19 Μαΐου, 2020

ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΤΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ


Το Φεβρουάριο του 1994 η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε ομόφωνα την ανακήρυξη της 19ης Μαϊου ως Ημέρας Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στο μικρασιατικό Πόντο την περίοδο 1916-1923.

Η αναγνώριση αυτή, παρόλη την εβδομηκονταετή καθυστέρηση, δικαίωσε ηθικά τον ποντιακό ελληνισμό και συνέδεσε το σύγχρονο ελληνισμό με την ιστορική του μνήμη. Γιατί η ήττα του 1922, η «νέα τάξη πραγμάτων» που επικράτησε τότε, με την απόλυτη συνενοχή ολόκληρου του ελλαδικού πολιτικού κατεστημένου, 

Περιόρισαν ουσιαστικά όχι μόνο τα γεωγραφικά όρια του ελληνισμού αλλά και τα διανοητικά. Ο περιορισμός των πνευματικών νεοελληνικών οριζόντων είχε άμεση αντανάκλαση στη ελλειματική ιστορική μνήμη των σύγχρονων Ελλήνων.

Τι εννούμε με τον όρο «γενοκτονία» ;
Η γενοκτονία ως όρος διαμορφώθηκε κυρίως στη δίκη της Νυρεμβέργης το 1945, όπου δικάστηκε η ηγεσία των ναζιστών εγκληματιών του πολέμου. Συγκεκριμένα ο όρος σημαίνει τη μεθοδική εξολόθρευση, ολική ή μερική, μιας εθνικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας.

Πρόκειται για ένα πρωτογενές έγκλημα, το οποίο δεν έχει συνάρτηση με πολεμικές συγκρούσεις. Ο γενοκτόνος δεν εξοντώνει μια ομάδα για κάτι που έκανε, αλλά για κάτι που είναι. Στην περίπτωση των Ελλήνων του Πόντου, επειδή ήταν Έλληνες και Χριστιανοί. Πως και πότε διαπράχθηκε η γενοκτονία;

Ο ποντιακός ελληνισμός, από την πτώση της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας (1461) γνώρισε συνεχείς διωγμούς, σφαγές, ξεριζωμούς και προσπάθειες για το βίαιο εξισλαμισμό και εκτουρκισμό του, με αποκορύφωμα τη συστηματική και μεθοδευμένη εξόντωση – γενοκτονία του αιώνα μας.

Επτά χρόνια μετά την άλωση της Πόλης, οι Οθωμανοί κατέλαβαν την Τραπεζούντα. Η οθωμανική κατάκτηση του μικρασιατικού Πόντου μπορεί να διαριθεί σε τρεις περιόδους.Η πρώτη αρχίζει με την άλωση της Τραπεζούντας το 1461 και λήγει στα μέσα του 17ου αιώνα. 

Την περίοδο αυτή οι Τούρκοι κρατούν μάλλον ουδέτερη στάση κατά των Ελλήνων του Πόντου. Η δεύτερη αρχίζει στα μέσα του 17ου αιώνα και λήγει με το τέλος του πρώτου ρωσοτουρκικού πολέμου. Χαρακτηρίζεται με τη θρησκευτική βία κατά των χριστιανικών πληθυσμών. 

Κατά την περίοδο αυτή πραγματοποιούνται οι ομαδικοί εξισλαμισμοί των ελληνικών πληθυσμών. Η τελευταία περίοδος, που τελειώνει το 1922 υποδιαιρείται σε δύο υποπεριόδους. Η πρώτη αρχίζει με τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, το 1774.

Χαρακτηρίζεται από τη συστηματική προσπάθεια των τοπικών αρχών να μην εφαρμόζουν προς όφελος των χριστιανώντους φιλελεύθερους νόμους. H δεύτερη υποπερίοδος αρχίζει το 1908 και χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη του τουρκικού εθνικισμού.

Από τους βαλκανικούς πολέμους και από τους επίσημους συμβούλους, των Γερμανών, οι Νεότουρκοι διδάχθηκαν ότι μονάχα με την εξαφάνιση των Ελλήνων και Αρμενίων θα έκαναν πατρίδα τους τη Μικρά Ασία. Οι διάφορες μορφές βίας δεν αρκούσαν για να φέρουν τον εκτουρκισμό.

Η απόφαση για την εξόντωσή τους πάρθηκε από τους Νεότουρκους το 1911, εφαρμόστηκε κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου και ολοκληρώθηκε από το Μούσταφα Κεμάλ ( 1919 – 1923 ).

Το Νεοτουρκικό Κομιτάτο Ένωση και Πρόοδος» ιδρύθηκε το 1889. Στο συνέδριο τους, που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1911 πάρθηκε η απόφαση, ότι η Μικρά Ασία πρέπει να γίνει μωαμεθανική χώρα.

Η απόφαση αυτή καταδίκασε σε θάνατο διάφορες εθνότητες.Οι Τούρκοι στον Πόντο άρχισαν με την επιστράτευση όλων από 15 έως 45 ετών και την αποστολή τους σε Τάγματα Εργασίας.

Παράλληλα αμφισβήτησαν το δικαίωμα των Ελλήνων να ασκούν ελεύθερα τα επαγγέλματά τους και επί πλέον απαγόρευσαν τους μουσουλμάνους να εργάζονται επαγγελματικά με τους Έλληνες με την ποινή της τιμωρίας από τις στρατιωτικές Αρχές. Κατ΄ αρχάς οι άτακτες ορδές των Τούρκων επιτίθονταν στα απομονωμένα ελληνικά χωριά κλέβοντας, φονεύοντας, αρπάζοντας νέα κορίτσια, κακοποιώντας και καίγοντάς τα.

Οι διωγμοί των Ελλήνων του Πόντου
Η εφαρμογή αυτής της πολιτικής ανάγκασε χιλιάδες Έλληνες των παραλίων της Μικρασίας να εγκαταλείψουν τις προαιώνιες εστίες τους και να μετοικήσουν με πολυήμερες εξοντωτικές πορείες.Σύμφωνα με μια έκθεση της Ελληνικής Πρεσβείας, με ημερομηνία τον Ιούνιο του 1915 είναι γραμμένα τα εξής: «Οι εκτοπιζόμενοι από τα χωριά τους δεν είχαν δικαίωμα να πάρουν μαζί τους ούτε τα απολύτως αναγκαία.

Γυμνοί και ξυπόλητοι, χωρίς τροφή και νερό, δερόμενοι και υβριζόμενοι, όσοι δεν εφονεύοντο οδηγούντο στα όρη από τους δημίους τους. Οι περισσότεροι απ’; αυτούς πέθαιναν κατά την πορεία από τα βασανιστήρια.Το τέρμα του ταξιδιού δεν σήμαινε και τέρμα των δεινών τους, γιατί οι βάρβαροι κάτοικοι των χωριών, τους παρελάμβαναν για να τους καταφέρουν το τελειωτικό πλήγμα …»

Σκοπός των Τούρκων ήταν, με τους εκτοπισμούς, το κάψιμο των χωριών, τις λεηλασίες, να επιτύχουν την αλλοίωση του εθνολογικού χαρακτήρα των ελληνικών περιοχών και να καταφέρουν ευκολότερα των εκτουρκισμό εκείνων που θα απέμεναν.Το τελικό πλήγμα. Το 1919 αρχίζει νέος διωγμός κατά των Ελλήνων από το κεμαλικό καθεστώς, πολύ πιο άγριος κι απάνθρωπος από τους προηγούμενους. 

Εκείνος ο διωγμός υπήρξε η χαριστική βολή για τον ποντιακό ελληνισμό.Στις 19 Μαϊου, με την αποβίβαση του Μουσταφά Κεμάλ στη Σαμψούντα, αρχίζει η δεύτερη και σκληρότερη φάση της Ποντιακής Γενοκτονίας. Με τη βοήθεια μελών του Νεοτουρκικού Κομιτάτου συγκροτεί μυστική οργάνωση, τη Mutafai Milliye, κηρύσσει το μίσος εναντίον των Ελλήνων και σχεδιάζει την ολοκλήρωση της εξόντωσης του ποντιακού ελληνισμού.

Αυτό που δεν πέτυχε το σουλτανικό καθεστώς στους πέντε αιώνες της τυραννικής διοίκησής του, το πέτυχε μέσα σε λίγα χρόνια ο Κεμάλ, εξόντωσε τον ελληνισμό του Πόντου και της Ιωνίας. Η τρομοκρατία, οι εξορίες, οι κρεμάλες, οι πυρπολήσεις των χωριών, οι βιασμοί, οι δολοφονίες ανάγκασαν τους Έλληνες του Πόντου να ανέβουν στα βουνά οργανώνοντας αντάρτικο για την προστασία του αμάχου πληθυσμού. 

Τα θύματα της γενοκτονίας θα ήταν πολύ περισσότερα, αν δεν υπήρχε το επικό και ακατάβλητο ποντιακό αντάρτικο. Με την επικράτηση του Κεμάλ, οι διωγμοί συνεχίζονται με μεγαλύτερη ένταση. Στήνονται στις πόλεις του Πόντου τα διαβόητα έκτακτα δικαστήρια ανεξαρτησίας, που καταδικάζουν και εκτελούν την ηγεσία του ποντιακού ελληνισμού. Το τέλος του Πόντου πλησιάζει. Οι φωνές λιγοστεύουν.

Η γενοκτονία των Ελλήνων στον Πόντο υπήρξε το αποτέλεσμα της απόφασης των Τούρκων εθνικιστών για επίλυση του εθνικού προβλήματος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τη φυσική εξαφάνιση των γηγενών εθνοτήτων, αλλά και την εκκαθάρισης των Ελλήνων που είχαν οικονομική επιφάνεια και ήλεγχαν σημαντικές επιχειρήσεις, έτσι ώστε αυτές να περάσουν στα χέρια των Τούρκων μεγαλοεπιχειρηματιών. Οι Έλληνες στον Πόντο ανέρχονταν σε 700.000 άτομα την παραμονή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μέχρι το τέλος του 1923 είχαν εξοντωθεί 353.000 άτομα.

Μια συγκλονιστική αφήγηση για την 
επέτειο της Γενοκτονίας των Ποντίων

Η Παναΐλα (Παναγιώτα) Παπαδοπούλου, ήταν στους επιζήσαντες του μεγάλου ποντιακού ξεριζωμού. Εγκαταστάθηκε στο χωριό Μονολίθι του νομού Κιλκίς το 1922, με συγχωριανούς από την Πάφρα και κοντοχωριανούς από το Αλατσάμ.

Ανήκε στους λεγόμενους «τουρκόφωνους» Ποντίους του δυτικού Πόντου – ανθρώπους που η βία των ντερεμπέηδων και των αγάδων οδήγησε στην απώλεια της ελληνικής λαλιάς, μα όχι και της ρωμέικης συνείδησης.Στην βία αυτή, ο δυτικός ο Πόντος είχε αντιδράσει με αντάρτικο, δεκαετίες πριν τον ξεριζωμό. Από πατέρα σε γιο πέρναγε το μήνυμα:

«Bιz yunanli iz - Είμαστε Έλληνες.

Bιz rum iz – είμαστε Ρωμιοί».

Προς το τέλος της ζωής της, τη δεκαετία του ’80, η Παναγιώτα διαμαρτυρόταν για συχνούς πονοκεφάλους. Τα ενοχλήματα επιδεινώνονταν σε ένταση και συχνότητα. Ο ακτινολογικός έλεγχος εντόπισε ένα σκιερό μόρφωμα κάτω απ’ το ινιακό οστούν.Θα μπορούσε να είναι και σφαίρα από πυροβόλο. Ο οικογενειακός γιατρός, επισκέφθηκε την Παναγιώτα με την ακτινογραφία ανά χείρας. 

Στην ερώτηση πώς εξηγείται το εύρημα της ακτινολογικής εξέτασης, η Παναγιώτα πήρε στα χέρια με συγκίνηση την Αγία Γραφή του ιερέα παππού της – βιβλίο γραμμένο στην τουρκική γλώσσα, αλλά με ελληνικούς τους χαρακτήρες – και ανέσυρε με ευλάβεια τις μνήμες των παιδικών της χρόνων.

«Η μάνα μου η Σαββατού, είχε μείνει με τις τέσσερις θυγατέρες της – την Κυριακή, την Ευλαμπία, την Ευανθία και μένα. Γνώριζα για τους Τσέτες, τους ληστοσυμμορίτες. Μιλούσαν οι μεγαλύτεροι κι εγώ κρυφάκουγα. Άκουσα τη μάνα να παρακαλεί μια γειτόνισσα Τουρκάλα φίλη να με προστατέψει για λίγες μέρες εωσότου απομακρυνθεί ο κίνδυνος. 

Το ίδιο είχαν κάνει κι άλλοι Τούρκοι γείτονες για τα παιδιά. Της είπε πως ήμουνα μικρή και αδύνατη και πως δεν θ’ άντεχα τις κακουχίες. Οι υπόλοιποι θα παίρναν τα βουνά με τους χωριανούς. Ήδη είχαν προετοιμαστεί με ό,τι μπορούσε και είχε τη δυνατότητα να κουβαλήσει ο καθένας.Εγώ κρύφτηκα στον αχυρώνα της Τουρκάλας γειτόνισσας. Αντιλήφθηκα ότι με έψαχνε. 

Ήταν σούρουπο, να νυχτώσει, όταν έξω από το χωριό Γκιόλμπελεν της περιοχής Γεραλντί στην Πάφρα, ακούστηκαν πυροβολισμοί. Αντάρτες του χωριού ακροβολισμένοι, έριχναν βολές για να καθυστερήσουν τους Τσέτες. Σε απόσταση τεσσάρων χιλιομέτρων περίπου, ξεκίναγαν οι πρόποδες των βουνών. Άδειασε το χωριό κι οι αντάρτες ακολούθησαν.Οι Τσέτες βρίσκονταν παντού. 

Τα ελληνικά σπίτια γίνονταν φύλλο και φτερό. Τα σπίτια των μουσουλμάνων μέναν άθικτα – το ίδιο κι ο αχυρώνας. Εκείνος με προστάτεψε. Έτρεμα από το φόβο και το κρύο.Όταν δεν ακουγόταν πια, ούτε ο ήχος του αγέρα, πήρα τη μεγάλη απόφαση να ενωθώ με τους δικούς μας. 

Τα μονοπάτια γνώριμα – μαζεύαμε φουντούκια στα μέρη εκείνα.Ξεγλιστρώντας μέσα στο σκοτάδι, έτρεχα. Κροκάλες και βατόμουρα γεμάτος ο τόπος. Το πρόσωπο, τα πόδια, τα χέρια, μέσα στα αίματα. Τους πρόλαβα ανηφορίζοντας τους πρόποδες του βουνού.

Οι Τσέτες δεν ήταν ευχαριστημένοι από τη λεία τους μετά απ’ την άλωση των σπιτιών μας. Θέλαν χρυσάφι, αίμα για να χορτάσουν την ακόρεστη λύσσα τους.Ήθελαν σάρκες νεαρών κοριτσιών. Νέοι πυροβολισμοί και συγχρόνως η προσταγή από τους συνοδούς αντάρτες: «Γρήγορα στο βουνό!». Είχαν το λημέρι τους προστατευμένο. 

Η Κυριακή κι η Ευλαμπία 4–5 βήματα μπροστά, εμείς πιο πίσω, στη μέση εγώ, η Ευανθία δεξιά μου και η μάνα Σαββατού αριστερά κρατώντας το χέρι μου. Αισθάνθηκα ένα χτύπημα στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου και μούδιασμα στο βραχίονα του αριστερού χεριού απ’ όπου άρχισαν να τρέχουν αίματα. Η μάνα έβγαλε τη μαντήλα της και περιτύλιξε πιεστικά το σημείο του τραύματος στο χέρι. 

Για το χτύπημα στο κεφάλι ούτε λόγος. «Βιάσου! Βιάσου!». Δεν έπεσα, δεν ζαλίστηκα. Φοβόμουν. Οι Τσέτες, αυτές οι ύαινες θα μας πιάσουν, θα μας βιάσουν και θα μας κόψουν τα κεφάλια!Ο φόβος αυτός είχε αντικαταστήσει οποιονδήποτε πόνο. Πλησιάζοντας το λημέρι, πυροβολισμοί των ανταρτών κράτησαν σε απόσταση τους Τσέτες και αναχαίτισαν το μακάβριο κυνηγητό τους.

Σ’ ένα μικρό ξέφωτο του δάσους ξαποστάσαμε, κουλουριασμένες στην αγκαλιά της μάνας Σαββατούς. Πιότερος πόνος στο κεφάλι τώρα. Έβαλα τα δάχτυλά μου και ήταν λουσμένα στο πηχτό αίμα». Πλούσια, καστανόξανθα μαλλιά, άπλυτα, αχτένιστα, ρίχνονταν στη μέση. Ανήσυχη η μάνα διαχώρισε την πυκνότητα των μαλλιών και αντίκρισε το σημείο του τραύματος.

Πλύσιμο με νερό απ’ την κοντινή πηγή, λίγα μασημένα φυλλαράκια της γύρω χλόης και λίγο ταμπάκο (καπνός ξερός ψιλοκομμένος), λειτούργησαν ως αιμοστατικός και πιεστικός μηχανισμός στα δύο τραύματα.

Γύρω απ’ το τραύμα, αναπτύχθηκε ουλώδης ιστός. Δεν τρώθηκε ζωτικό όργανο του εγκεφάλου. Τυχερή η Παναγιώτα και στο τραύμα του χεριού. Υποδερμικό και διαμπερές, χωρίς ν’ αγγίξει οστό, αρτηρία, φλέβα ή νεύρο.

«Μέρες και νύχτες στο χιόνι και το κρύο, πεινασμένοι, κυνηγημένοι, ίδια αγρίμια με προστάτες τους αντάρτες μας. Δύο χρόνια περίπου. Επιτέλους καταγραφήκαμε ως ανταλλάξιμοι στους καταλόγους. Παραδώσαμε τα όπλα, αλλά οι συμφωνίες με τις τουρκικές αρχές δεν τηρούνταν…».

Το χωριό προχωρούσε σαν καραβάνι προς δυσμάς ώστε να φτάσει στα παράλια, συνοδευόμενο απ’ τους Τσέτες που τώρα είχαν αναλάβει καθήκοντα χωροφυλάκων. «Πνιγμένοι στη σκόνη, στεγνά τα χείλη. Η Ευλαμπία ξαφνικά απομακρύνθηκε, ακούστηκε η προσταγή «τουρ–τουρ! Σταμάτα!». Τρομαγμένη έτρεξε να προφυλαχτεί πίσω από μία συστάδα θάμνων.

Την πρόλαβαν δυο Τσέτες. Από τους υποκόπανους των όπλων τους βρέθηκε στο χώμα λιπόθυμη. Τη βίασαν.Ακούστηκαν δύο πυροβολισμοί. Τη δολοφόνησαν εν ψυχρώ. Ακίνητο το καραβάνι. Οι άλλοι ληστές είχαν παρατεταμένα τα όπλα. Έτσι τηρούσαν τις συμφωνίες οι Τσέτες.

Είπαν πως ήταν για παραδειγματισμό. Συγκεντρώθηκε μπαχτσίσι από τους συγχωριανούς για να δοθεί άδεια για την ταφή της Ευλαμπίας στο σημείο της δολοφονίας. Ήταν 13 ετών…Επιτέλους φτάσαμε στις ακτές της Μ. Ασίας. Δεν είχαμε κάρο. Με χίλιες δυσκολίες βρέθηκε μεταγωγικό μικρό βαπόρι για να περάσουμε στις ακτές της Ανατολικής Θράκης. Είχαμε επιβιβαστεί στο μεταγωγικό.

Για μια στιγμή η Κυριακή εξαφανίστηκε. Δεν τη βλέπαμε. Φωνάξαμε όλες μας δυνατά και πιο δυνατά το όνομά της. Το μεταγωγικό είχε ήδη αναχωρήσει. Είχαμε την ελπίδα ότι θα συναντηθούμε στις ακτές της Θράκης. Οι ελπίδες μας διαψεύσθηκαν. Έτσι χάσαμε την Κυριακή Παπαδοπούλου, τη μεγαλύτερη αδερφή μας. 

Ήτανε 15 ετών».Αυτή ήταν η διήγηση της Παναγιώτας Παπαδοπούλου. Για την εύρεση της αδελφής της, Κυριακής, επιχειρήθηκαν αναζητήσεις μέσω του Ερυθρού Σταυρού, απ’ το ’50 ως το ’80, αλλά δεν τελεσφόρησαν. Ο πατέρας τους, Σάββας Παπαδόπουλος, στάλθηκε στα τάγματα εργασίας (Αμελέ Ταμπουρού) στην περιοχή του Άκτσαλε και έκτοτε χάθηκαν τα ίχνη του. 

Ο παππούς της, ο ιερέας “παπασήν Σάββα”, όπως τον αποκαλούσαν στην περιοχή, απαγχονίστηκε από τους ληστές του Τοπάλ Οσμάν.Η αναφορά στα τραγικά συμβάντα της ζωής των Ελλήνων του Πόντου και εν γένει της Μ. Ασίας της περιόδου 1900 – 1924, δεν πρέπει να γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους πάσης προέλευσης πατριδοκάπηλους εθνοσωτήρες.

Ο Θεός στις εγκληματικές ενέργειες των δημιουργημάτων του, απανταχού της γης, δε συμμετέχει. Υπάρχουν όμως λέξεις για να αποδώσουν γεγονότα σαν αυτά; Ο υπογράφων είναι εγγονός της Παναγιώτας και του Ανέστη Αλεξανδρίδη. Η ζωή τα έφερε να είναι και ο θεράπων ιατρός της.

Η μητέρα του η Ευλαμπία, φέρει το όνομα της δολοφονημένης θείας της. Η Αγία Γραφή του προπάππου “παπασήν Σάββα” κοσμεί τη βιβλιοθήκη της οικογένειάς του, με διαφυλαγμένη αναλλοίωτη την ιστορική μνήμη και την ελληνική συνείδηση.


Δεν υπάρχουν σχόλια: