Η προεκλογική περίοδος των εθνικών εκλογών του 2004 είχε μια ιδιαιτερότητα. Η τότε αξιωματική αντιπολίτευση της Νέας Δημοκρατίας είχε "σηκώσει" ψηλά ένα σύνθημα το οποίο αποδείχθηκε πολύ αποτελεσματικό: "Να τελειώσουμε το καθεστώς ΠΑΣΟΚ". Η κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη της περιόδου 2000-2004 δείχνει να είναι η εξαίρεση στον κανόνα ότι η οικονομία είναι αυτή που ανεβάζει και κατεβάζει κυβερνήσεις.
Αν και ο μέσος
ετήσιος ρυθμός οικονομικής μεγέθυνσης την περίοδο εκείνη ήταν το διόλου
ευκαταφρόνητο 4%, το ΠΑΣΟΚ έχασε τις εκλογές. Μαζί με τον Κώστα Σημίτη και το
ΠΑΣΟΚ ήταν και το μηντιακό περιβάλλον. Σε μια οικονομία που μεγεθυνόταν
ταχύτατα με κρατικές παραγγελίες κάθε είδους, από ολυμπιακά έργα μέχρι
εκσυγχρονισμό των ενόπλων δυνάμεων, υπήρχαν δουλειές για όλους.
Απέναντι ήταν ο
Κώστας Καραμανλής που με το επικοινωνιακό του πλεονέκτημα έναντι του Σημίτη
αλλά και τα πολύ πετυχημένα συνθήματα περί "οικονομίας τραβεστί" και
"εθνικών προμηθευτών" και "αρχιερέα της διαπλοκής" κατάφερε
να κεφαλαιοποίησει την κόπωση και δυσφορία μεγάλου μέρους του εκλογικού σώματος
για το "καθεστώς ΠΑΣΟΚ" αλλά και την υποψία ότι κάτι δεν πήγαινε καλά
στην οικονομία.
Υπήρχε μια διάχυτη
βεβαιότητα για κυβερνητική διαφθορά, πλήρη έλεγχο του κρατικού μηχανισμού από
το ΠΑΣΟΚ, οικονομικό ξεσάλωμα με αθρόες προσλήψεις συμβασιούχων, απευθείας
αναθέσεις έργων κάθε επιπέδου και μεγέθους και δυσοσμία διαπλοκής και
συναλλαγής παντού.
Οι περιπέτειες
πρωτοκλασάτων υπουργών του Κώστα Σημίτη με τη δικαιοσύνη για ζητήματα διαφθοράς
ήρθαν στη συνέχεια απλώς να επιβεβαιώσουν ότι ορθώς οι πολίτες είχαν αντιληφθεί
τι συνέβαινε. Ο Σημίτης διαβλέποντας την εκλογική ήττα δραπέτευσε από την
ηγεσία του ΠΑΣΟΚ δίνοντας τα κλειδιά του πράσινου οχήματος στον Γιώργο
Παπανδρέου. Ο τελευταίος, σε μια επίδειξη πολιτικής αφέλειας, τα παρέλαβε
θεωρώντας ότι, με μεγάλο περιουσιακό στοιχείο το επίθετό του, θα μπορούσε
να στρίψει το όχημα που πήγαινε για τον βράχο.
Το ότι ο Κώστας
Καραμανλής κέρδισε τις εκλογές και αντί να διορθώσει τα πράγματα, επέτρεψε,
ενέκρινε και επιτάχυνε τη λεηλασία της οικονομίας που κατέληξε στην χρεοκοπία
του 2010, αποτελεί ένα από τα πιο καλά παραδείγματα του πώς μπορεί να
σπαταληθεί μια μεγάλη λαϊκή εντολή και ευκαιρία για να χτυπηθούν μεγάλες
παθογένειες. Ευκαιρία για να μείνει κάποιος στην ιστορία, δηλαδή στην
αιωνιότητα, με θετικό ισοζύγιο.
Να είναι Βενιζέλος
και όχι Δηλιγιάννης. Τσώρτσιλ και όχι Τσάμπερλεν. Θάτσερ και όχι
Κάμερον. Η "επανίδρυση του κράτους" έγινε κάτι σε συνώνυμο των
ανέκδοτων με τον Τοτό και η δήλωση για "νταβατζήδες" έγινε κάτι σαν
το άλλο ανέκδοτο με το λαγό και το λιοντάρι όπου ο φαφλατάς λαγός ομολογεί ότι
"λέμε και καμιά κουταμάρα να περάσει η ώρα".
Το ερώτημα είναι
γιατί τα θυμίζουμε όλα αυτά τα οποία δεν είναι και τόσο παλιά. Είναι
περασμένα. Αλλά δεν πρέπει να είναι ξεχασμένα. Η κυβέρνηση του Κυριάκου
Μητσοτάκη ξεκινά τη δεύτερη θητεία της με τους καλύτερους οιωνούς. Η λαϊκή
εντολή για μεταρρυθμίσεις είναι μεγάλη και ξεκάθαρη. Εντός του κοινοβουλίου η
αντιπολίτευση είναι κατακερματισμένη, αποδυναμωμένη και γεμάτη από γραφικές
φωνές.
Ο πειρασμός της αδράνειας, του συμβιβασμού, της διαχείρισης αλλά κυρίως της διαφθοράς και της διαπλοκής, όμως, είναι πάντα παρών σε κάθε χώρα, σε κάθε εποχή. Στο διπλανό δωμάτιο κάθε εξουσίας. Είναι τα βασικά χαρακτηριστικά καθεστωτικών νοοτροπιών που πολλές φορές το σπέρμα γέννησής τους βρίσκεται σε μεγάλους και επαναλαμβανόμενους εκλογικούς θριάμβους. Είναι αναπόφευκτη η επικράτηση αυτών των νοοτροπιών; Όχι, βέβαια. Νομοτέλειες στην ιστορία δεν υπάρχουν. Ούτε βέβαια η ιστορία επαναλαμβάνεται. Απλώς διδάσκει όποιον μπορεί και θέλει να τη διαβάσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου