23 Δεκεμβρίου, 2021

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΤΙΜΙΩΝ ΔΩΡΩΝ ΠΟΥ ΠΡΟΣΕΦΕΡΑΝ ΟΙ ΜΑΓΟΙ ΣΤΟ ΧΡΙΣΤΟ (ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΕΡΟΣ)


Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΟΝΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΥΛΟΥ
Είναι κτισμένη ανάμεσα σε δύο χείμαρρους στην δυτική πλευρά του Άθω και απέχει είκοσι λεπτά από τη θάλασσα, όπου είναι και το λιμανάκι της, και μιάμιση ώρα από το γειτονικό μοναστήρι, αυτό του Αγίου Διονυσίου.

Σήμερα η μονή Αγίου Παύλου τιμάται στην Υπαπαντή του Κυρίου,
 στις 2 Φεβρουαρίου, ενώ παλαιότερα, σε διάφορες εποχές, ήταν 
αφιερωμένη στον Σωτήρα Χριστό, στη Θεοτόκο 
και στον Άγιο Γεώργιο τον Τροπαιοφόρο.

Οι παραδόσεις σχετικά με την ίδρυση της Μονής είναι πολλές ενώ φαίνεται καθαρά πως υπάρχει μία σύγχυση μεταξύ δύο συνώνυμων προσώπων, του Οσίου Παύλου και του Παύλου Ξηροποταμίτη. Μια παράδοση τοποθετεί την ίδρυση της μονής στο τέλος του 8ου ή στις αρχές του 9ου αιώνα, από τον Όσιο Παύλο.

Για τον οποίο οι πηγές αναφέρουν ότι μόναζε κοντά στην περιοχή της μονής. Η δεύτερη παράδοση αποδίδει την ίδρυση της μονής στον Παύλο Ξηροποτα-μηνό ή Ξηροποταμίτη, ο οποίος ήταν μοναχός σύγχρονος του Οσίου Αθανασίου του Αθωνίτη. 

Μία τρίτη παράδοση αναφέρεται στην ύπαρξη ενός παλαιού μοναστηριού, τιμώμενο στα Εισόδια της Θεοτόκου, που είχε ιδρυθεί από κάποιον Στέφανο στα χρόνια του αυτοκράτορος Μεγάλου Κωνσταντίνου. Η επικρατέστερη εκδοχή, ωστόσο, είναι πως ο μοναχός Παύλος Ξηροποταμηνός προς το τέλος τη« ζωής του αποτραβήχτηκε από το μοναστήρι του στην περιοχή, που ανήκε επίσης στη μονή Ξηροποτάμου. 

Ο μοναχός Παύλος φαίνεται ότι ασκήτευσε σε κάποιο κελλί κοντά στην περιοχή και έκτισε μεταξύ των δύο χειμάρρων τη μονή κατά το β'μισό του 10ου αιώνα. Η μονή, ιδρυμένη στον ίδιο αυτό χώρο, ονομαζόταν στην αρχή Μονή του Ξηροποτάμου και αργότερα επικράτησε το σημερινό της όνομα, όμοιο με του κτήτορά της, όπως άλλωστε έγινε και με άλλες αγιορείτικες μονές. 

Λίγο μετά την ίδρυση της και για δύο αιώνες η Μονή Αγίου Παύλου δεν αναφέρεται ανάμεσα στις άλλες μονές του Αγίου Όρους, ίσως γιατί είχε στο μεταξύ υποβιβαστεί σε κελλί. Μόλις το 1259 γίνεται ξανά λόγος γι' αυτήν -αφιερωμένη μάλιστα τώρα στον Σωτήρα Χριστό-σε ένα χρυσόβουλλο του Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου, με το οποίο επικυρώθηκαν ορισμένα κτήματα της. 

Στη συνέχεια, υποβιβάστηκε ξανά σε κελλί υπαγόμενο στη μονή Ξηροποτάμου. Αυτό συνέβη μετά τις φοβερές επιδρομές των πειρατών εναντίον της, ίσως και της επιδρομής των Καταλανών, όπου η μονή σχεδόν καταστράφηκε.

Το 1370 παραχωρήθηκε ως κελλί στους Σέρβους μοναχούς Γεράσιμο Ραδώνια και Αντώνιο Πηγάση και χάρη στις αδιάκοπες φροντίδες τους πήρε οριστικά πια τη θέση της ανάμεσα στα αθωνικά μοναστήρια. Σε ένα παλαιότερο έγγραφο του Πρώτου Ισαάκ.

Το 1316, υπογράφει και ο ηγούμενος της ως τριακοστός ένατος, ενώ στο Γ' Τυπικό του Αγίου Όρους η μονή Αγίου Παύλου βρίσκεται στη δέκατη όγδοη θέση.Τέλος, σε σιγίλλιο του πατριάρχη Ματθαίου (1404), που ρυθμίζει τις οριακές διαφορές της με τη μονή Διονυσίου, χαρακτηρίζεται «αρχαία», κάτι που επιβεβαιώνει την παλαιότερη ύπαρξη της στο σημείο αυτό.

Στις αρχές του 15ου αιώνα τη μονή ενίσχυσαν ο αδελφός του παραπάνω Γερασίμου, Νικόλαος, ο Ραδοσλάβος Σαμπίας (1405), ο Ιωάννης Ζ' Παλαιολόγος ως δεσπότης της Θεσσαλονίκης (1406), Ο Σέρβος ηγεμόνας Γκιούρ και ο αδερφός του Λάζαρος (1416), ο Ιωάννης Η' Παλαιολόγος (1437) και ο επίσης ο Σέρβος ηγεμόνας Βράνκοβιτς,

Ο οποίος και χρηματοδότησε το πρώτο σοβαρό οικοδομικό πρόγραμμα της μονής και έκτισε νέο ευρύτερο καθολικό αφιερωμένο στον Άγιο Γεώργιο. Η κόρη του Βράνκοβιτς, Μάρα, σύζυγος του σουλτάνου Μουράτ Β' και θετή μητέρα του Μωάμεθ του Πορθητή, δώρισε στη μονή 1000 δουκάτα και δύο κτήματα, στις Σέρρες και στα Νέα Ρόδα. 

Εκτός από τις χρηματοδοτήσεις της μονής, η Μάρα ήταν εκείνη που μετέφερε τα Τίμια Δώρα στην μονή, μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, σώζοντας τα από την καταστροφική μανία των Τούρκων. Στη συνέχεια ευεργέτησαν τη μονή οι ηγεμόνες των παραδουνάβιων χωρών, Έλληνες και Ρουμάνοι.

Όπως ο Στέφανος ο μέγας, ο Νεάγκος Βασσαράβας που χρηματοδότησε την ανέγερση του πύργου (1521) και ο Κωνσταντίνος Βασσαράβας Βραγκοβάνος, που φρόντισε για την ανακαίνιση και διεύρυνση των κτιρίων της και πολλοί άλλοι. Με τη συμπαράσταση των ηγεμόνων αυτών η μονή πέρασε μια σχετικά μεγάλη περίοδο ακμής, που συνεχίστηκε και τον 17° αιώνα κατά τον οποίο συντηρούσε 200 περίπου μοναχούς.

Παρ' όλα όμως αυτά για ν’ ανταποκριθεί στις μεγάλες οικονομικές της ανάγκες και μάλιστα στους εξοντωτικούς φόρους των Τούρκων αλλά και τις τοκογλυφίες των Εβραίων δανειστών της, αναγκάστηκε να πουλήσει λίγο-λίγο πολλά από τα κτήματα της. Στα τέλη του 18ου αιώνα ο δραστήριος σκευοφύλακάς της, Γρηγόριος, περιόδευσε σε πολλά μέρη και συγκέντρωσε αρκετά χρήματα, με τα οποία μπόρεσε να αναλάβει κάπως η μονή.

Μετά από αυτόν, στις αρχές του 19ου αιώνα, άλλος μοναχός της, ο Άνθιμος Κομνηνός από τη Σηλυβρία, ηγούμενος των μετοχιών της Ρουμανίας και φίλος του πατριάρχη Γρηγορίου Ε', έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για την ανακαίνιση της μονής, στην οποία επίσης δώρισε μερικά κτήματα στην Κασσάνδρα και τη Θάσο, καθώς και διάφορα εκκλησιαστικά σκεύη και άμφια.

Την περίοδο της ελληνικής επαναστάσεως, η μονή σχεδόν ερήμωσε, αφού οι περισσότεροι μοναχοί της έφυγαν είτε για να βοηθήσουν στον κοινό αγώνα είτε για να αποφύγουν τις βαρβαρότητες των Τούρκων. Αργότερα η μονή κατοικήθηκε ξανά από μοναχούς και η κατάσταση της καλυτέρευσε ιδιαίτερα μετά τις δωρεές των τσάρων της Ρωσίας Αλεξάνδρου Α' Νικολάου Α'. 

Η μονή κτισμένη πάνω σε βράχο δε μπορούσε να επεκταθεί περισσότερο και γι' αυτό το αναγκάστηκε να αναπτύξει τις οικοδομές της σε άλλους χώρους. Πολλές φορές καταστράφηκε από διάφορες και όπως είναι τελευταία η πυρκαγιά του 1902 και η πλημμύρα του 1911, οπότε και ξανακτίστηκε σχεδόν την αρχή.

Χρονολογικά οι κτιριακές εγκαταστάσεις μονής αποδίδονται σε πολλές εποχές και συγκεκριμένα στον 15° αιώνα, όπου κτίστηκε η βορεινή της πλευρά στις αρχές του 16ου αιώνα ο αμυντικός της πύργος, αρχές του 18ου ανακαινίστηκε η τράπεζα και στους τελευταίους αιώνες, 19° και 20°, ανοικοδομήθηκαν τα άλλα κτίρια της μονής.

Το καθολικό της, που τιμάται στην Υπαπαντή Κυρίου, σύμφωνα με μια επιγραφή έξω από την πόρτα άρχισε να κτίζεται το 1839 και τελείωσε στις 23 Απριλίου του 1844, ημέρα του αγίου Γεωργίου. Η τοιχοποίησή του είναι ολόκληρη από μάρμαρο και ο χωρισμός διάφορα μέρη του ναού γίνεται με κίονες, γι' αυτό σχηματίζεται πολύ άνετος και ευρύχωρος στο εσωτερικό του.

Ο ναός, ως νεότερο κτίσμα, παραμένει χωρίς τοιχογραφίες, ενώ από το παλαιότερο καθολικό σώζεται στη βιβλιοθήκη της μονής ένα κομμάτι της αξιόλογης τοιχογραφίας με το κεφάλι του Οσίου Αθανασίου του Αθωνίτη. Εκτός από το καθολικό, η μονή διαθέτει 12 παρεκκλήσια, από τα οποία τα δύο, του Αγίου Παύλου του Αγίου Γεωργίου, βρίσκονται δεξιά και άριστε της λιτής,

Ενώ τα υπόλοιπα σε διάφορα άλλα σημεία μέσα και έξω από τη μονή. Το αξιολογότερο είναι, του Αγίου Γεωργίου, στη βορεινή πλευρά, με ενδιαφέρουσες τοιχογραφίες Κρητικής τέχνης του 1555. Η μονή έχει δικά της 3 κελλιά στις Καρυές, από τα οποία του Αγίου Ανδρέα χρησιμεύει για αντιπροσωπείο της, το μετόχι του Μονοξυλίτη μέσα στο Όρος και μερικά άλλα έξω από αυτό.

Στη μονή Αγίου Παύλου υπάγονται ακόμη δύο σκήτες, η Νέα Σκήτη και του Αγίου Δημητρίου. Η Νέα Σκήτη, αφιερωμένη στο Γενέσιον της Θεοτόκου (8 Σεπτεμβρίου), είναι ελληνική, ιδιόρρυθμη και βρίσκεται νοτιοανατολικά της μονής προς την παραλία ενώ παλαιότερα ονομαζόταν σκήτη του Πύργου. Οργανώθηκε και πήρε τη μορφή σκήτης στα μέσα περίπου του 18ου αιώνα.

Σε αυτήν τη σκήτη ασκήτευσε μεταξύ άλλων και ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης. Περιλαμβάνει 28 καλύβες, κτισμένες όλες σε γραφικές τοποθεσίες, και το κυριακό όπου φυλάσσονται 200 χειρόγραφα, φορητές εικόνες και άμφια. Η μονή αυτήν την περίοδο αριθμεί περίπου 35 μοναχούς.

Στο χώρο της Νέας Σκήτης είναι πιθανό να υπήρχε άλλοτε μια από τις αρχαίες κωμοπόλεις του Άθω. Αυτό βγαίνει ως συμπέρασμα, ύστερα από τους τάφους και άλλα αντικείμενα, και μάλιστα και νομίσματα, βρέθηκαν στο πάνω μέρος της σκήτης.

Η άλλη σκήτη του Αγίου Δημητρίου ή Λάκκου Σκήτη ή Λακκοσκήτη βρίσκεται στη βορειοανατολική πλευρά της χέρσο σου, ανάμεσα στη μονή και στον πύργο της Μορφών (Αμαλφινών). Κτισμένη τον 18° αιώνα είναι και ιδιόρρυθμη και αποτελείται από το κυριακό της από 25 καλύβες, όπου κατοικούν, όχι σε όλες, πολλοί Ρουμάνοι μοναχοί.

Από τα πολλά κειμήλια, που έχει να παρουσιάσει η μονή Αγίου Παύλου, εκτός από τα Τίμα Δώρα μάγων, ξεχωρίζουμε ένα τεμάχιο Τιμίου Ξύλου, λείψανα πολλών Αγίων, εγκόλπια, σταυρούς, ιερά σκεύη άμφια. Κυρίως όμως ένας μεγάλος ξύλινος σταυρός ένα δίπτυχο θεωρούνται από τα σημαντικότερα κειμήλια της μονής και γενικά του Αγίου Όρους για τις Αγιογραφίες που περιέχονται σ' αυτά.

Ακόμη στη μονή σώζονται πολλές φορητές εικόνες, όπως της Παναγίας Μυροβλύτισσας, του Αγίου Γεωργίου, της Δεήσεως Αλληλογραφία) κτλ. Η βιβλιοθήκη της μονής, πολύ καλά γανωμένη, περιέχει 494 χειρόγραφα, από τα οποία είναι περγαμηνές, και 12.500 περίπου έντυπα βιβλία.

Η μονή του Αγίου Παύλου ακολουθεί το κοινοβιακό σύστημα ζωής από το 1840 (σιγίλλιο πατριάρχη Γρηγορίου ΣΤ ') και κατέχει τη δέκατη τέταρτη θέση ανάμεσα στις 20 μονές του Αγίου Όρους. Οι μοναχοί της ξεπερνούν ως σύνολο τους 100, από τους οποίους οι 35 μένουν μέσα στη μονή, ενώ οι υπόλοιποι έξω στα εξαρτήματά της.

Άλλοτε κατοικούσαν στη μονή και πολλοί Σέρβοι μοναχοί, γι' αυτό και η σφραγίδα της έφερε πλήρη επιγραφή, ελληνική και σερβική, σε δύο κύκλους γύρω από την παράσταση του Αγίου Γεωργίου.

Ή πορεία των Τιμίων Λώρων και ο ρόλος της 
Χριστιανής Σουλτάνας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας


ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ, n ίδια n Παναγία, πριν την Κοίμηση της, παρέδωσε τα Τίμια Δώρα των Μάγων μαζί με τα Άγια Σπάργανα του Χριστού, την Τίμια Εσθήτα και την Αγία Ζώνη της στην Εκκλησία των Ιεροσολύμων, οπού και παρέμειναν μέχρι το έτος 400 μΧ. περίπου.

Ο Ευαγγελιστής Λουκάς γράφει για την Παναγία ότι «διετήρει πάντα τα ρήματα ταύτα εν τη καρδία αυτής». Για αυτό το λόγο, πιστεύεται από τους θεολόγους ερ­μηνευτές ότι ένα μεγάλο μέρος από αυτά τα «ρήματα», δηλαδή τα λόγια και τα γεγονότα της ζωής του Κυρίου, η Θεοτόκος τα εκμυστηρεύθηκε στον Άγιο Απόστολο Λουκά, ο όποιος και τα συμπεριέλαβε στο Ευαγγέλιο του.

Δεν χωρεί καμιά αμφιβολία ότι παράλληλα με τα άγια «ρήματα» του Κύριου, η Υπεραγία Θεοτόκος «δεν ετήρει» και ότι άλλο σχετικό με την επίγεια ζωή του Κυρίου, και φυσικά, και τα Τίμια Δώρα. Το 400 μΧ ο Αυτοκράτορας Αρκάδιος μετέφερε τα Τίμια Δώρα στην Κωνσταντινούπολη προς αγιασμό του λαού και προστασία και προβολή της Βασιλεύουσας»!

Σύμφωνα με άλλες πηγές η Αγία Ελένη ήταν εκείνη που μετέφερε τα Τίμια Δώρα στην Κωνσταντινούπολη. Στην Κων/πολη παρέμειναν τα ιερά κειμήλια μέχρι το 1204 μΧ, έτος κατά το οποίο η Πόλη καταλήφθηκε από τους Φράγκους. Στη συνέχεια μεταφέρθηκαν για λόγους ασφαλείας μαζί με αλλά ιερά κειμήλια στη Νίκαια της Βιθυνίας, προσωρινή πρωτεύουσα του Βυζαντίου, όπου και παρέμειναν για εξήντα περίπου χρόνια.

Με την υποχώρηση των Σταυροφόρων επί αυτοκράτορος Μιχαήλ Παλαιολόγου, επεστράφησαν στην Κων/πολη και παρέμειναν στο θησαυροφυλάκιο της Αγίας Σοφίας μέχρι την άλωση της Πόλης από τους Τούρκους το 1453 μΧ.

ΑΠΟ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΜΑΝΙΑ των Τούρκων κατακτητών τα έσωσε η θετή μητέρα του Μωάμεθ Β ' του Πορθητού και Σουλτάνα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Μάρα, η οποία ήταν σύζυγος του Σουλτάνου Μουράτ Β'. Η Σουλτάνα Μάρα ήταν χριστιανή, Ελληνοσερβικής καταγωγής και λεγόταν Μάρω.

Γονείς της ήταν ο Γεώργιος Μπράνκοβιτς, ο οποίος ήταν Δεσπότης της Σερβίας και Βαρόνος του Βασιλείου της Ουγγαρίας και μητέρα της η Ειρήνη Καντακουζηνη, κόρη του Ματθαίου Καντακουζηνού. Η Μάρα Μπράνκοβιτς ήταν γνωστή με πολλά ονόματα, όπως Μάρω, Κομνηνή, Βαλιντέ Χανούμ Σουλτάνα, Κυρά-Μάρω, Μάρα Δέσποινα Χατούν, Σουλτάνα Μαρίγια, Μάρα Χατούν, Δέσποινα Χατούν ή Αμερίσσα. Στο χρυσόβουλλο της, η Μάρα, ονομάζει τον εαυτό της Κυρά-Μάρω.

Η Μάρα γεννήθηκε το 1418 και υπήρξε μια από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες του 15ου αιώνα. Νυμφεύθηκε τον Σουλτάνο Μουράτ Β', το 1435, σε ηλικία 17 ετών. Η Μάρα ενέπνεε μεγάλο σεβασμό στην αυλή του Σουλτάνου και έπαιξε σημαντικό ρόλο στα θρησκευτικά και πολιτικά δρώμενα της εποχής. 

Η Κυρά-Μάρω διατήρησε τη χριστιανική της πίστη και ο σύζυός της, Μουράτ, την σεβάστηκε. Ο Μουράτ Β ' πέθανε το 1451. Τότε, ο ιστορικός Φραντζής αναφέρει συνοικέσιο που έγινε ανάμεσα στην Μάρω και τον τελευταίο βυζαντινό αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, το οποίο όμως δεν ευδοκίμησε. Ο γιός του Μουράτ, ο Μωάμεθ Β ' ο Πορθητής, φέρθηκε στη Μάρω με τον ίδιο σεβασμό, όπως ο πατέρας του. 

Για κάποιους λόγους, που άλλοι ερευνητές αποδίδουν σε δυσμένεια λόγω της εμπλοκής της στην ενθρόνιση των πατριαρχών της εποχής και άλλοι σε επιθυμία της να αποσυρθεί από την ενεργό δράση της αυλής. Αποχωρεί από την Κωνσταντινούπολη και αποσύρεται στην περιοχή της νότιας Βισαλτίας, όπου και εγκαταστάθηκε το 1457. Εκεί ο θετός γιος της, της παραχώρησε μια πολύ μεγάλη έκταση ως ιδιοκτησία της.

Η ΚΥΡΑ-ΜΑΡΩ ΠΑΡΕΜΕΙΝΕ ΣΤΗΝ ΔΑΦΝΗ έως τον θάνατο της, το 1487. Μάλιστα, στη Δάφνη, σώζεται μέρος από τον πανύψηλο πύργο της Μάρως, γνωστός ως «Πύργος της Μάρως». Ο Πύργος της Μάρως, που ήταν τριώροφος, φαίνεται από τα ανασκαφικά δεδομένα ότι χρησιμοποιούνταν ως κατοικία. Φαίνεται πως ακολουθεί την τυπολογία των Πύργων των αγιορείτικων μετοχιών.

Δίπλα στον σημερινό Πύργο της Μάρως, η Μονή Σταυρονικήτα διατηρούσε οικόπεδα ως τα μέσα της δεκαετίας του 1930, μια ακόμα απόδειξη της σύνδεσης της περιοχής με το Άγιο Όρος.Η προσφορά της Μάρως στον Χριστιανισμό είναι πολύ μεγάλη. Εκτός του ότι κατάφερε να σώσει από το θάνατο πολλούς χριστιανούς.

Κατάφερε με την επιρροή που είχε στα πολιτικά δρώμενα να διορίσει και όλους τους χριστιανούς Πατριάρχες, εκτός από τον Γεννάδιο, ενώ εξαγόρασε πολλούς χριστιανούς σκλάβους και άλλα θρησκευτικά κειμήλια, έτσι ώστε να μην τα εκμεταλλευθούν οι Οθωμανοί.

Τα περισσότερα από αυτά στάλθηκαν στο Άγιο Όρος, ενώ άλλα μεταφέρθηκαν στη Βενετία και το Ντουμπρόβνικ. Επίσης, στον παλαιό κώδικα της Ιεράς Μητρόπολης των Αγίων Θεοδώρων Σερρών. Στον οποίο γίνεται καταγραφή των αγίων σκευών και αμφίων της Μητρόπολης αναφέρεται και «Εικόνισμα της κυρά Μάρως. 

Όπου είχε το Τίμιο ξύλο», πράγμα που δείχνει ότι είχε δωρίσει στον Μητροπολιτικό ναό εικόνα της Παναγίας, συρτή, διακοσμημένη που είχε και Τίμιο ξύλο. Κατά την άλωση της Πόλης, η Κυρά-Μάρω παρέλαβε τα Τίμια Δώρα από το αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο.

Ή, σύμφωνα με άλλες πηγές, από το θησαυροφυλάκιο της Αγίας Σοφίας και λίγο αργότερα τα μετέφερε στην Ιερά Μονή του Αγίου Παύλου στο Άγιο Όρος. Η Μάρα, δεν επέλεξε τυχαία τη μονή του Αγίου Παύλου. Ο πατέρας της ήταν ένας από τους κύριους ευεργέτες της Μονής και είχε κτίσει το καθολικό (εκκλησία) της μονής, το οποίο είχε καταστραφεί από τις επιδρομές των πειρατών. 

Η οικογένεια Μπράνκοβιτς είχε, παραδοσιακά, σχέση με τις Μονές του Αγίου Όρους και ιδιαίτερα με τις Μονές Χιλανδαρίου και Αγίου Παύλου, των οποίων οι τότε μοναχοί ήταν σερβικής καταγωγής.Για αυτό το λόγο και το 1466, η Μάρα δώρισε στις Μονές αυτές, εκτάσεις στα χωριά της 'Εζιοβας, που σήμερα λέγεται Δάφνη, όπου και βρίσκεται και ο Πύργος της Μάρως και της Μαροβίτσας, κοντά στη σημερινή Μαυροθά-λασσα. Η Πριγκίπισσα Μάρα, μετά το θάνατο της, άφησε όλα της τα κτήματα στη Μονή Χιλανδαρίου.

ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ της παράδοσης των Τιμίων Δώρων από την Μάρω στους μοναχούς της μονής συνέβη το εξής θαυμαστό γεγονός. Η Μάρα, αφού έφθασε στο λιμανάκι της Μονής άρχισε να προχωρά προς τη Μονή γιατί ήθελε να παραδώσει αυτοπροσώπως τα Τίμια Δώρα. Ώσπου, σύμφωνα με την παράδοση, άκουσε μία φωνή που της έλεγε να μην προχωρήσει περισσότερο, γιατί εδώ στο Όρος υπάρχει άλλη Βασίλισσα, η Θεοτόκος. 

Η Μάρω, τότε, σταμάτησε αμέσως. Στο σημείο εκείνο, μάλιστα, κτίστηκε προς ανάμνηση του γεγονότος αυτού ένα εκκλησάκι.Το σουλτανικό έγγραφο με τις σχετικές πληροφορίες παραδόσεως των Τιμίων Δώρων φυλάσσεται στο αρχείο της Μονής του Αγίου Παύλου.

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ!

Δεν υπάρχουν σχόλια: