26 Φεβρουαρίου, 2023

Η ΕΞΟΔΟΣ ΤΩΝ ΠΡΩΤΟΠΛΑΣΤΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ

 

Παιδί μου, που είσαι; Ασίγητα ακούγεται στα αυτιά μας, στα αυτιά του καθενός μας, η φωνή του Κυρίου μας, του Δημιουργού μας, του Πλάστη μας, η φωνή του ενδιαφέροντός Του για εμάς:-Παιδί μου, που είσαι»; Σε ψάχνω! Σε αναζητώ! Γιατί μου κρύβεσαι; Έχεις παράπονο από μένα;  Μήπως δεν σού φέρθηκα καλά; 

Γιατί με αποστρέφεσαι;  Μήπως ντρέπεσαι να με δείς, γιατί η συμπεριφορά σου είναι ανάρμοστη;  Μήπως παρήκουσες των εντολών μου; Ότι και αν συμβαίνει, εγώ σε ψάχνω!  Μην κρύβεσαι! Σε θέλω! Είσαι το παιδί μου και είμαι ο πατέρας σου. Σε θέλω κοντά μου.Θέλω να νοιώθω την ανάσα σου δίπλα μου.  Θέλω να σε βλέπω ευτυχισμένο και χαρούμενο. Θέλω την πρόοδό σου.  Θέλω να ζω για πάντα μαζί σου.

«Αδάμ, που ει» (Γεν. γ΄ 9); Ακούστηκε κάποτε η φωνή του Κυρίου μέσα στον Παράδεισο.Έψαχνε ο Θεός τους Πρωτοπλάστους που είχαν κρυφθεί.  Τότε που η παρακοή τους στο θείο θέλημα τους  είχε απομακρύνει από κοντά Του. Τότε που ντρέπονταν να Τον δούν. 

Τότε που η Εύα «κρότον τοις ωσίν ηχηθείσα τω φόβω εκρύβη», όταν το δειλινό εκείνο άκουσε τον ήχο των ποδιών του Κυρίου «περιπατούντος», αυτών που αργότερα άκουσε και η αμαρτωλή γυναίκα, η οποία έρρανε τα άχραντα πόδια του Χριστού μας, όπως ψάλλει και η υμνωδός Κασσιανή. 

Δεν είχε, όμως, τίποτε το άγριο εκείνη η φωνή, τίποτε το απάνθρωπο και το αυστηρό. Μόνο κάτι το πονεμένο και το ελεγκτικό. Ήταν ένα κάλεσμα σε μετάνοια και σε σωτηρία, πράξη και αυτή της θείας Οικονομίας. Ο Θεός ως παντογνώστης και παντεπόπτης γνώριζε, ασφαλώς, τι είχαν διαπράξει οι Πρωτόπλαστοι. Δεν περίμενε, όμως, αυτούς να Τον αναζητήσουν. 

Πρώτος Εκείνος έκανε το μεγάλο βήμα. Πρώτος Εκείνος έσπευσε να τους αναζητήσει. Ήθελε να τους δώσει την ευκαιρία να Του ζητήσουν συγγνώμη. Έτσι, άρχισε να τριγυρνά ανάμεσα στις φυλλωσιές του Παραδείσου και να φωνάζει: «Αδάμ, που ει»; Παιδί μου Αδάμ, που είσαι; Σε αναζητώ με αγωνία! Έλα, παρουσιάσου, μην με κακοκαρδίζεις.Έμοιαζε η συμπεριφορά του Αδάμ με την συμπεριφορά των μικρών μας παιδιών, που μετά από κάποια ζημιά η αταξία κρύβονται φοβισμένα. 

Η αγάπη, όμως, του πατέρα, τα αναζητά περιμένοντας να ομολογήσουν κλαίοντας το λάθος τους και Εκείνος να τα σφίξει πάλι μέσα στη μεγάλη του αγκαλιά.Το ερώτημα «Που είσαι» που μας απευθύνει ο Κύριος είναι ερώτημα αγάπης, είναι πρόσκληση σωτηρίας. Είναι ερώτημα που περιμένει την απάντηση της μετανοίας για οποιοδήποτε λάθος ζωής και το αιτήμα της συγχωρήσεως. 

Με το ερώτημα αυτό ο Κύριος κάτι περιμένει. Περιμένει την ανταπόκρισή μας στο ψάξιμό Του, μας δίνει την ευκαιρία να νοιώσουμε το λάθος μας και να το διορθώσουμε μένοντας μέσα στην πατρική αγκαλιά, μέσα τον μυρβόλο Παράδεισο.

Ο παρήκοος Αδάμ τότε, μη μπορώντας περισσότερο να κρυφθεί παρουσιάσθηκε γυμνός μπροστά Του, αλλά χωρίς να ζητήσει συγγνώμη Του είπε: Άκουσα, Κύριε, την φωνή Σου και κρύφθηκα, γιατί ήμουν γυμνός. Πρώτη φορά είδα την γύμνια μου και ντρέπομαι.

-Γιατί, Αδάμ, φοβήθηκες Εμένα που σε έπλασα; Τι το τρομακτικό είδες την όψη Μου; Στην όψη Αυτού που σε ευεργέτησε με τόσα αγαθά; Αυτού που σε τίμησε με τόση τιμή; Ποιος σού είπε, Αδάμ, ότι είσαι γυμνός; Τι σε έκανε να δείς αυτήν την αλήθεια, να αντιληφθείς την φτώχια σου, τι άλλο από τον καρπό της γνώσεως, που σού είχα πεί να μην τον φας;

Τι άφατη αγάπη! Τι διευκόλυνση της εξομολογήσεως! Του είπε ο Κύριος την αμαρτία που διέπραξε, για να κάνει τα πράγματα εύκολα στον Αδάμ. Του την είπε πριν εκείνος την ομολογήσει, για να τον φέρει σε συναίσθηση και σκύβοντας το κεφάλι να του πεί: «Ναί, Κύριε, δεν Σε άκουσα, συγχώρεσέ με».!

Τι όμορφα που θα είχαν τελειώσει όλα! «Συγχώρεσέ με». Αν έλεγε αυτή την μεγάλη λέξη, την οποία ούτε αργότερα ο Ιούδας την είπε, θα άνοιγε η πόρτα του θείου ελέους. Αυτή είναι η λέξη που ανοίγει την κλειστή πόρτα της καρδιάς στην Χάρη. Είναι η λέξη που θα σφράγιζε την πόρτα της εξόδου του Πρωτοπλάστου από τον ποθεινότατο Παράδεισο. Όμως ο Αδάμ δεν είπε την λέξη αυτή. Προτίμησε να αντιτάξει την αυθάδεια στην αγάπη.

-Εσύ φταίς, Θεέ μου! «Ναί, Εσύ φταίς, γιατί η γυναίκα που μου έδωσες με παρέσυρε και μου έδωσε τον απαγορευμένο καρπό». Τότε ήταν που ο Κύριος δέχθηκε μια κλωτσιά από το πλάσμα Του, αλλά δεν μίλησε. Κοίταξε μήπως βρεί πόρτα ανοικτή στην καρδιά της Εύας.

-Γιατί το έκανες αυτό, Εύα;» Αλλά ούτε εδώ βρήκε την μετάνοια, την συναίσθηση της αμαρτίας.-Τι ζητάς από εμάς ευθύνη, Κύριε, συνέχισε ο Αδάμ, αφού φταίς.Εσύ ο ίδιος; Εσύ δεν δημιούργησες την γυναίκα;  Εσύ δεν δημιούργησες τον όφη;Το φαρμάκι της αναισχυντίας και του εγωισμού,  της αυτονομήσεως είχε φαρμακώσει τις καρδιές των Πρωτοπλάστων.

Φαρμακώθηκε η καρδιά του Αδάμ και της Εύας και μίσησαν τον Δημιουργό τους μέχρι του σημείου να τον μεμφθούν για τα δημιουργήματά Του. Έκλεισαν πιά οι φαρμακωμένες καρδιές τους στην Χάρη που ποτέ δεν έπαψε να κτυπάει την πόρτα τους. «Ιδού ίσταμαι επί την θύραν και κρούω» (Αποκ. γ΄ 20). Όμως η θύρα ήταν καλά αμπαρωμένη και μέσα κατοικούσε ο Διάβολος. Με τις απαντήσεις του ο αμετανότητος και σκληρόκαρδος Αδάμ έχασε την ευκαιρία της ζητήσεως συγγνώμης.

Την οποία ήλπιζε να ακούσει ο Θεός, που ήθελε να τον συγχωρήσει και να τον κρατήσει δίπλα Του μέσα στον Παράδεισο, αν και την προγνώριζε. Ο σκοτισμένος, όμως, Αδάμ δεν άρπαξε την ευκαιρία, για να πέσει μέσα στην αγκαλιά πάλι του Θεού. Δεν κατανοούσε ο ταλαίπωρος τότε ότι μόνος του με τα λόγια του και με τα ίδια του χέρια άνοιγε την πόρτα της εξόδου του από τον Παράδεισο. 

Δεν ήταν μόνο παρήκοος, ήταν αμετανόητος και τολμητίας ύβρεως και αχαριστίας προς τον Ευεργέτη του, όταν Του είπε: -Εσύ, Θεέ μου, που λυπήθηκες την μοναξιά μου και που έδωσες σύντροφο στη ζωή μου,-Εσύ φταίς. -Εσύ που από αγάπη δεν με άφησες μόνο, Εσύ που και τώρα ακόμη με ψάχνεις, γιατί  η αγάπη Σου είναι απέραντη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: