστρατεία των Νορμανδών κατά του Βυζαντίου.
Τα σχέδια των Νορμανδών
για την κατάλυση του Βυζαντίου αναζωπυρώθηκαν, είκοσι περίπου χρόνια αργότερα,
από τον Βοημούνδο. Ως ένας από τους αρχηγούς της Α΄ Σταυροφορίας κατέλαβε, στις
αρχές Ιουνίου του 1098, την Αντιόχεια της Συρίας, αρνήθηκε όμως να την
επιστρέψει στους Βυζαντινούς, παρά τον όρκο που είχαν δώσει οι Σταυροφόροι στον
αυτοκράτορα ότι όσες πόλεις ανακαταλάμβαναν, θα του τις παρέδιδαν. Στις 15
Ιουλίου του 1099, οι Σταυροφόροι κατέλαβαν την Ιερουσαλήμ. Ο Βοημούνδος ίδρυσε
προσωπική ηγεμονία και προχώρησε στην κατάληψη και άλλων πόλεων από τους Τούρκους,
της Λαοδίκειας και της Γερμανίκειας.
Αιχμαλωτίσθηκε από τους Τούρκους τον
Αύγουστο του 1100, εξαγοράσθηκε όμως το 1103 και διέφυγε στην Κέρκυρα και από
εκεί στην Απουλία, απ' όπου έθεσε σε εφαρμογή το σχέδιο του πατέρα του ασκώντας
συγχρόνως δυσφημιστική εκστρατεία κατά του Αυτοκράτορος Αλεξίου, κατηγορώντας
τον ως σύμμαχο των απίστων και εχθρό των Χριστιανών: «πάσαν πόλιν καίχώραν
περιιών καίπαγάνον αυτόν λαμπράτηφωνήανακηρύττων καί τοις παγάνοις
όληγνώμηεπαρήγοντα», αναφέρει η Άννα Κομνηνή. Πιθανόν στις ενέργειες αυτές του
Βοημούνδου «να οφείλεται κατά μέγα μέρος η δημιουργία και η εξάπλωση του μύθου
για την ελληνική δολιότητα (perfidia Graecorum), που θα καταστεί το σύνθημα των
Δυτικών στις εναντίον του Βυζαντίου επιθέσεις τους».
Τον Οκτώβριο του 1107,
ο Βοημούνδος αποβιβάσθηκε στον Αυλώνα και άρχισε να πολιορκεί το Δυρράχιο. Ο
Αλέξιος ο Α΄ έφθασε στη Θεσσαλονίκη την άνοιξη του 1108, απέφυγε όμως να
συγκρουσθεί μαζί του. αντίθετα, φρόντισε να ενισχύσει τις φρουρές στις
κλεισούρες και να αποκόψει με τον βυζαντινό στόλο τον ανεφοδιασμό των αντιπάλων
του από τη Νότιο Ιταλία. Ο Βοημούνδος αναγκάσθηκε να συνθηκολογήσει. Η
συνάντηση των δύο αρχηγών έγινε στη Δεάβολη, όπου υπογράφηκε η λεγόμενη Συνθήκη
της Δεαβόλεως, τον Σεπτέμβριο του 1108, την οποία περιέλαβε στο έργο της η Άννα
Κομνηνή.
Ο Βοημούνδος ορκίσθηκε πίστη στον αυτοκράτορα και ο Αλέξιος του
παρεχώρησε ως φέουδο την Αντιόχεια και την περιοχή της. Λίγο αργότερα όμως, το
1111, ο Βοημούνδος πέθανε, ο δε ανεψιός του Ταγκρέδος, που τον είχε αφήσει διάδοχο
στην Αντιόχεια, δεν ανεγνώρισε την συνθήκη. Οι μακροχρόνιοι όμως πόλεμοι
οδήγησαν στη φτώχεια και την εξαθλίωση τους πληθυσμούς της Δυτικής Μακεδονίας,
απ' όπου κραυγή αγωνίας στέλνει με επιστολές του προς τον αυτοκράτορα ο λόγιος
Αρχιεπίσκοπος Αχρίδος, Θεοφύλακτος. Οι Νορμανδοί θα
εκστρατεύσουν και πάλι εναντίον του Βυζαντίου αργότερα, το 1147, επί Ρογήρου
του Β΄. Λεηλάτησαν την Κόρινθο και τη Θήβα, απ' όπου μετέφεραν στη Σικελία
άνδρες και γυναίκες τεχνίτριες υφάντριες του μεταξιού.
Οι πολιτικές εξελίξεις
στο Βυζάντιο, που ακολούθησαν μετά τον θάνατο του Μανουήλ Α΄ Κομνηνού το 1180,
η σφαγή και οι διώξεις των Βενετών και των άλλων Λατίνων στην Κωνσταντινούπολη
έδωσαν την ευκαιρία στους εξωτερικούς εχθρούς να επωφεληθούν και να εισβάλλουν
στα βυζαντινά εδάφη. Οι Ούγγροι και οι Σέρβοι λεηλάτησαν και κατέστρεψαν πόλεις
στη Δαλματία και σε περιοχές νοτίως του Δούναβη, ενώ ο Νορμανδός Βασιλιάς
Γουλιέλμος ο Β΄ (1166-1189) ανέλαβε δράση εναντίον του Βυζαντίου. Τον Μάιο του
1185, στόλος από 200 πλοία με ναύαρχο τον περιβόητο κουρσάρο Μαργαριτόνε και
80.000 στρατός πολιόρκησαν το Δυρράχιο, το οποίο αναγκάσθηκε να παραδοθεί. Στη
συνέχεια, οι πεζικές δυνάμεις κατευθύνθηκαν από την Εγνατία Οδό προς την
Θεσσαλονίκη, ενώ ο στόλος παρέπλευσε την Πελοπόννησο και έφθασε στο λιμάνι της
πόλεως στις 15 Αυγούστου. Οι προσπάθειες των πολιορκητών επικεντρώθηκαν στο
νότιο τμήμα του ανατολικού τείχους, που ήταν το πιο ευάλωτο.
Τα πλοία δεν
μπόρεσαν να πλησιάσουν, καθώς λόγω του θέρους τα νερά είχαν τραβηχθεί και ήταν
αβαθή. Δυστυχώς όμως ο Διοικητής της πόλεως, Δαυίδ Κομνηνός, αποδείχθηκε
κατώτερος των περιστάσεων και ενήργησε προδοτικά. Όχι μόνον διεμόρφωσε
παραπλανητική εικόνα της καταστάσεως με επιστολές του προς τον αυτοκράτορα ότι
όλα έβαιναν καλώς, αλλά επέτρεψε σε πλουσίους πολίτες να εγκαταλείψουν εγκαίρως
την πόλη. Επιπλέον, έδωσε διαταγή να εισρεύσει νερό από τον Χορτιάτη στη μεγάλη
δεξαμενή της ακροπόλεως ενώ δεν είχαν περάσει οι απαιτούμενες ημέρες από τον
καθαρισμό της, με αποτέλεσμα να παρασυρθούν τα κονιάματα και να αχρηστευθεί.
Έτσι, δε μπορούσαν να καταφύγουν στην ακρόπολη οι κάτοικοι. Στην πόλη έσπευσε
σε βοήθεια στρατιωτική δύναμη από την Πελοπόννησο και Αλανοί μισθοφόροι, πολλοί
από τους οποίους αυτομόλησαν στον εχθρό καθώς και στρατιωτικά σώματα από την Κωνσταντινούπολη,
τα οποία όμως είχαν εντολή να παραμείνουν έξω από τα τείχη.
Οι κάτοικοι
προέβαλαν σθεναρή αντίσταση. ακόμη και οι γυναίκες βοηθούσαν μεταφέροντας νερό,
λίθους, τρόφιμα στους πολεμιστές ή και πολεμώντας οι ίδιες. Τα ξημερώματα της
ενάτης ημέρας της πολιορκίας, οι εχθροί εισέβαλαν από το ρήγμα που είχε
προξενήσει η πετροβόλος μηχανή κοντά στον Πύργο του Χαμαιδράκοντος, στο
ανατολικό τείχος. Στις 24 Αυγούστου, η πόλη πλημμύρισε από εχθρούς. Ακολούθησε
άγρια σφαγή, λεηλασίες, βιασμοί. Η περιγραφή της πολιορκίας και της αλώσεως από
την γραφίδα του Μητροπολίτου Ευσταθίου δίνει όλο το μέγεθος της καταστροφής. Η
πόλη που ήταν γη μακάρων, γράφει, γέμισε από άταφα πτώματα ανδρών, γυναικών,
παιδιών, γερόντων και αυτή που ήταν πανέμορφη, μεγαλόπολις, κατήντησε έτσι «ως
μηδέλείψανον εναπομείναι παλαιάς καλλονής».
Οι Νορμανδοί εισέβαλαν
και στο Ναό του Αγίου Δημητρίου και με πελέκεις κατακομμάτιασαν το κιβώριο του
Αγίου, αφαιρώντας το ασήμι και το χρυσάφι. Κατέλαβαν τα αρχοντικά και τα
σπίτια, ενώ οι Θεσσαλονικείς περιφέρονταν άστεγοι και πεινασμένοι στους δρόμους
της πόλεως και συγκέντρωσαν τους αιχμαλώτους στο ναύσταθμο. Μαζί τους και ο
Μητροπολίτης Ευστάθιος που, αν και μπορούσε να φύγει, παρέμεινε δίπλα στο
ποίμνιό του εμψυχώνοντάς το και προσπαθώντας να μετριάσει τα δεινά της αλώσεως.
Η άλωση της δεύτερης
πόλεως της αυτοκρατορίας γέμισε τους Βυζαντινούς οργή και αγανάκτηση. Ο
Αυτοκράτωρ Ανδρόνικος Α΄ Κομνηνός εξαπέλυσε διώξεις εναντίον των συγγενών του
Δαυίδ Κομνηνού στην Κωνσταντινούπολη και δημιούργησε ένα κλίμα τρομοκρατίας,
καθώς απέδιδε την ήττα σε μυστική συμφωνία των αντιπάλων του με τους
Νορμανδούς.
Οι Νορμανδοί άφησαν
φρουρά στη Θεσσαλονίκη και κατευθύνθηκαν εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως. Ένα
τμήμα τους προχώρησε να καταλάβει τις Σέρρες, ενώ το κύριο τμήμα του
στρατεύματος έφθασε στη Μοσυνόπολη της Θράκης. Ο νορμανδικός στόλος είχε ήδη
φθάσει έξω από την Κωνσταντινούπολη.
Στις 15 Δεκεμβρίου του
1185, όμως, ένα τυχαίο γεγονός οδήγησε στην ανατροπή του Ανδρονίκου του Α΄ και
στον φρικτό του θάνατο. Ο νέος Αυτοκράτωρ Ισαάκιος Β΄ Άγγελος, με τον οποίο
εγκαινιάζεται η Δυναστεία των Αγγέλων, κατόρθωσε να συγκροτήσει αξιόμαχο
στρατό, που με αρχηγό τον Στρατηγό Αλέξιο Βρανά επιτέθηκε εναντίον των
Νορμανδών και κατέλαβε τη Μοσυνόπολη. Στις 7 Νοεμβρίου του 1185 οι Νορμανδοί
ηττήθηκαν κατά κράτος ανατολικά του Στρυμόνα και αναγκάσθηκαν να εκκενώσουν την
Θεσσαλονίκη, ενώ την άνοιξη του 1186 αποχώρησαν από το Δυρράχιο και την
Κέρκυρα. Αλλά και ο στόλος των Νορμανδών κατά την υποχώρησή του είχε απώλειες
από τις επιθέσεις του βυζαντινού ναυτικού, από τρικυμίες και αρρώστιες.
Μετά την απομάκρυνση
των Νορμανδών, ο Ισαάκιος προσπάθησε να συνάψει συμμαχίες στη Βαλκανική. Έλαβε
ως σύζυγο σε δεύτερο γάμο την θυγατέρα του Βασιλιά της Ουγγαρίας Βελά, την
παιδούλα Μαργαρίτα, η επιβολή όμως εκτάκτων φόρων για τον εορτασμό των γάμων
προκάλεσε τις αντιδράσεις κυρίως των Βουλγάρων και των Βλάχων της περιοχής του
Αίμου, που επαναστάτησαν κατά του Βυζαντίου με αρχηγούς τους αδελφούς Ασέν.
Επανειλημμένες εκστρατείες των Βυζαντινών κατά των Βουλγάρων δεν μπόρεσαν να
καταστείλουν την εξέγερση και οι Βούλγαροι ίδρυσαν το δεύτερο βουλγαρικό κράτος
με έδρα το Τέρνοβο, το 1187. Έκτισαν μάλιστα ναό προς τιμήν του Αγίου
Δημητρίου, διακηρύσσοντας ότι ο Χριστομάρτυς Δημήτριος εγκατέλειψε την
μητρόπολη της Θεσσαλονίκης και τον εκεί ναό του και ήλθε για να τους βοηθήσει
να αποτινάξουν τον ζυγό των Ρωμαίων.
Μετά την ανατροπή του
Ισαακίου Β΄ Αγγέλου, το 1195, από τον αδελφό του Αλέξιο τον Γ΄ (1195-1203), οι
Βλαχοβούλγαροι επιχείρησαν επιδρομές στη Μακεδονία κοντά στις Σέρρες, ενώ
ανεξαρτητοποιήθηκε και ο Βλάχος Ντομπρομίρ Χρύσος, Διοικητής της Στρούμιτζας, ο
οποίος κατέλαβε τον Πρόσακο, απόρθητο φρούριο στον Αξιό και πρόσκαιρα την
Πελαγονία και τον Πρίλαπο. Η κατάσταση έγινε πιο επικίνδυνη για το Βυζάντιο,
όταν το 1197 δολοφονήθηκε ο Πέτρος Ασέν και τον διαδέχθηκε ο αδελφός του
Ιωαννίτζης (Καλογιάν ή Σκυλοϊωάννης), που έθεσε ως στόχο την επέκταση του
κράτους του εις βάρος του Βυζαντίου.
Η κακοδιοίκηση και η
δυναστική κρίση του Βυζαντίου επί Αλεξίου του Γ΄ είχε ως αποτέλεσμα την εκτροπή
της Δ΄ Σταυροφορίας και την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Φράγκους και
τους Βενετούς, στις 13 Απριλίου του 1204. Ο Αλέξιος ο Γ΄ προέβαλε ελάχιστη
αντίσταση και εγκατέλειψε ήδη την Πόλη τη νύχτα της 17ης Ιουλίου του 1203,
παίρνοντας μαζί του και το βασιλικό θησαυροφυλάκιο, καταφεύγοντας στη
Φιλιππούπολη και μετά στη Μοσυνόπολη της Θράκης.
Η Μακεδονία κατά τη
διάρκεια της Λατινοκρατίας (1204 - 1261)
Το Λομβαρδικό Βασίλειο
της Θεσσαλονίκης (1204-1224)
Η άλωση της
Κωνσταντινουπόλεως από τους Σταυροφόρους, το 1204, αποτελεί τομή στην ιστορία
του Βυζαντίου. Η αυτοκρατορία διαλύθηκε και την θέση της πήρε η Λατινική
Αυτοκρατορία της Κωνσταντινουπόλεως, με Φράγκο αυτοκράτορα και Βενετό πατριάρχη.
Τα υπόλοιπα εδάφη της επιδικάσθηκαν, με τη Σύμβαση για την διανομή του
βυζαντινού κράτους του Μαρτίου 1204, στους άλλους αρχηγούς και βαρώνους και στη
Βενετία. Ιδρύθηκαν ωστόσο και τρία ελληνικά κράτη: της Τραπεζούντας από τον
Αλέξιο και τον Δαυίδ Κομνηνό, η Αυτοκρατορία της Νικαίας στη Βιθυνία από τον
γαμπρό του Αλεξίου του Γ΄, Θεόδωρο Λάσκαρη και το κράτος της Ηπείρου από τον
εξάδελφο του Αυτοκράτορος Μιχαήλ Δούκα, που στόχο είχαν την ανακατάληψη της
Κωνσταντινουπόλεως και την ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Υποψήφιοι για το αξίωμα
του αυτοκράτορος ήταν ο Βαλδουίνος της Φλάνδρας και ο Βονιφάτιος του Μονφερά
της Λομβαρδίας. Με την υποστήριξη όμως του Δόγη της Βενετίας Ερρίκο Δάνδολο
αναγορεύθηκε αυτοκράτορας ο Βαλδουίνος, που στέφθηκε στην Αγία Σοφία στις 16
Μαΐου του 1204. Στον Βονιφάτιο παραχωρήθηκε η Μικρά Ασία και η Πελοπόννησος. Ο
ίδιος όμως διεκδίκησε την δεύτερη πόλη της αυτοκρατορίας, την Θεσσαλονίκη και
την περιοχή της. Προέβαλε μάλιστα και κληρονομικά δικαιώματα, εφ' όσον οι
πρόσοδοι της περιοχής είχαν δοθεί ως προίκα στον αδελφό του Ρενιέ, όταν
νυμφεύθηκε την θυγατέρα του Αυτοκράτορος Μανουήλ Α΄ Κομνηνού, το 1179. Ο
Βαλδουίνος δέχθηκε, η αντίδραση όμως των βαρώνων του προκάλεσε ρήξη μεταξύ των
δύο πρωταγωνιστών.
Ο Βαλδουίνος καταδιώκοντας
τον Αυτοκράτορα Αλέξιο τον Γ΄, που από τη Μοσυνόπολη κατευθύνθηκε προς την
Θεσσαλονίκη, ξεκίνησε από την Αδριανούπολη, έφθασε έξω από την Θεσσαλονίκη και
ζήτησε την υποταγή της πόλεως. Όπως και με τις πόλεις της Θράκης, που δήλωσαν
πίστη στον Φράγκο αυτοκράτορα για να αποφύγουν τις λεηλασίες και την
καταστροφή, οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης συμφώνησαν να παραδοθούν με τον όρο να
μην εισέλθει ο στρατός του στην πόλη και να αναγνωρισθούν τα προνόμιά της, που
ίσχυαν από παλαιά. Ο Βαλδουίνος επικύρωσε πράγματι με χρυσόβουλλο λόγο τη
συμφωνία: «τοις Θεσσαλονικεύσι προσέσχε καίγράμμα σφίσιν ερυθρόγραφον
ενεχείρισε, πασι τοις εθίμοις τηπόλει τόέμπεδον χαριζόμενον».
________________________________
Αύριο η συνέχεια

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου