04 Αυγούστου, 2018

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΤΗΣ ΑΓΙΑ – ΣΟΦΙΑΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

 

Ο διάκοσμος και η λατρευτική επίπλωση που πρόσθεσαν οι Οθωμανοί είναι αταίριαστα κι αποτελούν παραφωνία μέσα στην όλη αρχιτεκτονική του οικοδομήματος.

Κυρίως, δεν πρέπει να ξεχνά κανείς ότι η Αγία Σοφία προηγείται κατά αιώνες από τους ναούς με τους οποίους συνήθως συγκρίνεται κι ότι έχει φθαρεί από τα βήματα των προσκυνητών και έχει ξεθωριάσει από τη σκόνη που συνόδευε αμέτρητα πλήθη πιστών εδώ και πάνω από 1.350 χρόνια.

Η ΤΕΛΕΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΤΡΟΥΛΟΥ
Ο αιθέριος τρούλος ήταν και είναι το απαράμιλλο αριστούργημα της Αγίας Σοφίας. Σαράντα πέντε γενεές εξελισσόμενου πολιτισμού και τεχνικής έχουν περάσει από τότε, χωρίς να έχουν δημιουργήσει όχι μόνο κάτι ανώτερο αλλά ούτε καν ισάξιο του.

Συγκριτικά, η αρχιτεκτονική τελειότητα των θόλων μπορεί να αποδοθεί ως εξής: Φανταστείτε μια κατακόρυφο από την κορυφή του θόλου ως το επίπεδο της βάσης του.

Βάλτε την κατακόρυφο στον αριθμητή και στον παρονομαστή τη διάμετρο του θόλου: όσο μικρότερο είναι το κλάσμα που θα πάρετε τόσο πιο τέλειος είναι ο θόλος.

Η διάμετρος του τρούλου της Αγίας Σοφίας είναι 31 μέτρα. Η κατακόρυφος του, η απόσταση από την κορυφή έως τη βάση του, είναι 14 μέτρα.

Η διάμετρος του θόλου του Αγίου Πέτρου είναι 42 μέτρα και η κατακόρυφος του 57 μέτρα. Η διάμετρος του θόλου στο Πάνθεον, -τώρα Σάντα Μαρία Ροτόντα – είναι 43 μέτρα και η κατακόρυφος του είναι ίδια.

Οι λεπτομέρειες αυτές είναι απολύτως απαραίτητες για την κατανόηση αυτού που αποτελεί μοναδική διάκριση της Αγίας Σοφίας.

Οι δύο άλλοι τεράστιοι θόλοι, εκπληκτικά αριστουργήματα και οι δύο, ωχριούν σε κάλλος όπως και σε τόλμη μπροστά στον αιθέριο θόλο που ο Ανθέμιος ύψωσε πριν 1.360 χρόνια.

Στον Άγιο Πέτρο, ο θόλος είναι συμπλήρωμα του οικοδομήματος και όχι το κύριο στοιχείο της σχεδίασης του. Υπάρχει χάρη στο οικοδόμημα και όχι αυτό χάρη στο θόλο.

Στην Αγία Σοφία, αντίθετα, ο τρούλος είναι ο σκοπός, ενώ η κατασκευή στην οποία ακουμπά δεν είναι παρά το μέσον που τον αναδεικνύει και τον υψώνει προς τον ουρανό. Η ιστορική σπουδαιότητα της Αγίας Σοφίας δεν γνωρίζει όρια. 

Καμία άλλη εκκλησία σε καμία χώρα σ’ ολόκληρο τον κόσμο, κανένα άλλο οικοδόμημα που υψώθηκε ποτέ από την τέχνη των ανθρώπων δεν αποτέλεσε τόσο σημαντικό και ουσιαστικό κομμάτι στη ζωή ενός έθνους.«Στο όνομα της συμπυκνώνεται ολόκληρη η βυζαντινή ιστορία». 

Οι καθεδρικοί ναοί της Ρενς, του Αγίου Πέτρου, η Νοτρ Νταμ, το Αβαείο του Γουεστμίνστερ, ο Παρθενώνας, αν και ανακαλούν συνειρμούς που συναρπάζουν και γοητεύουν.

Δεν ξυπνούν τόσες απροσμέτρητες μνήμες. Η Αγία Σοφία αποτελεί τον επίσημο χώρο λατρείας μιας ολόκληρης αυτοκρατορίας. 


Όπου εκκλησία και κράτος ήταν ένα, μιας αυτοκρατορίας που για πάνω από 1.100 χρόνια, ήταν η κληρονόμος και η ισάξια της Ρώμης.


Η ΟΦΕΙΛΗ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ
Εκεί, πλάι στον κίονα από την Έφεσο, στάθηκαν το 987 οι ειδωλολάτρες απεσταλμένοι του Ρώσου Βλαδίμηρου που είχαν σταλεί σε όλο τον κόσμο «προς αναζήτηση της αληθούς πίστεως».

Η περίλαμπρη μεγαλοσύνη του ναού, οι σεβάσμιες σειρές ιερέων με τα υπέροχα άμφια, η ουράνια ψαλμωδία της χορωδίας, τα σύννεφα από λιβάνι που απλώνονταν στο χώρο και ανέβαιναν ψηλά.

Η ευσεβής σιωπή χιλιάδων πιστών που προσεύχονταν με κατάνυξη, όλο το μυστήριο μιας άγνωστης ιεροτελεστίας που προκαλούσε δέος, μάγεψε στην κυριολεξία τον απαίδευτο νου των απλοϊκών τέκνων του Βορρά.

Όπως ξεκάθαρα μάλιστα δηλώνει ο ιστορικός τους Κaramsin, «ο ναός αυτός τους φάνηκε η ίδια η κατοικία του Υψίστου, εκεί όπου φανέρωνε άμεσα τη δόξα του στα μάτια των θνητών».

Έτσι, οι απεσταλμένοι φεύγοντας από την Κωνσταντινούπολη, πήγαν πίσω στο Σλάβο πρίγκιπα τους και του διηγήθηκαν ό,τι είχαν δει με τα παρακάτω λόγια:

«Δεν ξέραμε αν είχαμε ήδη ανεβεί στον ουρανό. Πραγματικά, πάνω στη γη δεν θα έβρισκε ποτέ κανείς παρόμοια πλούτη και μεγαλοπρέπεια.

Το μόνο που μπορούμε να πιστέψουμε είναι ότι εκεί αντιλαμβάνεται κανείς πραγματικά την παρουσία του Θεού κι ότι αυτή η θρησκεία ξεπερνά κατά πολύ τη θρησκεία κάθε άλλης χώρας»

Ο Βλαδίμηρος δέχτηκε τα λόγια και την πίστη των απεσταλμένων του. Βαφτίστηκε χριστιανός και οι ανάδοχοι του ήταν οι αυτοκράτορες Βασίλειος Β’ και Κωνσταντίνος Η’. Σύντομα συνδέθηκε ακόμα περισσότερο μαζί τους, αφού παντρεύτηκε την αδερφή τους, την πριγκίπισσα Άννα.

Ο Βλαδίμηρος και οι Ρώσοι, ευγνώμονες που από την Κωνσταντινούπολη είχαν πάρει το δώρο της ιερής τους πίστης, στάθηκαν από τότε και στο εξής κοντά στη μεγάλη Μητέρα Εκκλησία, και συνδέθηκαν με τους χριστιανούς ομόδοξους τους με αδελφικούς δεσμούς.

Σήμερα, στην τσαρική Ρωσία, η λατρεία είναι ίδια με εκείνη που γοήτευσε τους απεσταλμένους στην Αγία Σοφία.

Στις 16 Ιουλίου του 1054, με το ναό ασφυκτικά γεμάτο από ορθόδοξο κλήρο και λαό, ο καρδινάλιος Ουμβέρτος και δύο ακόμα Λατίνοι επίσκοποι, αντιπρόσωποι του πάπα, προχώρησαν με σταθερό βήμα ως την Αγία Τράπεζα, μέσα στο ιερό.

Μετά, κάτω από το κολοσσιαίο ψηφιδωτό του Ιησού με τη γλυκιά ματιά και τα απλωμένα χέρια που ευλογούν, απέθεσαν πάνω στην Αγία Τράπεζα τον παπικό αφορισμό της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας και το ανάθεμα απέναντι στις επτά θανάσιμες αιρέσεις των Ελλήνων.

Όπου έστελνε τους ίδιους και όσους μοιράζονταν τα δόγματα τους «στην αιώνια συντροφιά του Σατανά και των αγγέλων του». Μετά «αναχώρησαν με αποφασιστικό βήμα, τινάζοντας τη σκόνη από τα πόδια τους και φωνάζοντας: «Ας δει και ας κρίνει ο Θεός»». 

Έτσι, το ενιαίο ιμάτιο κομματιάστηκε. Η μέχρι τότε αδιαίρετη χριστιανική Εκκλησία χωρίστηκε στα δύο και από τότε δεν ξαναενώθηκε.

Ένας προτεστάντης δεν μπορεί ίσως να διακρίνει καθαρά και να εκτιμήσει το δίκαιο ή το άδικο των δύο αντιμαχόμενων πλευρών, του πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριου και του πάπα Λέοντα Θ’.

Τα ζητήματα αντιλογίας που ήταν τόσο σημαντικά για εκείνους τη μακρινή εκείνη εποχή ίσο)ς σήμερα μας φαίνονται μηδαμινά ή άνευ σημασίας.

Θα μπορούσαμε όμως ποτέ να αμφισβητήσουμε το αν διαδραματίστηκε ποτέ στην ιστορία καταστροφικότερο γεγονός για την Ευρώπη και, πάνω απ’ όλα, για τη χριστιανοσύνη της Ανατολής από αυτό που είδαν οι σιωπηλοί τοίχοι της Αγίας Σοφίας;

Σήμερα φαίνεται λογικό που ο Μαθάς, επίσκοπος Θήρας, αναφωνεί: «Ανείπωτα φοβερές υπήρξαν οι συνέπειες αυτού του σχίσματος».

Εδώ, το πρωί του Πάσχα, τον Απρίλιο του 1204, γλέντησαν και ξεφάντωσαν οι Φράγκοι πολεμιστές της Τέταρτης Σταυροφορίας, με χέρια αιματοβαμμένα από την κατάκτηση της πόλης.

Ένας αυλικός, καθισμένος στον πατριαρχικό θρόνο, τραγουδούσε αισχρά τραγούδια σε έρρινους τόνους, κοροϊδεύοντας τις ψαλμωδίες των Ελλήνων.Στο μεταξύ, μεθυσμένοι στρατιώτες επιδίδονταν σε ακατονόμαστα όργια με γυναίκες του δρόμου, κι ο ναός αντηχούσε από τα πρόστυχα, σατανικά τους γέλια.

Αίμα και κοπριά ανακατεύτηκαν χλευαστικά με τον αγιασμένο άρτο και το κρασί. Την ίδια ώρα, διάφορα ζώα οδηγούνταν μέσα στο ναό κι έβγαιναν πάλι φορτωμένα με πλιάτσικο, και με τα άμφια των ιερέων ριγμένα πάνω τους.

Με αποτροπιασμό και θλίψη, ο πάπας Ιννοκέντιος Γ’ επιτίμησε σκληρά τους Σταυροφόρους, δηλώνοντας ότι «η Ελληνική Εκκλησία θα έβλεπε στο πρόσωπο των Λατίνων μόνο προδοσία και έργα του σκότους και θα τους μισούσε σαν σκυλιά».

Μέχρι και σήμερα, η ανάμνηση των πράξεων εκείνων πλανάται άσβεστη μεταξύ των Ελλήνων κατοίκων της Κωνσταντινούπολης. Έτσι, δεν είναι περίεργο το ότι, όταν η Βυζαντινή Αυτοκρατορία άρχισε να φθίνει, πολλοί φανατικοί Έλληνες έβλεπαν με την ίδια απέχθεια τόσο μια ιδέα όσο κι ένα στρατιώτη από τη Δύση.

ΤΑ ΒΑΣΑΝΑ ΤΗΣ ΝΕΑΡΗΣ ΣΥΖΥΓΟΥ ΤΟΥ ΚΟΜΗ ΒΑΛΔΟΥΙΝΟΥ
Στις 26 Μαΐου του 1204 ο Βαλδουίνος, κόμης της Φλάνδρας και του Ενό, αφού πρώτα αφέθηκε να τον πετάξουν πάνω στην ασπίδα του σύμφωνα με το έθιμο των Τευτόνων, στέφθηκε στην Αγία Σοφία πρώτος Λατίνος αυτοκράτορας της Ανατολής.

Δώδεκα μήνες αργότερα, ο ναός αφιέρωνε ένα λαμπρό τάφο για τη σορό του Δάνδολου, του δόγη της Βενετίας, που είχε σταθεί ο πραγματικός νους πίσω από την Τέταρτη Σταυροφορία.

Ήταν ο άνθρωπος που ευτέλισε την πίστη του σε υλικό συμφέρον, πνίγοντας την ανάμνηση του πρώτου, υψηλότερου σκοπού του – την ανάκτηση των Ιερών Τόπων και του τάφου του Ιησού – με την κατάκτηση και τη λεηλασία μιας χριστιανικής πρωτεύουσας.

Αν και πέθανε σε ηλικία 97 ετών, οι σωματικές και πνευματικές δυνάμεις του τον συνόδεψαν ακατάβλητες μέχρι το τέλος. Λίγους μήνες αργότερα, οι πύλες του ναού άνοιξαν διάπλατα, σαν είσοδος ενός τεράστιου τάφου, για να υποδεχτούν έναν ευγενικότερο και ωραιότερο επισκέπτη.

Η Μαρία, νεαρή σύζυγος του Βαλδουίνου, είχε μείνει στη χώρα της όταν, λίγο μετά το γάμο τους, ο σύζυγος της είχε φύγει για τους πολέμους του. Ρομαντική και αφοσιωμένη, μάταια τον είχε παρακαλέσει να την πάρει μαζί του και να μοιραστούν τον κίνδυνο.

Όταν, αργότερα, ξεκίνησε για την Κωνσταντινούπολη ώστε να μοιραστεί το θρόνο του, το πλοίο της ξέφυγε από την πορεία του και ναυάγησε στην Παλαιστίνη. Η Μαρία έφτασε εντέλει στην πρωτεύουσα μετά από ταλαιπωρίες, περιπλανήσεις και αμέτρητους κινδύνους.

Όμως ο σύζυγος της δεν βρισκόταν εκεί να την υποδεχτεί. Ο Βαλδουίνος είχε πιαστεί αιχμάλωτος του Ιωαννίτση, βασιλιά των Βουλγάρων, είχε θανατωθεί με πολύ άγριο τρόπο, και το κρανίο του, διακοσμημένο με χρυσάφι, χρησίμευε για κούπα στον άγριο κατακτητή.

Απελπισμένη και απαρηγόρητη, η Μαρία αρρώστησε βαριά και έσβησε για πάντα. Μέσα από την παθητική ιστορία της, νότα γλυκύτητας και αγάπης μέσα στην άγρια φρίκη της Τέταρτης Σταυροφορίας, φαίνεται εύλογο το ότι αναπαύτηκε επιτέλους μέσα στον πιο αρχοντικό ναό, εκεί όπου είχε ονειρευτεί πως θα την έστεφαν κάποτε βασίλισσα τα χέρια του συζύγου της.
Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΥΡΙΟ

Δεν υπάρχουν σχόλια: