
Η αύξηση των πτωχεύσεων στη χώρα μας δεν οφείλεται αποκλειστικά σε παραδοσιακούς οικονομικούς παράγοντες όπως ο πληθωρισμός, η άνοδος των επιτοκίων ή η υποτίμηση του νομίσματος. Αντιθέτως, συνιστά σύμπτωμα μιας βαθιάς δομικής μεταμόρφωσης της ελληνικής οικονομίας.
Η
αλλαγή αυτή εκδηλώνεται με τη σταδιακή υποχώρηση των μικρών επιχειρήσεων και
των ελεύθερων επαγγελματιών, που για δεκαετίες αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά της
αγοράς, και την αντικατάστασή τους από αλυσίδες και πολυεθνικά σχήματα με
ισχυρές υποδομές, τεχνογνωσία και πρόσβαση σε φθηνότερο κεφάλαιο.
Το
φαινόμενο αυτό δεν περιορίζεται μόνο στο λιανεμπόριο. Διεθνείς παίκτες
εισέρχονται μαζικά σε κλάδους όπως οι τράπεζες, η ενέργεια, η εστίαση και η
υγειονομική περίθαλψη, αξιοποιώντας τα πλεονεκτήματα του μεγέθους για να
προσφέρουν πιο ανταγωνιστικές τιμές και καλύτερο επίπεδο υπηρεσιών.
Την
ίδια στιγμή, η ψηφιοποίηση των συναλλαγών και η μείωση της φοροδιαφυγής έχουν
περιορίσει τα λειτουργικά περιθώρια μικρών επιχειρήσεων που επιβίωναν οριακά
επί χρόνια, με ένα μείγμα τυπικής και άτυπης οικονομικής δραστηριότητας.
Η
συγκέντρωση της οικονομικής δραστηριότητας σε λιγότερες και μεγαλύτερες μονάδες
έχει σαφείς συνέπειες. Το αρνητικό είναι πως περιορίζεται η πολυμορφία της
αγοράς και μειώνεται ο αριθμός των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων – γεγονός
που επηρεάζει την απασχόληση και τη γεωγραφική διασπορά της οικονομικής
δραστηριότητας.
Ωστόσο,
το θετικό είναι πως δημιουργούνται οικονομίες κλίμακας που μπορούν να
λειτουργήσουν υπέρ της διεθνούς ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων. Η
ισχυροποίηση επιχειρηματικών σχημάτων μπορεί να περιορίσει τις εισαγωγές, να
ενισχύσει τις εξαγωγές και να δημιουργήσει έναν νέο χάρτη ανάπτυξης,
περισσότερο εξωστρεφή και λιγότερο κατακερματισμένο.
Η
πρόκληση για την πολιτεία είναι να διασφαλίσει την κοινωνική συνοχή στη μετάβαση
αυτή – και να στηρίξει εκείνους που απειλούνται με αποκλεισμό, χωρίς να
εμποδίσει τη μετάβαση σε μια πιο σύγχρονη και ανταγωνιστική οικονομία. Αρκεί να
ρίξει κανείς μια ματιά στις τάσεις του λιανεμπορίου για να καταλάβει πού οδεύει
η ελληνική οικονομία.
Δεν
είναι απίθανο μέσα στην επόμενη πενταετία, η μεγαλύτερη αλυσίδα λιανικής στην
Ελλάδα να είναι μια πολυεθνική με χιλιάδες σημεία πώλησης τύπου convenience store και ένα μοντέλο λειτουργίας σχεδόν αποκλειστικά
στηριγμένο σε private label προϊόντα – κατά τα πρότυπα της Lidl, αν και όχι αναγκαστικά από την ίδια. Φανταστείτε
μια αλυσίδα με 10.000 σημεία πώλησης πανελλαδικά, όπου το 90% των διαθέσιμων
προϊόντων φέρουν τη δική της επωνυμία.
Ένα
τέτοιο δίκτυο διανομής θα μπορούσε να καταστήσει τις παραδοσιακές προσπάθειες
εξαγωγής –με δαπανηρά logistics,
εμπορικές αποστολές και συμβούλους αγοράς– σχεδόν περιττές. Ο παραγωγός
ακτινιδίων στη Δράμα, για παράδειγμα, θα έχει τη δυνατότητα να δει το προϊόν
του στα ράφια όλης της Ευρώπης μέσα από το εφοδιαστικό σύστημα της ίδιας
αλυσίδας, χωρίς να χρειάζεται να φτιάξει website, να πληρώσει μεταφραστές, να παλέψει για ένα
περίπτερο σε μια διεθνή έκθεση τροφίμων.
Η νέα αυτή μορφή «εξαγωγής χωρίς εξαγωγές» μετατοπίζει το κέντρο βάρους από τον παραγωγό στον διανομέα. Το πλεονέκτημα για την ελληνική παραγωγή είναι πως δημιουργούνται οικονομίες κλίμακας και εσωτερική τυποποίηση. Το μειονέκτημα είναι πως ο έλεγχος της προστιθέμενης αξίας συγκεντρώνεται σε ελάχιστους διαχειριστές δικτύου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου