06 Ιανουαρίου, 2023

Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΤΗΝ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

 

Ο δισταγμός του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου στον Ιορδάνη, όταν του ζητήθηκε από τον Κύριο Ιησού να Τον βαπτίσει, μάς φέρνει στον νου τον δισταγμό του Αποστόλου Πέτρου να επιτρέψει στον Κύριο να του πλύνει τα πόδια λίγο πριν τον Μυστικό Δείπνο. Τόσο η ταπείνωση του τελευταίου των Προφητών, όσο και αυτή του πρώτου των Αποστόλων, αποδοκιμάστηκε από τον Κύριο Ιησού, καθώς με την ταπείνωσή τους έβαζαν και οι δύο εμπόδια στο κοσμοσωτήριο έργο της ασύγκριτα υπέρτερης κάθε ανθρώπινης ταπείνωσης που είναι η Θεία Ταπείνωση.

Την αποκάλυψη της Τρισηλίου Θεότητας στον κόσμο κατά την βάπτιση του Ιησού Χριστού την προκάλεσε η υπέρλογη ταπείνωση του αναμάρτητου Κυρίου Ιησού, του ενσαρκωθέντος Υιού και Λόγου του Θεού, που δέχτηκε να βαπτισθεί σαν να ήταν ένας ακόμα αμαρτωλός άνθρωπος προκειμένου να σώσει ακόμα και τον πιο αμαρτωλό άνθρωπο. 

Η αυτοαποκάλυψη του Τριαδικού Θεού στον Ιορδάνη, σε συνέχεια της αυτομείωσης του Κυρίου Ιησού, μάς πληροφορεί, έτσι, ότι εκείνο που κατεξοχήν συγκινεί τον Θεό ώστε να αποκαλυφθεί στον οποιονδήποτε άνθρωπο είναι κυρίως ο βαθμός αυτομείωσης αυτού του τελευταίου.

Άβυσσος ταπείνωσης μάς χωρίζει από τον Χριστό. Ο Χριστός είναι το «όντως εφετόν», όχι λόγω της παντοδυναμίας Του, αλλά χάρις στην πανταπείνωσή Του. Για να προσκυνήσει κανείς ειλικρινά τον Χριστό πρέπει να αρχίσει να συλλαμβάνει το μέγεθος της ταπεινώσεώς Του. Ο έρωτας για τον Χριστό είναι απόλυτος, γιατί η ταπείνωσή Του που μάς τον γεννά δεν έχει όρια. 

Αναμφίβολα υπάρχει μυστική σχέση ανάμεσα στην παντοδυναμία και την πανταπείνωση του Θεού. Το βέβαιο πάντως είναι πως η πανταπείνωση του Θεού φέρνει ίλιγγο στον υψηλόφρονα νου μας, με αποτέλεσμα ιλιγγιώντας ο νους ν’ αφήνει χώρο στην καρδιά για να προσκυνήσει τον Δημιουργό της.

Το βάπτισμα του Ιωάννη υπήρξε ηθικής τάξεως βάπτισμα, καθώς προϋπέθετε εκ μέρους του βαπτιζομένου την άρνηση του ηθικού κακού. Αντιθέτως, το βάπτισμα που προσφέρει ο Κύριος Ιησούς εν Αγίω Πνεύματι είναι οντολογικής τάξεως βάπτισμα, που προϋποθέτει εκ μέρους του βαπτιζομένου την άρνηση της άρνησης του Θεού, που πραγματοποίησαν οι Πρωτόπλαστοι στον Παράδεισο υιοθετώντας την εσφαλμένη άποψη ότι θα μπορούσαν να ζήσουν και χωρίς τον Θεό.

Μόνο η πανταπείνωση του Κυρίου Ιησού επιτρέπει στον πεσμένο άνθρωπο να κατανοήσει ότι η θεϊκή παντοδυναμία και η κατ’ άνθρωπο παναδυναμία αποτελούν οντολογικά συμπληρωματικά μεγέθη κατά άφατη θεϊκή φιλανθρωπία, ώστε αν και κτίσμα ο άνθρωπος να μπορεί να απολαμβάνει αιωνίως τη Θεία Ζωή του Δημιουργού του. 

Ιλιγγιά η ψυχή που υποπτεύεται το μυστήριο της οντολογικής συμπληρωματικότητας θείας παντοδυναμίας και ανθρώπινης αδυναμίας με αποτέλεσμα να αγαπάει τον Θεό της ξέφρενα. Για μια στιγμή νομίζει πως αγαπά μονόδρομα για να συνειδητοποιήσει αμέσως μετά ότι ο έρωτάς της για τον Θεό είναι μακρινός μόνο απόηχος του δικού Του έρωτα για την ίδια, με αποτέλεσμα να πηγαίνει από ίλιγγο σε ίλιγγο κι από αγάπη σε αγάπη.

Ψάχνουμε τον Χριστό εκεί που δεν είναι. Δεν είναι ανάμεσα στους πρώτους αλλά μεταξύ των τελευταίων. Τσακωνόμαστε ακόμα ποιος θα είναι πρώτος, αντί να παραβγαίνουμε μεταξύ μας ποιος θα ’ναι ο τελευταίος. Μόνο ο τελευταίος προσκυνάει τον Χριστό στα πόδια όλων. Ο τελευταίος βλέπει τον Χριστό σε όλους και γίνεται όλος Χριστός προσκυνώντας τον Χριστό στον καθένα. Στην κορυφή χωράει μόνο ένας, ενώ στη βάση είναι όλοι οι άλλοι. 

Ο Χριστός από την κορυφή κατέβηκε στον βυθό όπου είναι όλοι ώστε, ει δυνατόν, να τους κερδίσει όλους. Έχουμε την τάση να κοιτάμε ψηλά και δεν βλέπουμε, έτσι, τον Χριστό που είναι γονατισμένος στα πόδια μας και τα πλένει. Ψάχνουμε τον Χριστό στον ουρανό, όμως η συνάντησή μας μαζί Του γίνεται, όπως τόσο όμορφα εκφράστηκε αυτό από τον Άγιο Σιλουανό, εκεί που Αυτός μας περιμένει, δηλαδή στον Άδη μας για να μάς πάρει μαζί του στον Παράδεισο.

Η βάπτιση του Κυρίου Ιησού Χριστού αποτελεί προτύπωση του θανάτου Του και ακόμα πιο συγκεκριμένα ότι δια του θανάτου του Ιησού Χριστού επρόκειτο να νικηθεί ο θάνατος. Στο εξής ο θάνατος του κάθε ανθρώπου – πόσο μάλλον του βαπτισμένου χριστιανού – είναι παράλογο να γεννάει φόβο, γιατί απλώς ξεπλένει αμαρτίες του και εργάζεται την αναγέννηση του, ίδιου αλλά «εν ετέρα μορφή», στην Βασιλεία του Θεού.

Με το φως των Φώτων

«Μέγας ει Κύριε, και θαυμαστά τα έργα σου, και ουδείς λόγος εξαρκέσει προς ύμνον των θαυμασίων σου». Τέτοια λατρευτικά μεγαλυνάρια απευθύνουμε στον Υπερύμνητο Δημιουργό τού Παντός, ανήμερα της γιορτής των Φώτων, κατά την οποίαν «οι φωτοειδείς αστέρες (…) την οικουμένην καλλωπίζουσι» και «αι νεφέλαι υετόν δικαιοσύνης τη ανθρωπότητι ουρανόθεν δροσίζουσι», σύμφωνα με τις ευχές του Μεγάλου Αγιασμού. 

Μέγα το γεγονός, που μνημονεύει με κάθε μεγαλοπρέπεια το εκκλησιαστικό σώμα!!! Την από κοινού φανέρωση (κατά το ιστορικό γεγονός της Βάπτισης του Ιησού) της Τριαδικής Θεότητας πανηγυρίζει, ονομάζοντάς την προσφυέστατα «Θεοφάνια»!!! 

Ο Θεός φαίνεται! Συγκαταβαίνει! «Το πυρ της θεότητος, σωματικώς κατερχόμενον και εισερχόμενον» στον Ιορδάνη ποταμό διαδηλώνει (κατά τον εμπνευσμένο Υμνογράφο των Φώτων) «της περί ημάς του Θεού οικονομίας το μέτρον». Και τούτο σημαίνει, ότι ο Ιησούς, με την κορυφαία πράξη της Βάπτισής Του, «την ημών κάθαρσιν καθαίρεται».

Αυτές οι εξαίσιες υμνολογικές φράσεις της δεσποτικής γιορτής των Θεοφανίων δεν αποτελούν απλά και μόνον στιγμές ωραίας εκκλησιαστικής ποίησης και τίποτε περισσότερο, αλλά είναι δηλωτικές της παραδεκτής διαχρονικά, ψηλαφητής πραγματικότητας, ότι ο Ιησούς, ως ο αναμενόμενος σωτήρας της ανθρωπότητας, αναλαμβάνει προς αμνήστευσιν τις δικές μας ευθύνες, τα ημέτερα πάθη και λάθη. 

Στην προκείμενη περίπτωση, «ο μόνος καθαρός και ακήρατος» εισέρχεται στον Ιορδάνη ποταμό και, όντας αναμάρτητος, ξεπλένει εκεί μέσα τους δικούς μας λεκέδες, όπως ακριβώς θα συμβεί και πάλι τρία χρόνια αργότερα. Τότε δηλαδή, που θα σηκώσει στους ώμους του το επαίσχυντο (μέχρι εκείνη τη στιγμή) ξύλο του Σταυρού και πάνω εκεί θα καταργήσει τον ίδιο τον θάνατο και την «παρά φύσιν» επικράτεια της φθοράς (Μκ 8,36).

Κατά την επίσημη εορτή των Θεοφανίων, η Εκκλησία δεν θα μπορούσε, παρά ν’ απευθύνει για πολλοστή φορά προς κάθε κατεύθυνση συνθήματα ειλικρίνειας και μετάνοιας. Αν δεν ιδούμε τον εαυτό μας καθαρά -ενώπιος ενωπίω- και με την απαιτούμενη παρρησία, αν δεν ασκηθούμε στην ανίχνευση του σωθικού μας μικρόκοσμου, αν τελικά δε μεταβάλουμε το νου μας προς το καλύτερο, αποβλέποντας στ’ ανώτερα, τα ποιοτικότερα και τ’ αγιότερα, μάταια ο Χριστός έρχεται και ξανάρχεται κάθε χρόνο ανάμεσά μας… 

Μάταια επιμένει να νηπιάζει και να βαπτίζεται... Μάταια θαυματουργεί και αυτοπροσφέρεται… «Κενόν άρα το κήρυγμα ημών» (Α΄ Κορ 15,14)… Τα Θεοφάνια δικαιώνονται μόνον όταν ο εν Τριάδι φανερούμενος Θεός αφεθεί, ωσαν σε άλλον Ιορδάνη, ν’ αντιστρέψει με τρόπον έκτακτο τη ροή της προσωπικής, εθνικής και της εν γένει ανθρώπινης Ιστορίας. 

Κι επειδή ο ανακαινούμενος Άνθρωπος έχει πάντοτε την προτεραιότητα στο «σχέδιο της θείας οικονομίας», για να διορθωθεί τελικά ο Κόσμος μας, είναι απαραίτητο, τα πολύτιμα Δώρα των Φώτων να προσληφθούν από την κάθε ψυχή, όπου δηλαδή φθάνει η χαρμονή των εορταστικών ημερών του Δωδεκαημέρου. 

Εκεί όπου δεν υφίσταται ειλικρίνεια (με όλες τις έννοιες, τις προοπτικές και τις παραμέτρους), εκεί δηλαδή, που κυριαρχεί υστεροβουλία και υποκριτική συμπεριφορά, κρυφή ή φανερή κακότητα ή ιδιοτέλεια, εκεί σίγουρα τα Θεοφάνια έχουν ήδη ατροφήσει και οι Φωτισμοί απαγορεύονται.

Ας συλλογιστούμε για λίγο τους γεωγραφικούς εκείνους τόπους, οι οποίοι μαστίζονται από τη λειψυδρία και την αναβροχιά. Επικρατεί σύντομα ο θάνατος κάθε έμβιου οργανισμού. Κάτι ανάλογο συμβαίνει, όπου δεν μπορεί -λόγω της (απ)ανθρώπινης σκληροκαρδίας- να εισχωρήσει ο αγιασμός που απορρέει από την αγιοτριαδική επίσκεψη, αρδεύοντας τα πάντα. 

Η φρικώδης συναίσθηση λόγω της έλλειψης του αγιασμού καθίσταται χειρότερη, αν αυτός ο άνυδρος τόπος είναι η ψυχή μας. Τότε ο άνθρωπος αυτός, ο ανεπίδεκτος δηλαδή αγιασμού και μη δυνάμενος να ζωογονηθεί από τους κρουνούς της θείας Χάριτος, αφυδατώνεται αναπόδραστα, οδηγούμενος αργά μα σταθερά στο μαρασμό. 

Το να υπερβούμε τη φθορά της ψυχής, το ν’ απομακρύνουμε όσα τη ζημιώνουν, χρειάζεται ν’ αποτελέσει το μόνιμο μέλημα και άθλημα του γνήσιου αγωνιστή Χριστιανού. «Τι γαρ ωφελήσει άνθρωπον, εάν κερδίση τον κόσμον όλον και ζημιωθή την ψυχήν αυτού;» Οι σκέψεις μας αυτές ας μην εκληφθούν ως κηρυκτικά πυροτεχνήματα ή ανούσια ηθικο-πολυλογία. Αποτελούν –κατά την άποψή μας, γι’ αυτό άλλωστε κι εκφράζονται- ανάγκη αναπνοής της «συγκυπτούσης» κοινωνίας μας

Αποτελούν όρους πνευματικής επιβίωσης του σύγχρονου και αυριανού Κόσμου, ο οποίος, αδιέξοδα, «μεριμνά και τυρβάζεται περί πολλά» (Λκ 10,41), δίχως -ο άφρονας- να συλλογίζεται ή και να κατανοεί, ότι μόνον «ενός εστί χρεία» (Λκ 10,42). 

Αυτό το «Ένα», που όλοι χρειαζόμαστε εξάπαντος, είναι η ειλικρίνεια στις σχέσεις με τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Αν αφεθούμε στην αγιαστική Χάρη των Θεοφανίων, αν δηλαδή φωτισθούμε ειλικρινά από το υπερούσιο Φως τού ολοένα καί πάντοτε και στους αιώνες Αποκαλυπτόμενου Θεού.

Τότε μια είναι η προοπτική της ύπαρξής μας: Ασφαλώς, η αγιαστική αυτή καί στοργική ενέργεια τ’ Ουρανού θα περάσει ευεργετικά και στον συνάνθρωπο, στη γειτονιά, στην πατρίδα μας, στον κόσμο μας! Είθε, οι «εκζητούντες τον Κύριον» να πληθυνθούν! Είθε, η ειλικρίνεια να καταστεί το διανθρώπινο χαρακτηριστικό γνώρισμα, το διαχριστιανικό σήμα αναγνώρισης των «πεποιθότων επί Κύριον»

Τότε, το φως των Φώτων θα καταυγάσει την ανθρωπότητα, διότι, αν «φως Χριστού φαίνει πάσι», συμβαίνει εκείνο το θαύμα που ο (θεολογών συνήθως) Διονύσιος Σολωμός έχει εκφράσει με ποιητική έμφαση:«Φως στο χέρι, φως στο πόδι κι όλα γύρω σου είναι φως».

Δεν υπάρχουν σχόλια: