17 Ιανουαρίου, 2012

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ


6. Πληθυσμιακή κατάσταση

Η καλύτερη διάγνωση του πολιτικού ρόλου που μπορεί να παίξει μία περιοχή μέσα στο σώμα μιας πολυεθνικής αυτοκρατορίας, εξαρτάται από την γνώση των πληθυσμιακών ομάδων που κατοικούν στη συγκεκριμένη περιοχή. Σε αντίθεση ίσως με την πολιτική ιστορία, νοουμένης ως σύνολο πολιτικο-στρατιωτικών γεγονότων, η Μακεδονία παρουσιάζει τεράστιο ενδιαφέρον για τη δημογραφική ιστορία κατά την οθωμανική περίοδο. 

Παρόλο που η έρευνα βρίσκεται ακόμα στην αρχή και μόλις τα τελευταία χρόνια αρχίζουν να μελετώνται οι πηγές της περιόδου, κάποια πρώτα πορίσματα μπορούν να εξαχθούν αναφορικά με την πληθυσμιακή κατάσταση της Μακεδονίας κατά την εξεταζόμενη περίοδο. Εκ προοιμίου οφείλουμε να επισημάνουμε ότι οι βασικές εθνοπολιτισμικές ομάδες που απαντώνται γενικά στα οθωμανικά Βαλκάνια, εμφανίζονται κατ' εξοχήν στη Μακεδονία. Έτσι, Έλληνες, Βλάχοι, Σλάβοι, Αλβανοί, Εβραίοι, Γιουρούκοι, άλλοι Μουσουλμάνοι καθώς και Αθίγγανοι (Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι) αποτελούσαν τις κύριες εθνοπολιτισμικές ομάδες της Μακεδονίας.

Ξεκινώντας από τους Μουσουλμάνους, θα πρέπει να επισημανθεί το μεγάλο εποικιστικό ρεύμα Γιουρούκων στη Μακεδονία ήδη από τα τέλη του ΙΔ΄ αιώνος, το οποίο συνεχίσθηκε μέχρι και τις αρχές του ΙΣΤ΄ αιώνος. Αυτή η πληθυσμιακή ομάδα αποτέλεσε μάλιστα ειδική κατηγορία μεταξύ των Γιουρούκων των Βαλκανίων, με την ονομασία «Γιουρούκοι της Θεσσαλονίκης» (Selânik Yürükleri). Οι περιοχές που εγκαταστάθηκαν ήταν η Κεντρική και η Δυτική Μακεδονία και πιο συγκεκριμένα, η πεδιάδα της Θεσσαλονίκης και η περιοχή της Κοζάνης. 

Οι Γιουρούκοι, έχοντας μία ιδιαίτερη στρατιωτική οργάνωση κατά εστίες (οτζάκια), ίδρυσαν τα δικά τους χωριά. Δε γνωρίζουμε το συνολικό αριθμητικό μέγεθος αυτού του πληθυσμού. Τουλάχιστον μέχρι τα τέλη του ΙΖ΄ αιώνος, η ιδιαίτερη οργάνωση των Γιουρούκων είχε παρακμάσει, ενώ οι ίδιοι είχαν προσλάβει όλα τα χαρακτηριστικά των εγκατεστημένων αγροτικών πληθυσμών και είχαν ενταχθεί στο γενικό οικιστικό πλέγμα της περιοχής.

Η κυρίως μουσουλμανική πληθυσμιακή ομάδα της Μακεδονίας αποτελούνταν από αστικό πληθυσμό και γι' αυτό εντοπίζεται κατά βάση στις μακεδονικές πόλεις. Πράγματι, είναι γνωστό ότι γενικότερη πολιτική του οθωμανικού κράτους ήταν η οικονομική και δημογραφική τόνωση των κατεστραμμένων από τους πολέμους πόλεων και η δημιουργία νέων. Έτσι, παράλληλα με τους Γιουρούκους που εγκαταστάθηκαν στην ύπαιθρο, το κράτος μετέφερε πολλούς Μουσουλμάνους, κυρίως αστικών επαγγελμάτων, οι οποίοι επάνδρωσαν τις πόλεις ή τόνωσαν δημογραφικά τις νεοϊδρυμένες. 

Εκτός από τα Γιαννιτσά (Yenice-i Vardar), που είχαν ιδρυθεί από τον κατακτητή της Μακεδονίας Γαζή Εβρενός το τελευταίο τέταρτο του ΙΔ΄ αιώνος και διετήρησαν εν πολλοίς τον μουσουλμανικό τους χαρακτήρα μέχρι την Απελευθέρωση, παρατηρείται μία σταθερή αύξηση των Μουσουλμάνων στις μεγάλες μακεδονικές πόλεις (Θεσσαλονίκη, Σκόπια, Σέρρες), κατά τον ΙΕ΄ και καθ' όλον τον ΙΣΤ΄ αιώνα. Σύμφωνα με μία μελέτη για την δημογραφική κατάσταση των μακεδονικών πόλεων, στα τέλη του ΙΣΤ΄ αιώνος σε σύνολο 26 πόλεων, οι 18 είχαν μουσουλμανική πλειονότητα. 

Ένα ποσοστό αυτού του πληθυσμού είχε προέλθει από εξισλαμισμούς, το δημογραφικό μέγεθος των οποίων δεν μπορεί να υπολογισθεί με ακρίβεια. Στην ίδια μελέτη υποστηρίζεται ότι το 1/3 του μουσουλμανικού πληθυσμού των μακεδονικών πόλεων, στα τέλη του ΙΣΤ΄ αιώνος, προερχόταν από εξισλαμισμούς. Αν αληθεύει το ποσοστό, τότε θα πρέπει να υποθέσουμε ότι οι εξισλαμισμένοι στη Μακεδονία ήταν πολύ περισσότεροι κατά τους δύο πρώτους οθωμανικούς αιώνες, απ' ότι συνήθως πιστεύεται. Οι εξισλαμισμοί συνεχίσθηκαν ασφαλώς και κατά τους δύο επόμενους αιώνες, αλλά τα στοιχεία που διαθέτουμε είναι αποσπασματικά και μη μετρήσιμα. 

Τέλος, ένα άλλο τμήμα μουσουλμανικού πληθυσμού περιελάμβανε τις στρατιωτικές φρουρές και τους διοικητικούς υπαλλήλους, οι οποίοι αντιπροσώπευαν ένα σεβαστό δημογραφικό ποσοστό, ειδικά στη Μακεδονία με τα σημαντικά διοικητικά της κέντρα. Εκτός από τις πόλεις και τις περιοχές που εγκαταστάθηκαν οι Γιουρούκοι, δεν εμφανίζονται μαζικά μουσουλμανικοί πληθυσμοί σε άλλες περιοχές της μακεδονικής υπαίθρου κατά την εξεταζόμενη περίοδο.

Οι Χριστιανοί υπερτερούσαν σαφώς στον συνολικό πληθυσμό της Μακεδονίας. Το είδος των πηγών που διαθέτουμε (οθωμανικά κτηματολογικά κατάστιχα), δεν μας επιτρέπουν να προχωρήσουμε σε περαιτέρω διαφοροποιήσεις εθνοπολιτισμικού χαρακτήρος μέσα στο χριστιανικό στοιχείο της περιοχής, καθώς η μόνη διάκριση που γίνεται σ' αυτές τις πηγές είναι μεταξύ Μουσουλμάνων και μη Μουσουλμάνων, με την εξαίρεση των Εβραίων. Από τα ονόματα των κατοίκων, τα οποία δεν αποτελούν πάντοτε ασφαλές τεκμήριο για την ένταξη σε μία εθνοπολιτισμική ομάδα, συμπεραίνεται ότι οι Ελληνόφωνοι, οι Σλαβόφωνοι και οι Βλαχόφωνοι αποτελούσαν τη συντριπτική πλειονότητα των Χριστιανών, χωρίς όμως να μπορούν να δοθούν ποσοστά στην κάθε ομάδα, ούτε να τοποθετηθούν σε κάποια γεωγραφική ζώνη. 

Ο αρκετά μακρινός για εθνικές διεκδικήσεις ΙΕ΄ ή και ο ΙΣΤ΄ αιώνας, προσφέρει μία μάλλον αντίθετη εικόνα από αυτήν που συνηθίζουμε να βλέπουμε σε χάρτες του ΙΘ΄ αιώνος: μεγάλη διασπορά των εθνοπολιτισμικών ομάδων, χωρίς σαφή γεωγραφικό προσανατολισμό. Γενικά και με κίνδυνο να υπεραπλουστεύσουμε την κατάσταση, θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι Ελληνόφωνοι Χριστιανοί βρίσκονται κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα, ενώ οι Σλαβόφωνοι στην ύπαιθρο. Η παρουσία των δεύτερων σε περιοχές εκτός της Βόρειας και Βορειοδυτικής Μακεδονίας, εντοπίζεται σε συγκεκριμένους θύλακες. Έτσι, παρατηρείται αρκετά μεγάλη συγκέντρωση Σλαβοφώνων στην περιοχή του Στρυμόνα και στη Βορειοανατολική Χαλκιδική. Βλαχόφωνοι, τέλος, εντοπίζονται στους ορεινούς όγκους της Δυτικής και Βορειοδυτικής Μακεδονίας. 

Η μεγάλη διασπορά των παραπάνω πληθυσμών σ' όλη την Ελληνική Χερσόνησο δεν είχε ακόμη αρχίσει. Αυτή εντοπίζεται -με κάθε επιφύλαξη- κατά τον ΙΖ΄ αιώνα, όταν είχε πλέον δημιουργηθεί ένα ισχυρό πληθυσμιακό πλεόνασμα στις ορεινές περιοχές, το οποίο διοχετεύθηκε τελικά στην ύπαιθρο ή και σε απομακρυσμένες γεωγραφικά περιοχές. Οι Εβραίοι αποτελούν ευδιάκριτη πληθυσμιακή ομάδα στις οθωμανικές καταγραφές και μπορούμε σήμερα να τους εντοπίσουμε γεωγραφικά όπως και να παρακολουθήσουμε την δημογραφική τους εξέλιξη. Όπως είναι γνωστό, Εβραίοι ήλθαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία κατά κύματα από την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Κάτω Ιταλία μετά το 1492, διωγμένοι από τους Καθολικούς μονάρχες της Ισπανίας. Αυτοί αποτέλεσαν την ομάδα των Σεφαραδιτών. Ένα μικρό ποσοστό κατέφθασε από την Ουγγαρία και άλλες βόρειες χώρες και αποτέλεσε τους Ασκεναζίμ. 

Σ' αυτούς θα πρέπει να προσθέσουμε και τους ντόπιους Εβραίους, οι οποίοι διαβιούσαν σ' αυτά τα εδάφη από την Ρωμαϊκή Εποχή, τους Ρωμανιώτες. Η Θεσσαλονίκη υπήρξε ο χώρος υποδοχής του μεγαλυτέρου τμήματος (όσον αφορά το προερχόμενο από την Ιβηρική Χερσόνησο εβραϊκό στοιχείο), διπλασιάζοντας τον πληθυσμό της και τονώνοντας την οικονομία της κατά τον ΙΣΤ΄ αιώνα. Και άλλες, όμως, μακεδονικές πόλεις δέχθηκαν μεγάλα ή και μικρότερα ποσοστά Εβραίων (Μοναστήρι, Σκόπια, Σέρρες, Καβάλα). Η παρουσία Εβραίων εντοπίζεται αποκλειστικά στις πόλεις, όπου και ασκούσαν μάλιστα συγκεκριμένες οικονομικές δραστηριότητες (υφαντουργία, τραπεζικές επιχειρήσεις). Τέλος, η ύπαρξη ενός μικρού ποσοστού Αθιγγάνων παρατηρείται και στη Μακεδονία, όπως εξάλλου και σε κάθε περιοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία ή πληροφορίες για τους τόπους εγκαταστάσεως αυτών των πληθυσμών. Απλώς σημειώνουμε ότι απαντώνται πέραν της υπαίθρου και σε μεγάλες πόλεις, όπως για παράδειγμα στο Μοναστήρι, όπου το πληθυσμιακό τους μέγεθος ήταν αρκετά υψηλό.

Μία συνολική -κατ' εκτίμηση- δημογραφική εικόνα για την Μακεδονία μπορούμε να λάβουμε μέσω της φορολογικής απογραφής ολόκληρης της αυτοκρατορίας, που διενεργήθηκε κατά την δεκαετία του 1520. Τα τρία μακεδονικά σαντζάκια -του Πασά, του Κιουστεντίλ και της Αχρίδος- που αποτελούσαν την γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας (μαζί, βέβαια, με κάποιες άλλες περιοχές κυρίως της Θράκης) παρουσίαζαν την εξής εικόνα φορολογουμένου πληθυσμού: 1.000.000 Χριστιανοί, 300.000 Μουσουλμάνοι, 10.000 Εβραίοι. Σ' αυτούς τους αριθμούς θα πρέπει να προσθέσουμε ένα 10% επιπλέον Μουσουλμάνους, που αποτελούν τα μέλη των φρουρών καθώς και τους άλλους διοικητικούς ή θρησκευτικούς υπαλλήλους που δεν υπόκειντο σε φορολογία.

Τη συντριπτική χριστιανική πλειονότητα θα πρέπει να την υπολογίσουμε πολύ χαμηλότερη προς το τέλος του αιώνα και κυρίως κατά τον ΙΖ΄ αιώνα, με κύριες αιτίες τους εξισλαμισμούς και τις πληθυσμιακές μετακινήσεις. Για τις τελευταίες, δεν υπάρχουν ασφαλή στοιχεία από πηγές της εποχής. Από φιρμάνι του 1605 συμπεραίνεται ότι μεγάλος αριθμός Αγραφιωτών είχε εγκατασταθεί στη Θεσσαλονίκη. Ο εκδότης τους χαρακτηρίζει μη μόνιμα εγκατεστημένους. Εάν κρίνουμε από το ποσό του φόρου που έπρεπε να καταβάλλει αυτή η ομάδα, συμπεραίνουμε ότι θα ήταν πληθυσμιακά περίπου ισοδύναμη με τους υπολοίπους Χριστιανούς της πόλεως. 

Η μετακίνηση αυτή εντάσσεται στην βασική μεταναστευτική κίνηση που αναφέρεται από τη βιβλιογραφία για την Μακεδονία. Σύμφωνα μ' αυτή την άποψη, οι Χριστιανοί που είχαν καταφύγει στα ορεινά για τον φόβο των Τούρκων κατά τον ΙΔ΄ και ΙΕ΄ αιώνα, άρχισαν από τον ΙΣΤ΄ αιώνα και εξής να κατηφορίζουν στα πεδινά. Η συγκεκριμένη κίνηση ερμηνεύεται τόσο από τον υπερπληθυσμό των ορεινών περιοχών, οι οποίες δεν μπορούσαν να θρέψουν πλέον τους κατοίκους, όσο και από την αποκατάσταση της ειρήνης και της ασφάλειας στην περιοχή.

Ο ΙΖ΄ αιώνας θεωρείται γενικά ως εποχή δημογραφικής κρίσεως για όλη την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Λόγω, όμως, ελλείψεως σειριακών αριθμητικών δεδομένων, δεν μπορούμε να συμπεράνουμε το μέγεθος της κρίσεως που βίωσε -εάν τελικά κάτι τέτοιο συνέβη- ο πληθυσμός της Μακεδονίας. Χάρη σε δύο Οθωμανούς περιηγητές του ΙΖ΄ αιώνος, τον Εβλιγιά Τσελεμπί και τον Κιατίμπ Τσελεμπί (Χατζή Κάλφα), διαθέτουμε κάποιες ενδείξεις για τον πληθυσμό ορισμένων μακεδονικών πόλεων. Ο πληθυσμός σ' αυτές τις πηγές δίνεται σε «σπίτια», ένα δημογραφικό μέγεθος το οποίο δεν μπορεί να υπολογισθεί σε πόσα άτομα αντιστοιχεί. Οι αριθμοί πάντως που παραθέτουν αυτές οι πηγές, συγκρινόμενοι με τον πληθυσμό των πόλεων κατά τον ΙΗ΄ αιώνα, υποδεικνύουν έναν συντελεστή δύο ατόμων για κάθε «σπίτι». 

Η δημογραφική εικόνα που είχαμε από το τέλος του ΙΣΤ΄ αιώνος για τις μεγάλες αστικές πόλεις, συνέχισε να ισχύει και γι' αυτόν τον αιώνα: οι ίδιες πόλεις που εμφανίζονταν ως οι πολυπληθέστερες τον προηγούμενο αιώνα, ήταν και σ' αυτόν. Επιπλέον -και σε αντίθεση με την άποψη περί δημογραφικής κρίσεως- παρατηρούμε μία αύξηση της τάξεως του 50% στον πληθυσμό, κυρίως των μεγαλυτέρων μακεδονικών πόλεων. Έτσι η Θεσσαλονίκη, για παράδειγμα, διπλασιάζει τον πληθυσμό της σε σχέση με τον ΙΣΤ΄ αιώνα και φθάνει περίπου στα επίπεδα του ΙΗ΄ αιώνος. Το ίδιο ισχύει και για τα Σκόπια, τη Βέροια, τις Σέρρες και το Μοναστήρι, που ήταν οι μεγαλύτερες πόλεις της Μακεδονίας. 

Ειδικότερα για την περιοχή του Μοναστηρίου, έχει υποστηριχθεί ότι μέχρι περίπου τα μέσα του ΙΖ΄ αιώνος γνώρισε μία δημογραφική μείωση, ενώ τα επόμενα σαράντα χρόνια στάθηκαν εποχή δημογραφικής ανόδου. Αν οι αριθμοί είναι αληθινοί, τότε θα πρέπει να δεχθούμε μία έντονη τάση αστυφιλίας -στοιχείο που ίσχυε και για τον όψιμο ΙΣΤ΄ αιώνα- με χώρους υποδοχής κυρίως τις πολύ μεγάλες πόλεις. Αντίθετα, στις μικρότερες πόλεις παρατηρείται μεγαλύτερη ρευστότητα. Αρκετές χάνουν τον πληθυσμό τους ή και παρακμάζουν, ενώ άλλες εμφανίζονται ή αναπτύσσονται για ποικίλους λόγους. Φαίνεται, πάντως, ότι το κύριο αστικό δίκτυο της Μακεδονίας είχε ήδη από τα τέλη του ΙΣΤ΄ αιώνος αποκρυσταλλωθεί. Στον παρακάτω πίνακα παρατίθενται οι δέκα μεγάλες μακεδονικές πόλεις σε αριθμό «σπιτιών», με βάση τα στοιχεία των δύο προαναφερομένων Οθωμανών περιηγητών.

Θεσσαλονίκη 33.000 (Χ, Μ, Ε) Σκόπια 10.060 (Χ, Μ, Ε)
ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΕΣ ΠΟΛΕΙΣ ΤΟΝ ΙΖ΄ ΑΙΩΝΑ
Βέροια 4.000 (Χ, Μ, Ε)
Σέρρες 4.000 (Χ, Μ, Ε)
Μοναστήρι 3.000 (Χ, Μ, Ε)
Καστοριά    2.500 (Χ, Μ, Ε)
Στρώμνιτσα 2.040 (Χ, Μ)

Σέρβια 1.800 (Χ, Μ, Ε)
Γιαννιτσά    1.500 (Χ, Μ)
Φλώρινα     1.500 (Χ, Μ)

Πηγή: Α. Βακαλόπουλος, Ιστορία της Μακεδονίας, σσ. 201-248, με βάση τους δύο Οθωμανούς περιηγητές (Χ= Χριστιανοί, Μ= Μουσουλμάνοι, Ε= Εβραίοι).

7. Συμπέρασμα

Η Μακεδονία κατά την οθωμανική περίοδο, μέχρι τουλάχιστον το δεύτερο μισό του ΙΖ΄ αιώνος, παρουσιάζει μία εικόνα που σχετίζεται με την πληθυσμιακή και εξ αυτής και την πολιτική της κατάσταση. Το γεγονός ότι αποτελούσε μία από τις κεντρικές επαρχίες του οθωμανικού κράτους και από τις πρωιμότερα ενταγμένες περιοχές της Ελληνικής Χερσονήσου σ' αυτό, σήμαινε ότι ο έλεγχος της κεντρικής εξουσίας ήταν αποτελεσματικότερος σε συνάρτηση με άλλες επαρχίες της Ελληνικής Χερσονήσου ή και των Βαλκανίων γενικότερα. Η παρουσία ισχυρού πληθυσμιακά μουσουλμανικού πληθυσμού καθ' όλη την περίοδο όπως και ισχυρών στρατιωτικών δυνάμεων δυσχέραινε την ανάπτυξη οιασδήποτε μορφής επαναστατικού κινήματος, ενώ η ταχεία και στη συνέχεια σταθερή απομάκρυνση της περιοχής από τα σύνορα του κράτους δεν ευνόησε την εμφάνιση πολιτικο-στρατιωτικής δραστηριότητος. 

Οι ορεινοί όγκοι της Πίνδου στα δυτικά της Μακεδονίας από τη μια βοήθησαν στην ανάπτυξη του κλεφταρματολισμού, από την άλλη όμως την απέκοπταν από τις πιο «ευνοϊκές», για τα δυτικά επαναστατικά σχέδια, περιοχές της Ηπείρου. Η θάλασσα υπήρξε ο βασικός και -από μία άποψη- ασφαλέστερος τρόπος επικοινωνίας με τον «έξω» κόσμο. Η κατάσταση αυτή αποθάρρυνε και την ανάπτυξη ενός κοινοτικού βίου, ικανού να συσπειρώσει τους μη μουσουλμανικούς πληθυσμούς. Έτσι, από πολιτική άποψη, η ιστορία της Μακεδονίας αυτή την περίοδο μοιάζει πολύ περισσότερο «επίπεδη», σε σχέση με άλλες οθωμανικές επαρχίες της Ελληνικής Χερσονήσου. 

Δεν είναι τυχαίο ότι οι ιστορικοί δημογράφοι την κατατάσσουν εθνοπολιτισμικά στη ζώνη, στην οποία τον κυρίαρχο ρόλο έπαιζαν οι Μουσουλμάνοι. Ο ΙΗ΄ αιώνας, με τις πολλές ανατροπές που επέφερε συνολικά στην οθωμανική κοινωνία, θα προσπαθήσει -χωρίς πάντοτε μεγάλη επιτυχία- να ανατρέψει την προϋπάρχουσα κατάσταση και σ' αυτή την οθωμανική επαρχία.

_____________________

Αύριο η συνέχεια


Δεν υπάρχουν σχόλια: