14 Αυγούστου, 2018

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΤΗΣ ΑΓΙΑ – ΣΟΦΙΑΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

 

ΤΕΛΟΣ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΟΣ.Εκτός της Ιερής Κόγχης, η εκκλησία έχει και στις τρεις πλευρές πλάγια κλίτη, των οποίων οι θόλοι είναι πλούσια διακοσμημένοι και στους τοίχους υπάρχουν μερικά ψηφιδωτά μεγάλης αξίας.

Στο νότιο υπερώο, το ψηφιδωτό της Δεήσεως είναι μερικά διατηρημένο και χρονολογείται από το 12ο αιώνα. 

Έχει γίνει από πολύ μικρές ψηφίδες και είναι εξαίρετης τεχνικής. Μέσα σε χρυσό φόντο, ο Χριστός βρίσκεται ανάμεσα στην Παρθένο και τον Άγιο Ιωάννη το Βαπτιστή.

Απέναντι από τη Δέηση, στη βάση του τοίχου, υπάρχει μια ταφόπετρα με χρονολογία 1205. Είναι ο τάφος του Ερρίκου Ντάντολο, δόγη της Βενετίας. Αν προχωρήσουμε λίγο στο υπερώο, προς την πλευρά του Ιερού, θα δούμε δύο υπέροχα ψηφιδωτά.

Στα αριστερά, στο ψηφιδωτό του 11ου αιώνα, ο Χριστός εικονίζεται ανάμεσα στην αυτοκράτειρα Ζωή και τον τρίτο της σύζυγο, τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο 9ο το Μονομάχο (1042 – 1054).

Στα δεξιά, στο ψηφιδωτό του 12ου αιώνα, διακρίνουμε την Παρθένο με τον Ιησού βρέφος, ανάμεσα στον αυτοκράτορα Ιωάννη Κομνηνό 2ο τον Πορφυρογέννητο (1118–1143) στα δεξιά Της και τη σύζυγο του αυτοκράτειρα Ειρήνη της Ουγγαρίας.

Δεξιά, στο στενό σημείο του τοίχου, ο γιος τους Αλέξης, του οποίου το πρόσωπο δεν χαρακτηρίζεται από υγεία. Γνωρίζουμε ότι πέθανε σε ηλικία 20 χρόνων. Από εδώ μπορούμε να θαυμάσουμε το ψηφιδωτό με την Παρθένο, που διακοσμεί την Ιερή Κόγχη. 

Κατεβαίνουμε από το υπερώο, φτάνουμε στην έξοδο στα νότια του νάρθηκα και παρατηρούμε την τεράστια μπρούντζινη πόρτα, που προέρχεται από έναν Ελληνιστικό ναό στην Ταρσό.

Πάνω από αυτήν την πόρτα, ένα ψηφιδωτό παρουσιάζει την Παρθένο Μαρία σε θρόνο με το Βρέφος. Στα δεξιά, ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο 1ος Της αφιερώνει συμβολικά την Κωνσταντινούπολη, ενώ ο Ιουστινιανός αριστερά, Της προσφέρει, επίσης συμβολικά, την Αγία Σοφία.

Η διαδικασία της τεχνικής των ψηφιδωτών με το χρυσό, ήταν η ακόλουθη: Κολλούσαν φύλλα χρυσού πάνω σε ψηφίδες από γυαλί. Από πάνω περνούσαν ένα λεπτό στρώμα βερνικιού για την προστασία του χρυσού και τοποθετούσαν την κάθε ψηφίδα ανάποδα, ώστε το χρυσό να φαίνεται στο βάθος δια μέσου του γυαλιού.


Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ ΣΤΗ ΛΑΪΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ
Η Αγία Σοφία είναι ένα μνημείο συνδεδεμένο με τους λαϊκούς θρύλους που προέκυψαν μετά την άλωση της πόλης.Ο λαός ποτέ δεν θέλησε να πιστέψει ότι η απώλεια της Αγίας Σοφίας ήταν τελεσίδικη.

Τραγούδια αφηγήσεις παραδόσεις δημιούργησαν ένα θρύλο γύρω από τον Ναό της Αγίας Σοφίας. Ένας θρύλος που θέλει τον Ναό να περνά και πάλι στα χέρια των ορθόδοξων αρκετοί μύθοι πολλά τραγούδια κρατούν την ελπίδα ζωντανή.

Το γνωστό τραγούδι της Αγίας- Σοφίας μιλά για την κρίσιμη στιγμή που ο Ναός περνά στα χέρια των Τούρκων την τελευταία του στροφή όμως η ελπίδα μένει ζωντανή."Σώπασε Κυρά Δέσποινα και μην πολύ δακρύζεις πάλι με χρόνους με καιρούς δικιά μας θα’ναι."

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΑ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ

Της Αγιάς Σοφιάς
(Δημοτικό τραγούδι)

Σημαίνει ο Θιος, σημαίνει η γης, σημαίνουν τα επουράνια,
σημαίνει κ’ η αγιά Σοφιά, το μέγα μοναστήρι,
με τετρακόσια σήμαντρα κ’ εξηνταδυό καμπάναις,
κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος.
Ψάλλει ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης,
κι’ απ’ την πολλή την ψαλμουδιά εσειόντανε οι κολόνναις.
Να μπούνε ‘ς το χερουβικό και νά βγη ο βασιλέας,
φωνή τους ήρθε εξ ουρανού κι’ άπ’ αρχαγγέλου στόμα.
«Πάψετε το χερουβικό κι’ ας χαμηλώσουν τ’ άγια,
παπάδες πάρτε τα γιερά, και σεις κεριά σβηστήτε,
γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψη.
Μόν στείλτε λόγο ‘ς τη Φραγκιά, νάρτουνε τρία καράβια,
το ‘να να πάρη το σταυρό και τάλλο το βαγγέλιο,
το τρίτο, το καλύτερο, την άγια τράπεζα μας,
μη μας την πάρουν τα σκυλιά και μας την μαγαρίσουν».
Η Δέσποινα ταράχτηκε, κ’ εδάκρυσαν οι εικόνες.
«Σώπασε, κυρά Δέσποινα, και μη πολυδακρύζης,
πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι δικά σας είναι.»

Μαρμαρωμένε Βασιλιά
(Κωνσταντίνος Καρυωτάκης)

Και ρίχτηκε με τ’ άτι του μες στων εχθρών τα πλήθια,
το πύρινο το βλέμμα του σκορπούσε την τρομάρα,
και το σπαθί του τη θανή. Στα χάλκινά του στήθια,
εξέσπασε η όργητα σε βροντερή κατάρα.
Εθόλωσαν τα μάτια του. Τ’ αγνό το μέτωπό του,
θαρρείς ο φωτοστέφανος της Δόξας τ’ αγκαλιάζει.
Κι έπεσε χάμου ο Τρανός! Θρηνήστε το χαμό του.
Μα, μη! Σε τέτοιο θάνατο ο θρήνος δεν ταιριάζει.
Κι έπεσε χάμου ο Τρανός! Κυλίστηκε στο χώμα,
ένας Τιτάν π’ ακόμα χτες εστόλιζ’ ένα θρόνο,
κι εσφάλισε – οϊμένανε! – για πάντ’ αυτό το στόμα,
που κάθε πίκρα ρούφαγε κι έχυν’ ελπίδες μόνο,
Μαρμαρωμένε Βασιλιά, πολύ δε θα προσμένεις.
Ένα πρωί απ’ τα νερά του Βόσπορου κει πέρα
θε να προβάλει λαμπερός, μιας Λευτεριάς χαμένης,
ο ασημένιος ήλιος. Ω, δοξασμένη μέρα!

Ο Τελευταίος Παλαιολόγος 
(Γεώργιος Βιζυηνός 1882)

–Τον είδες με τα μάτια σου, γιαγιά τον Βασιλέα
ή μήπως και σου φάνηκε, σαν όνειρο να πούμε,
σαν παραμύθι τάχα;
–Τον είδα με τα μάτια μου, ωσάν και σένα νέα,
Πα να γενώ εκατό χρονών, κι ακόμα το θυμούμαι
σαν νάταν χθες μονάχα.
–Απέθανε, γιαγιά;
–Ποτέ, παιδάκι μου, κοιμάται.
–Και τώρα πια δεν ημπορεί γιαγιάκα να ξυπνήση;
–Ω, βέβαια! Καιρούς καιρούς, σηκώνει το κεφάλι,
και βλεπ’ αν ήρθεν η στιγμή, πόχει ο Θεός ορίσει.
–Πότε, γιαγιά μου, πότε;
–Όταν τρανέψης, γιόκα μου, να αρματωθείς, και κάμης, τον όρκο στην Ελευθεριά, συ κι όλη η νεολαία, θα σώσετε την χώρα.Κι ο βασιλιάς θα σηκωθεί τον Τούρκο να χτυπήση.
Και χτύπα-χτύπα, θα τον πα πίσω στην κόκκινη μηλιά, και πίσω από τον ήλιο, που πια να μη γυρίση!

 Ανακάλημα Κωνσταντινουπόλεως
«Καράβιν πόθεν έρκεσαι και πόθεν κατεβαίνεις;» 
«Έρκομαι ακ τ’ ανάθεμα κ’ εκ το βαρύν το σκότος,
ακ την αστραποχάλαζην, ακ την ανεμοζάλην·
από την Πόλην έρχομαι την αστραποκαμένην.
Εγώ γομάρι δε βαστώ, αμέ μαντάτα φέρνω
κακά δια τους χριστιανούς, πικρά και δολωμένα:
Οι Τούρκοι ότε ήρθασιν, επήρασιν την Πόλην
απώλεσαν τους χριστιανούς εκεί και πανταχόθεν».
Θρήνος της Κωνσταντινουπόλεως
Εκείνη η μέρα η σκοτεινή, αστραποκαϊμένη
της τρίτης της ασβολερής, της μαυρογελασμένης,
της θεοκαρβουνόκαυστης, πουμπαρδοχαλασμένης,
έχασε μάνα το παιδί και το παιδίν τη μάναν,
και των κυρούδων τα παιδιά υπάν ασβολωμένα, 
δεμένα από το σφόνδυλα όλα αλυσοδεμένα
δεμένα από τον τράχηλον και το ουαί φωνάζουν. 
με την τρομάραν την πολλήν, με θρηνισμόν καρδίας·
να πάτε όλοι κατ’ εχθρών, κατά των Μουσουλμάνων, 
και δεύτε εις εκδίκησιν, τρέχετε μη σταθήτε,
τον Μαχουμέτην σφάξετε, μηδέν αναμελείτε,
την πίστιν των την σκυλικήν να την λακτοπατήτε.
ω, Κωνσταντίνε Δράγαζη, κακήν τύχην οπού ‘χες,
και τι να λέγω, ουκ ημπορώ, και τι να γράφω ουκ οίδα,
σκοτίζει μου το λογισμόν ο χαλασμός της πόλης.

Θεόφιλος Παλαιολόγος
(Κωνσταντίνος Π. Καβάφης)

Ο τελευταίος χρόνος είν’ αυτός. Ο τελευταίος των Γραικών αυτοκρατόρων είν’ αυτός. Κι’ αλλοίμονον  τι θλιβερά που ομιλούν πλησίον του.
Εν τη απογνώσει του, εν τη οδύνη ο Κυρ Θεόφιλος Παλαιολόγος λέγει «Θέλω θανείν μάλλον ή ζην».
Α Κυρ Θεόφιλε Παλαιολόγο πόσον καϋμό του γένους μας, και πόση εξάντλησι (πόσην απηύδησιν από αδικίες και κατατρεγμό) η τραγικές σου πέντε λέξεις περιείχαν.
Πάρθεν Αυτές τες μέρες διάβαζα δημοτικά τραγούδια, για τ’ άθλα των κλεφτών και τους πολέμους, πράγματα συμπαθητικά· δικά μας, Γραικικά.
Διάβαζα και τα πένθιμα για τον χαμό της Πόλης «Πήραν την Πόλη,πήραν την· πήραν την Σαλονίκη». Και την Φωνή που εκεί που οι δυο εψέλναν,
«ζερβά ο βασιληάς, δεξιά ο πατριάρχης», ακούσθηκε κ’ είπε να πάψουν πια «πάψτε παπάδες τα χαρτιά και κλείστε τα βαγγέλια» πήραν την Πόλη, πήραν την· πήραν την Σαλονίκη.
Όμως απ’ τ’ άλλα πιο πολύ με άγγιξε το άσμα το Τραπεζούντιον με την παράξενή του γλώσσα και με την λύπη των Γραικών των μακρυνών εκείνων που ίσως όλο πίστευαν που θα σωθούμε ακόμη.
Μα αλοίμονον μοιραίον πουλί «απαί την Πόλην έρται» με στο «φτερούλιν αθε χαρτίν περιγραμμένον κι ουδέ στην άμπελον κονεύ’ μηδέ στο περιβόλι επήγεν και εκόνεψεν στου κυπαρίσ’ την ρίζαν».
Οι αρχιερείς δεν δύνανται (ή δεν θέλουν) να διαβάσουν «Χέρας υιός Γιανίκας έν» αυτός το παίρνει το χαρτί, και το διαβάζει κι ολοφύρεται.
«Σίτ’ αναγνώθ’ σίτ’ ανακλαίγ’ σίτ’ ανακρούγ’ την κάρδιαν. Ν’ αοιλλή εμάς να βάϊ εμάς η Ρωμανία πάρθεν».

ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ 
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ (Οδυσσέα Ελύτη)

(Ι):Έτσι καθώς εστέκονταν ορθός μπροστά στην Πύλη κι άπαρτος μες στη λύπη του
Μακριά του κόσμου που η ψυχή του γύρευε να λογαριάσει στο φάρδος Παραδείσου
Και σκληρός πιο κι απ’ την πέτρα που δεν τον είχανε κοιτάξει τρυφερά ποτέ κάποτε τα στραβά δόντια του άσπριζαν παράξενα
Κι όπως περνούσε με το βλέμμα του λίγο πιο πάνω απ’ τους ανθρώπους κι έβγανε απ’ όλους Έναν που του χαμογελούσε τον
Αληθινόν που ο χάρος δεν τον έπιανε
Πρόσεχε να προφέρει καθαρά τη λέξη θάλασσα έτσι που να γυαλίσουν μέσα της όλα τα δελφίνια.
Κι η ερημιά πολλή που να χωρά ο Θεός κι η κάθε μια σταγόνα σταθερή στον ήλιο ν’ ανεβαίνει
Νέος ακόμα είχε δει στους ώμους των μεγάλων τα χρυσά να λάμπουν και να φεύγουν
Και μια νύχτα θυμάται σ’ ώρα μεγάλης τρικυ-μίας βόγκηξε ο λαιμός του πόντου τόσο που θολώθη μα δεν έστερξε να του σταθεί
Βαρύς ο κόσμος να τον ζήσεις όμως για λίγη περηφάνια το άξιζε.

(II):Θεέ μου και τώρα τι Που ‘χε με χίλιους να παλέψει χώρια με τη μοναξιά του ποιός αυτός που ‘ξερε μ’ ένα λόγο του να δώσει ολάκερης της γης να ξεδιψάσει τι Που όλα του τα ‘χαν πάρει.
Και τα πέδιλά του τα σταυροδετά και το τρικράνι του το μυτερό και το τοιχίο που καβαλούσε κάθε απομεσήμερο να κρατάει τα γκέμια ενάντια στον καιρό σαν ζόρικο και πηδηχτό βαρκάκι.
Και μια φούχτα λουίζα που την είχε τρίψει στα μάγουλα ενός κοριτσιού μεσάνυχτα να το φιλήσει (πως κουρναλίζαν τα νερά του φεγγαριού στα πέτρινα τα σκαλοπάτια τρεις γκρεμούς πάνω απ’ τη θάλασσα…)
Μεσημέρι από νύχτα Και μήτ’ ένας πλάι του Μονάχα οι λέξεις του οι πιστές που ‘σμιγαν όλα τους τα χρώματα ν’ αφήσουν μες στο χέρι του μια λόγχη από άσπρο φως
Και αντίκρυ σ’ όλο των τειχών το μάκρος μυρμηκιά οι χυμένες μες στο γύψο κεφαλές όσο έπαιρνε το μάτι του
«Μεσημέρι από νύχτα – όλ’ η ζωή μια λάμψη!» φώναξε κι όρμησε μες στο σωρό σύρνοντας πίσω του χρυσή γραμμή ατελεύτητη.Και αμέσως ένιωσε ξεκινημένη από μακριά η στερνή χλωμάδα να τον κυριεψει.

(III):Τώρα καθώς του ήλιου η φτερωτή ολοένα γυρνούσε και πιο γρήγορα οι αυλές βουτούσαν μέσα στο χειμώνα κι έβγαιναν πάλι κατακόκκινες απ’ τα γεράνια
Κι οι μικροί δροσεροί τρούλοι όμοια μέδουσες γαλάζιες έφταναν κάθε φορά και πιο ψηλά στ’ ασήμια που τα ψιλοδούλευε ο αγέρας γι’ άλλων καιρών πιο μακρινών το εικόνισμα Κόρες παρθένες φέγγοντας η αγκαλιά τους ένα θερινό ξημέρωμα φρέσκα βαγιόφυλλα και της μυρσίνης της ξεριζωμένης των βυθών σταλάζοντας ιώδιο τα κλωνάρια Του ‘φερναν 
Ενώ κάτω απ’ τα πόδια του άκουγε στη μεγάλη καταβόθρα να καταποντίζονται πλώρες μαύρων καραβιών τ’ αρχαία και καπνισμένα ξύλα όθε με στυλωμένο μάτι ορθές ακόμη Θεομήτορες επιτιμούσανε
Αναποδογυρισμένα στις χωματερές αλόγατα σωρός τα χτίσματα μικρά μεγάλα θρουβαλιασμός και σκόνης άναμμα μες στον αέρα.Πάντοτε με μια λέξη μες στα δόντια του άσπαστη κειτάμενος Αυτός ο Tελευταίος Έλληνας!

Δεν υπάρχουν σχόλια: