08 Ιουλίου, 2019

ΤΟΥ ΑΝΑΓΕΝΝΗΜΕΝΟΥ ΔΙΚΟΜΜΑΤΙΣΜΟΥ ΟΙ ΒΑΘΙΕΣ ΡΙΖΕΣ


Η θριαμβευτική επάνοδος του δικομματισμού στο πολιτικό σκηνικό της χώρας είχε επαρκώς προαναγγελθεί σε τρόπο ώστε να μην προκαλεί έκπληξη ή να δημιουργεί απορίες.

Οι επτά στους δέκα πολίτες από τους έξι στους δέκα που πήραν μέρος στην εκλογική διαδικασία επέλεξαν τους συνδυασμούς των δύο κομμάτων «εξουσίας».

Το ποσοστό μπορεί να θεωρηθεί μεγαλύτερο καθότι δύο τουλάχιστον από τα υπόλοιπα κόμματα που μπήκαν στην βουλή, το ΚΙΝΑΛ και το ΜΕΡΑ25, είχαν ήδη προεκλογικά αυτοπροταθεί ως συμπληρώματα σε όποιο κυβερνητικό σχήμα θα μπορούσε να προκύψει.

Το πάθος που επέδειξαν τα δύο κόμματα "εξουσίας" στην προεκλογική αναμέτρησή τους δεν αντιστοιχούσε σε κάποιες ουσιαστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ τους. 

Και τα δύο είχαν επεξεργαστεί, φέρει, ψηφίσει και εφαρμόσει Μνημόνια σε συνεργασία είτε με την Τρόϊκα, είτε με τους θεσμούς, ανάλογα με τις λεκτικές προτιμήσεις της κάθε εποχής.

Ως εκ τούτου, τα εκλογικά τους προγράμματα είχαν πολλά κοινά σημεία: οι υποσχέσεις αναλώνονταν στην "ανακούφιση" κοινωνικών στρωμάτων -της μεσαίας τάξης για τον ένα, των λαϊκών στρωμάτων για τον άλλο- ενώ προϋπόθεση για την επιτυχία του προγράμματός τους ήταν η προσέλκυση "επενδυτών" και των συνακόλουθων επενδύσεων.

Θα μπορούσε κανείς, στη βάση των προγραμμάτων, να μιλήσει για μονοκομματισμό στην ουσία, πολύ περισσότερο όταν πλέον η απόσταση που χωρίζει μεσαία στρώματα και λαϊκά αντίστοιχα είναι δυσδιάκριτη.

Μια τέτοια προσέγγιση όμως, θα δυσκολευόταν να εξηγήσει το πάθος των μονομάχων για την κυβερνητική εξουσία. Θα δυσκολευόταν επίσης να ερμηνεύσει την διαχρονική παρουσία του δικομματικού φαινομένου τις τελευταίες δεκαετίες, όπως και την ικανότητά του να επιβιώνει σοβαρών κοινωνικών και πολιτικών κρίσεων, όπως αυτές που ζήσαμε και ζούμε.

Η μονομαχία είναι λοιπόν πολύ φανατική σε τρόπο ώστε να μην μπορεί να είναι πλασματική. Υπάρχει ένα έπαθλο για τον νικητή: το κράτος.

Ο κρατικός μηχανισμός δηλαδή και οι μηχανισμοί του σε κάθε επίπεδο εξουσίας, από τους δήμους και τις περιφέρειες ως την ίδια την κυβέρνηση. Η δίψα για την κατάκτηση και τον έλεγχο αυτών των μηχανισμών πηγάζει από την οικονομική και, ως εκ τούτου κοινωνική τους, σημασία.

Άσχετα από τα όσα υποστηρίζουν οι ιδεοληπτικές διακηρύξεις των μονομάχων -ιδιαίτερα των νικητών των τελευταίων εκλογών- ο μεγάλος -και ενίοτε ο μοναδικός- επενδυτής στη χώρα είναι το κράτος. Και δεν πρόκειται για κάποιον "κατά φαντασία" επενδυτή. Μία ματιά γύρω μας πιστοποιεί την έντονη οικονομική δραστηριότητα ακόμα και στα δίσεκτα χρόνια της κρίσης.

Οι συγκοινωνιακές υποδομές, λόγου χάρη, είτε πρόκειται για τους αυτοκινητοδρόμους, είτε για τις νέες σιδηροδρομικές γραμμές, είτε για το μετρό σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, μπορούν άνετα να συγκριθούν με τις πλέον ενεργές επενδυτικά περιόδους στην ιστορία του ελληνικού κράτους.

Η μαζική μεταμόρφωση των πόλεων με τις αναπλάσεις των δημόσιων χώρων τους είναι μια άλλη, επίσης ενδεικτική, ιστορία. Θα μπορούσε κανείς να επεκταθεί και σε άλλα παραδείγματα, από τον τουρισμό ως την βιομηχανία, η γενική όμως εικόνα είναι από μόνη της προφανής.

Ετούτες οι επενδύσεις διαφημίζονται ως "ιδιωτικές" για προφανείς πολιτικούς λόγους. Δεδομένου ότι οι τοποθετήσεις δημόσιου χρήματος και δημόσιας περιουσίας αποσκοπούν στη δημιουργία προϋποθέσεων κερδοφορίας για ιδιωτικούς επιχειρηματικούς κύκλους. 

Θα ήταν ιδιαίτερα άκομψο να δηλωθεί στους ψηφίζοντες πολλούς ότι η κοινή ή η ιδιωτική τους περιουσία αναλίσκεται στο βωμό των συμφερόντων των ολίγων. Η περί επενδυτών φιλολογία καλύπτει επιμελώς την δημόσια «συνδρομή» στην υλοποίηση των επενδύσεων.

Στα χρόνια της κρίσης, και πιο ειδικά στα χρόνια της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, ο ρόλος του κράτους έγινε ακόμα πιο κρίσιμος σε αυτό το πεδίο. Πέρα από τα σημαντικά ποσά των ΕΣΠΑ (20 δισ. το προηγούμενο, 35+ δισ. το τρέχον). 

Η εσωτερική μεταφορά πλούτου δια της φορολογίας και η -μη αναμενόμενη λογικά- αύξηση του δημόσιου χρέους κατά 33 δισ. από το 2015 ως τον Μάρτιο του 2019, αποτυπώνουν εύλογα το ύψος των ποσών που διαχειρίζεται και κατανέμει το κράτος.

Σε σύγκριση με τα παραπάνω ποσά, τα 10,4 δισ. ευρώ των ξένων ιδιωτικών επενδύσεων στη χώρα από τα 2015 ως και 2018 δεν αποτελούν τίποτε περισσότερο από μια ευγενική «συμβολή» στην «ανάπτυξη» της χώρας.

Τα ποσά, λόγου χάρη που συγκεντρώθηκαν από τον ΕΝΦΙΑ στα 2017-18 ήταν σχεδόν του ίδιου επιπέδου με τις επενδύσεις από το εξωτερικό στα ίδια χρόνια.

Η έλευση δε οποιασδήποτε ιδιωτικής επένδυσης εξαρτάται άμεσα από την δυνατότητα πρόσβασης σε δημόσιο χρήμα ή σε δημόσια περιουσία που θα λειτουργήσουν ως πολλαπλασιαστές απόδοσης του επενδυόμενου ιδιωτικού κεφαλαίου. Το τελευταίο δε ενίοτε προέρχεται από δανεισμό, ίσως με την "εγγύηση του κράτους".

Δεν υπάρχουν σχόλια: