Για δεύτερη συνεχόμενη εβδομάδα η μητέρα των αγορών δεν κατάφερε να επανακτήσει τη ζώνη των 5727-5760 μονάδων, παρά τις δηλώσεις του Τραμπ λίγο πριν κλείσουν οι αγορές περί «πιθανής ευελιξίας των δασμών». Η ανησυχία για τη δυναμική της παγκόσμιας οικονομίας λόγω των μέτρων προστατευτισμού στο διεθνές εμπόριο αποτελεί πλέον το μεγαλύτερο βαρίδι για τις επιδόσεις της Wall.
Ο
δείκτης απέχει περίπου 8% από τα ιστορικά του υψηλά, με τον επενδυτικό
ενθουσιασμό να έχει υποχωρήσει και πλέον η διάθεση για ανάληψη κινδύνου να
είναι σαφώς περιορισμένη, κάτι που είναι έκδηλο ειδικά στον τεχνολογικό τομέα
που ένα μεγάλο εύρος του παρουσιάζει ιδιαίτερα υψηλές αποτιμήσεις
Το
ενδιαφέρον πλέον εστιάζεται στις 2 Απρίλιου, ημερομηνία κατά την οποία
αναμένεται ο Πρόεδρος των ΗΠΑ να ανακοινώσει πρόσθετους δασμούς σε βασικούς
εμπορικούς εταίρους,ενώ ήδη οι δασμοί που έχουν επιβληθεί έχουν οδηγήσει σε
σημαντική μείωση των εκτιμήσεων για τους φετινούς ρυθμούς ανάπτυξης, αλλά και
στα πρώτα αποτυπώματα στα εταιρικά αποτελέσματα.
Η
FedEx είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του αποτυπώματος, καθώς η
μετοχή «βαρόμετρο» για τον κόσμο των μεταφορών υποβάθμισε αυτή την εβδομάδα το
outlook για τα κέρδη, λόγω «αδυναμίας και αβεβαιότητας στη βιομηχανική
οικονομία των ΗΠΑ», με αποτέλεσμα να καταγράψει ενδοσυνεδριακές απώλειες έως
και 9%.
Πιο
συγκεκριμένα, η FedEx μείωσε τις προβλέψεις για τα κέρδη και τα έσοδα ολόκληρου
του έτους, καθώς βρίσκεται αντιμέτωπη ήδη με πολύ πιο ήπια ζήτηση για τις
υπηρεσίες της από επιχείρηση σε επιχείρηση, λόγω ακριβώς της δασμολογικής
πολιτικής του Ντόναλτ Τραμπ.
Ως
εκ τούτου, μείωσε εκ νέου την πρόβλεψή της για προσαρμοσμένα κέρδη σε ένα εύρος
από 18 έως 18,60 δολάρια ανά μετοχή. Υπενθυμίζουμε ότι ήδη είχε μειώσει την
πρόβλεψη για κέρδη μεταξύ 19 και 20 δολαρίων ανά μετοχή, από το αρχικό εύρος
του στόχου των 20 έως 22 δολαρίων ανά μετοχή.
Για
το τρίτο τρίμηνο που έληξε στις 28 Φεβρουαρίου, η FedEx ανέφερε προσαρμοσμένο
κέρδος ανά μετοχή 4,51 δολάρια, ήτοι υψηλότερο από 3,86 δολάρια ανά μετοχή
πέρυσι, αλλά κάτω από το μέσο όρο των εκτιμήσεων των αναλυτών για 4,54 δολάρια.
Ο
Διευθύνων Σύμβουλος της FedEx, Raj Subramaniam, δήλωσε ότι η εταιρεία
«πλοηγείται σε ένα πολύ απαιτητικό λειτουργικό περιβάλλον, συμπεριλαμβανομένης
μιας συμπιεσμένης περιόδου αιχμής και έντονων καιρικών φαινομένων».
Τόσο
η FedEx όσο και η ανταγωνίστρια της United Parcel Service θεωρούνται βαρόμετρα
για την παγκόσμια οικονομία, καθώς η δραστηριότητα τους αγγίζει σχεδόν όλο το
επιχειρηματικό περιβάλλον και ειδικά τον βιομηχανικό τομέα, ο οποίος
περιλαμβάνει επιχειρήσεις που παράγουν προϊόντα που χρησιμοποιούνται για την
παραγωγή άλλων αγαθών.
Ως
εκ τούτου, η βιομηχανία προσφέρει σημαντικό όγκο φορτίου και πιο κερδοφόρες
παραδόσεις για την FedEx και την UPS. Το γεγονός λοιπόν ότι ο βιομηχανικός
τομέας παρουσιάζει μειωμένη ζήτηση για τις υπηρεσίες των δύο εταιρειών
υποδηλώνει ότι η βιομηχανία ίσως δεν επιστρέψει σε ανάπτυξη από φέτος.
Οι
ελπίδες για τη βιομηχανική ανάπτυξη ροκανίστηκαν από τους δασμούς της
κυβέρνησης Τραμπ, με τους αναλυτές της αγοράς να εκτιμούν ότι θα μπορούσαν να
πυροδοτήσουν ακόμα και ύφεση που θα αποδυναμώσει περαιτέρω τη ζήτηση μεταφορών
και παράδοσης.
Το
απαιτητικό μακροοικονομικό περιβάλλον έχει οδηγήσει τη FedEx και την UPS σε μια
σκληρή μάχη για το μερίδιο αγοράς, με τους αναλυτές να ανησυχούν ότι θα
μπορούσαν να οδηγηθούν σε πόλεμο τιμών, κάτι που θα επιβαρύνει ακόμα
περισσότερο τα περιθώρια κέρδους.
Ρολόι
ύφεσης από το UCLA Anderson
Το
UCLA Anderson εκδίδει προβλέψεις από το 1952 και ως εκ τούτου οι αναλύσεις του
αποτελούν ένα αξιόλογο οδικό χάρτη για την αγορά. Το πρόσφατο UCLA Anderson
Forecast, όχι μόνο επικαλείται ουσιαστικές αλλαγές στην οικονομία από τις
πολιτικές της κυβέρνησης Τραμπ, αλλά εξέδωσε την Τρίτη και το πρώτο «ρολόι
ύφεσης».
Σύμφωνα
με την ανάλυσή με τίτλο «Οι πολιτικές του Τραμπ εάν εφαρμοστούν πλήρως,
υπόσχονται ύφεση», οι δασμολογικές και μεταναστευτικές πολιτικές αλλά και τα
σχέδια για τη μείωση του ομοσπονδιακού εργατικού δυναμικού των ΗΠΑ θα μπορούσαν
να προκαλέσουν σημαντική συρρίκνωση της οικονομίας.
Αν
και λοιπόν δεν υπάρχουν ακόμη σημάδια ύφεσης, καθώς προς το παρόν κανένας από
τους δείκτες της παραγωγής, της απασχόλησης, του εισοδήματος και της ανάπτυξης
δεν φαίνεται να είναι κοντά σε επίπεδα που θα ωθούσαν την Επιτροπή του Εθνικού
Γραφείου Οικονομικών Ερευνών να κηρύξει ύφεση, εντούτοις «είναι απολύτως πιθανό
να δημιουργηθεί στο εγγύς μέλλον», σύμφωνα με την έκθεση.
H
ύφεση συμβαίνει όταν πολλοί τομείς της οικονομίας συρρικνώνονται ταυτόχρονα. Το
UCLA Anderson Forecast ανέφερε ότι οι μειώσεις στο εργατικό δυναμικό από τις
μεταναστευτικές πολιτικές της διοίκησης θα δημιουργήσουν ελλείψεις εργατικού
δυναμικού, οι δασμοί θα αυξήσουν τις τιμές και θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε
συρρίκνωση τον μεταποιητικό τομέα, ενώ αλλαγές στις ομοσπονδιακές δαπάνες θα
μειώσουν την απασχόληση για κρατικούς εργαζόμενους και ιδιώτες εργολάβους. «Εάν
όλα αυτά συμβούν ταυτόχρονα, τότε έχουμε την τέλεια συνταγή για ύφεση» σύμφωνα
με την ανάλυση του UCLA Anderson. Την ύφεση αυτή έχουν αρχίσει να τη
διαισθάνονται οι πολίτες.
Ο
μέσος ερωτώμενος στην έρευνα του CNBC για τον Μάρτιο που δημοσιεύθηκε την Τρίτη
που μας πέρασε, προέβλεψε πιθανότητα ύφεσης 36% το επόμενο έτος, από 23% τον
προηγούμενο μήνα. Ωστόσο, παραμένει πολύ
κάτω από το επίπεδο του 50% που επικρατούσε το 2022 και το 2023 στον απόηχο της
πανδημίας, χρονιές που εν τέλει οι ΗΠΑ γλύτωσαν την ύφεση.
Αυτό
δείχνει πόσο δύσκολο είναι να προβλέψει κανείς μια ύφεση ή ακόμα και να
καθορίσει εάν η οικονομία βρίσκεται σε ύφεση.
Πάντως, ούτε οι αξιωματούχοι της κυβέρνησης των ΗΠΑ, από τον Πρόεδρο έως
τους υπουργούς του, δεν αποκλείουν μια ύφεση εξαιτίας των πολιτικών τους.
Αντίθετα, αναγνωρίζουν ότι θα υπάρξει μια «μεταβατική περίοδος», ενώ ο υπουργός
Εμπορίου είχε πει ότι μια ύφεση θα «αξίζει τον κόπο» για τα κέρδη που θα προκύψουν
τελικά από αυτές τις πολιτικές.
Σύμφωνα
με το χρονοδιάγραμμα του UCLA Anderson Forecast, μια ύφεση είναι πιθανή τα
επόμενα ή δύο χρόνια. Όπως αναφέρει συγκεκριμένα η έκθεση: «Αρχίζουν να
εμφανίζονται αδυναμίες στα πρότυπα δαπανών των νοικοκυριών. Και ο
χρηματοπιστωτικός τομέας, με αυξημένες αποτιμήσεις περιουσιακών στοιχείων και
νέους τομείς κινδύνου, ετοιμάζεται να ενισχύσει οποιαδήποτε ύφεση. Επιπλέον, η
ύφεση θα μπορούσε να καταλήξει στασιμοπληθωριστική».
Ο καθηγητής του UCLA Κρίστοφερ Σ. Τανγκ αναμένει ότι η δασμολογική στρατηγική του Τραμπ θα έχει αρνητικές οικονομικές συνέπειες για τους Αμερικανούς, με τη μορφή υψηλότερων τιμών για καταναλωτικά αγαθά, όπως τα ηλεκτρονικά είδη, τα είδη ένδυσης και τα αυτοκίνητα. Οι υψηλότερες τιμές θα επηρεάσουν πιο σοβαρά τα νοικοκυριά με χαμηλό εισόδημα, επειδή οι δαπάνες τους για αυτά τα αγαθά αντιπροσωπεύουν υψηλότερο ποσοστό του εισοδήματός τους.
Όπως και να έχει, η μειωμένη κατανάλωση για μια οικονομία που τα δύο τρίτα του ΑΕΠ είναι καταναλωτικές δαπάνες και μόνο το 11% βιομηχανία, αποτελεί πρόβλημα. Αυτό αναγνωρίζει και η επενδυτική κοινότητα, η οποία δεν δίνει τα απαραίτητα καύσιμα στη Wall να επανέλθει πάνω από τους μέσους κινητούς των 200 ημερών. Αν και η άλλη εβδομάδα δείξει την ίδια αδυναμία, τα διαγράμματα θα ανοίξουν για χαμηλότερα επίπεδα, που για τη μητέρα των αγορών μεταφράζονται στη ζώνη των 5200-5300 μονάδων.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου