22 Μαΐου, 2017

ΓΙΑΤΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΕΙΝΑΙ ΒΑΡΕΤΗ;

 

Οι υποστηρικτές της φιλελεύθερης δημοκρατίας πήραν μια ανάσα ανακούφισης στις 7 Μαΐου, όταν ο πολιτικά νεοφερμένος Εμμανουέλ Μακρόν νίκησε απερίφραστα την δεξιά εθνικιστή Marine Le Pen στις γαλλικές προεδρικές εκλογές. 

Αλλά αυτές οι εκλογές, αν και κρίσιμες για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απείχαν από το να είναι το μόνο εκλογικό βαρόμετρο του τρέχοντος έτους στην Ευρώπη:

Η Βρετανίδα πρωθυπουργός Theresa May προκήρυξε πρόωρες γενικές εκλογές για τις 8 Ιουνίου, η Γαλλία επιλέγει ένα νέο νομοθετικό σώμα στις 11 και στις 18 Ιουνίου, και η Γερμανία στις 24 Σεπτεμβρίου εκλέγει νέο κοινοβούλιο -το οποίο θα μπορούσε να οδηγήσει σε έναν νέο καγκελάριο.

Για δύο λόγους, οι επερχόμενες ομοσπονδιακές εκλογές στην Γερμανία θα παρέχουν περισσότερο δράμα απ’ ότι συνήθως. Ο πρώτος είναι η πρόσφατη άνοδος του πρώτου ομοσπονδιακά βιώσιμου δεξιού κόμματος της χώρας μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο -του αντι-μουσουλμανικού, εθνικιστικού κόμματος «Εναλλακτική για την Γερμανία» (AfD).

Ο δεύτερος είναι ο Σοσιαλδημοκράτης (SPD) Martin Schulz, ο οποίος αποτελεί την πρώτη δικαιολογημένη πρόκληση για την καγκελαρία της Άνγκελα Μέρκελ για πάνω από μια δεκαετία. Κατά τα άλλα, όμως, οι γερμανικές εκλογές υπόσχονται να είναι η λιγότερο συναρπαστική εκλογική αναμέτρηση στην Ευρώπη φέτος.

Οι μοχλοί της εξουσίας στην γερμανική πολιτική παραμένουν πεισματικά ανθιστάμενοι στον ριζοσπαστικό δεξιό λαϊκισμό που καταβροχθίζει άλλες χώρες. Σίγουρα, η Γερμανία έχει το μερίδιο που της αναλογεί σε ριζοσπάστες – δείτε απλά τον υπολοχαγό του γερμανικού στρατού που ήλπιζε να δολοφονήσει έναν πρώην Γερμανό πρόεδρο και τον νυν υπουργό Δικαιοσύνης που ποζάρει ως Σύρος πρόσφυγας.

Και σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, περίπου το 10% των ψηφοφόρων υποστηρίζουν το AfD. Ωστόσο, παρ’ όλες τις προθέσεις και τους σκοπούς, η γερμανική πολιτική θα αφήσει αυτή την προεκλογική περίοδο περίπου όπως ήταν και πριν ξεκινήσει. Η βαρετή φύση της γερμανικής πολιτικής είναι αξιοσημείωτη δεδομένου ότι λιγότερο από 30 χρόνια πριν, η Γερμανία προσπαθούσε να ενοποιήσει τα δύο ανόμοια μισά της χώρας. 

Το ανατολικό μισό είχε μόλις βγει από περίπου έξι δεκαετίες απολυταρχίας, και το δυτικό μισό, ενώ ήταν διαρκώς δημοκρατικό, είχε παλέψει με κύματα εσωτερικής τρομοκρατίας από το 1970. Πώς, λοιπόν, η Γερμανία έγινε σημαιοφόρος της σταθερότητας και της δημοκρατίας;

Η απάντηση είναι, με μια λέξη, θεσμοί. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος έκανε την Γερμανία ερείπια  - οικονομικά, πρακτικά και ψυχολογικά. Καθώς οι γερμανικές ελίτ κοιτούσαν τα κυριολεκτικά και συμβολικά ερείπια της χώρας τους, αποφάσισαν να δημιουργήσουν μια πολιτική δομή που να έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε να αποφύγει τα λάθη της Γερμανίας του παρελθόντος.

Ως τρόπος για να εμποδίσουν την μεταπολεμική Δυτική Γερμανία από το να αναπαραγάγει την καταστροφική αστάθεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και τον γενοκτονικό αυταρχισμό του καθεστώτος των Ναζί, εφάρμοσαν μια σειρά από κανόνες για την προώθηση της μετριοπάθειας και της συνέπειας στην πολιτική.

Τουλάχιστον εν μέρει, είναι σε μεγάλο βαθμό χάρη σε αυτούς τους κανόνες που η σημερινή Γερμανία απέφυγε να έχει ένα από τα κύρια πολιτικά κόμματά της καταληφθέν από ριζοσπάστες, κάτι που οι Αμερικανοί Ρεπουμπλικάνοι βίωσαν πρόσφατα με το κίνημα Tea Party˙ [απέφυγε] να φλερτάρει με την εκλογή ενός εθνικού ηγέτη παρόμοιου με την Le Pen, της οποίας το πολιτικό κόμμα έχει μόνο δύο από τις 577 έδρες στη Βουλή της χώρας της ή την εκλογή [προσωπικοτήτων] παρόμοιων του Donald Trump. 

Ο οποίος έχει την συνήθεια να προωθεί πολιτικές που έρχονται σε σύγκρουση με την επίσημη Ρεπουμπλικανική στάση και που δεν έχει καμία απολύτως εμπειρία σε δημόσια αξιώματα. Δείτε το εκλογικό σύστημα της Γερμανίας. Σε αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, των οποίων το πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα είχε ως αποτέλεσμα μόνο δύο καθιερωμένα εκλόγιμα πολιτικά κόμματα, η Γερμανία χρησιμοποιεί μια έκδοση της αναλογικής εκπροσώπησης που δημιουργεί ένα πολυκομματικό σύστημα. 

Σε απλά λόγια, αν το 28% των Γερμανών ψηφίσει για το Κόμμα Α και το 21% των Γερμανών ψηφίσει για το Κόμμα Β -τα ίδια ποσοστά των ψηφοφόρων της πολιτείας Utah που ψήφισαν  για τους υποψηφίους Χίλαρι Κλίντον και Evan McMullin, αντίστοιχα, στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές του 2016- τότε το κόμμα Α θα λάβει το 28% των εδρών στην γερμανική βουλή και το κόμμα Β το 21% [στμ: ενώ στις ΗΠΑ προκρίνεται ο υποψήφιος με το μεγαλύτερο ποσοστό. Ο άλλος απλώς χάνει].

Υπό ένα εκλογικό σύστημα που μεταφράζει αναλογικά τα μερίδιο των ψήφων σε μερίδια εδρών στο νομοθετικό Σώμα, οι ψηφοφόροι δεν αισθάνονται ότι χάνονται οι φωνές τους όταν ψηφίσουν για ένα μικρότερο, εξειδικευμένο κόμμα, δεδομένου ότι ακόμη και αυτά τα κόμματα μπορούν να μπουν στο κοινοβούλιο. 

Αυτό επιτρέπει στους ψηφοφόρους να συντάσσονται με ένα κόμμα που αντιπροσωπεύει σε μεγάλο βαθμό τα συμφέροντά τους, σε αντίθεση με την επιλογή ενός κόμματος του οποίου το δυνατό σημείο –στο μυαλό ορισμένων ψηφοφόρων- είναι ότι πρόκειται για το «μη χείρον βέλτιστον».


Δημοσίευση σχολίου