13 Ιανουαρίου, 2012

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ


Η είσοδος του Βαλδουίνου στη Θεσσαλονίκη προκάλεσε την οργή του Βονιφατίου, ο οποίος έσπευσε να καταλάβει το Διδυμότειχο και να πολιορκήσει την Αδριανούπολη. Εξασφάλισε μάλιστα την αποδοχή των Ελλήνων, καθώς είχε νυμφευθεί την χήρα του Ισαακίου του Β΄ Μαργαρίτα-Μαρία και διεκήρυττε ότι θα έστεφε αυτοκράτορα τον πρωτότοκο γιο της Μανουήλ, τον οποίο επευφημούσαν βασιλέα των Ρωμαίων. Η εμφύλια σύρραξη αποφεύχθηκε χάρη στην παρέμβαση του Ερρίκου Δάνδολο, ο οποίος συγκάλεσε συμβούλιο στην Κωνσταντινούπολη, τον Οκτώβριο του 1204, το οποίο δικαίωσε τον Βονιφάτιο και τον αναγνώρισε ως βασιλέα της Θεσσαλονίκης.

Τον Οκτώβριο του 1204 έγινε η διανομή της αυτοκρατορίας με βάση τη Σύμβαση του Μαρτίου του 1204, στο τελικό όμως έγγραφο, που είναι γνωστό ως Partitio Romaniae, ενώ περιλαμβάνονται όλες οι άλλες επαρχίες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, δεν περιλαμβάνεται η Θεσσαλονίκη και οι περιοχές της Ανατολικής Μακεδονίας (Σέρρες, Χριστούπολη, Αμφίπολη, Φίλιπποι, Μελένικο) καθώς και μέρος της Θράκης έως τη Μοσυνόπολη, που είχαν περιέλθει στον Βονιφάτιο. Αρχές του 1205, ο Βονιφάτιος εισήλθε στη Θεσσαλονίκη και στέφθηκε βασιλεύς. Μοίρασε τις πολυτελέστερες οικίες στους ιππότες της αυλής του και απέσπασε χρήματα και περιουσίες των Θεσσαλονικέων, γεγονός που προκάλεσε την δυσαρέσκεια και την απογοήτευση των κατοίκων. Αμέσως προχώρησε στην εκλογή Λατίνου αρχιεπισκόπου και εκχώρησε τους ναούς και τις προσόδους του Αγίου Δημητρίου και της Αγίας Σοφίας στον λατινικό κλήρο. Μητροπολιτικός ναός παρέμεινε ο ναός της Αγίας Σοφίας. Στους Λατίνους φαίνεται πως εκχωρήθηκαν και οι πρόσοδοι των Μονών Φιλοκάλου και Ακαπνίου.

Αφού εδραίωσε την εξουσία του στη Θεσσαλονίκη, ο Βονιφάτιος ξεκίνησε με στρατό να κατακτήσει τη Νότιο Ελλάδα και την Πελοπόννησο και να μοιράσει τα εδάφη που θα κατακτούσε, ως φέουδα στους Σταυροφόρους. Στη Θεσσαλονίκη άφησε την αντιβασιλεία σε Λομβαρδούς ευγενείς, με επικεφαλής τη σύζυγό του Μαρία. Κατεβαίνοντας προς νότο κατέλαβε πόλεις και κάστρα όπως το Κίτρος, που το παρέδωσε στον Wirich von Daun και τον Πλαταμώνα στον Rolando Piscia. Φθάνοντας στις Θερμοπύλες, αντιμετώπισε αντίσταση από τον Άρχοντα του Άργους και του Ναυπλίου Λέοντα Σγουρό, ο οποίος είχε φθάσει έως τη Λάρισα και τελικά αναγκάσθηκε να υποχωρήσει στον Ακροκόρινθο.

Τα πράγματα όμως εξελίχθηκαν επικίνδυνα για τους Λατίνους στη Θράκη. Οι κάτοικοι των πόλεων της Θράκης, απογοητευμένοι από την καταπιεστική πολιτική των Φράγκων, επαναστάτησαν. Όταν ο Βαλδουίνος πολιόρκησε την Αδριανούπολη, οι κάτοικοί της ζήτησαν την βοήθεια του Τσάρου των Βουλγάρων Ιωαννίτζη, του οποίου το κύρος είχε αυξηθεί μετά τη στέψη του στο Τέρνοβο από εκπρόσωπο του Πάπα, τον Νοέμβριο του 1204. Ο Βούλγαρος τσάρος άδραξε την ευκαιρία και εισέβαλε στη Θράκη. Ο Βαλδουίνος, που πολιορκούσε την Αδριανούπολη, έπεσε σε ενέδρα των Βουλγάρων στις 13 Απριλίου, αιχμαλωτίσθηκε και αποκεφαλίσθηκε. Ο τσάρος απαίτησε τότε από τους Αδριανουπολίτες να του παραδώσουν την πόλη, εκείνοι όμως αρνήθηκαν. τελικά, δεν μπόρεσε να την καταλάβει γιατί, όπως γράφει ο ιστορικός Γεώργιος Ακροπολίτης, «αφυείς παντελώς εις πολιορκίαν οιΒούλγαροι», καθώς δεν χρησιμοποιούσαν πολιορκητικές μηχανές. Τότε, μανιασμένοι οι Βούλγαροι, ξεχύθηκαν στη Θράκη και κατέσκαψαν πολλές πόλεις οδηγώντας χιλιάδες αιχμαλώτους στις περιοχές του Δούναβη.

Επόμενος στόχος του Ιωαννίτζη ήταν η Θεσσαλονίκη. Ένας Βλάχος στρατηγός του, ο Ετζυϊσμένος (Σισμάν), διοικητής του Πρόσακου, ήλθε σε συνεννοήσεις με Θεσσαλονικείς, οι οποίοι στασίασαν, εισήλθε και ο ίδιος στην πόλη και από κοινού πολιόρκησαν την Βασίλισσα Μαρία στην ακρόπολη. Τότε, εσπευσμένα επέστρεψε ο Βονιφάτιος στη Θεσσαλονίκη και τιμώρησε τους πρωταιτίους. Ενδεχομένως στη συνωμοσία να μετείχε και ο Αυτοκράτωρ Αλέξιος ο Γ΄, που βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη μαζί με την οικογένειά του και γι' αυτό εκδιώχθηκε. Ο Αλέξιος κατέβηκε νοτιότερα και συναντήθηκε με τον Λέοντα Σγουρό, ο οποίος νυμφεύθηκε την κόρη του αυτοκράτορος, Ευδοκία.

Ο Ιωαννίτζης, που αυτοαποκαλούνταν «Ρωμαιοκτόνος» σε αντιστοιχία με το «Βουλγαροκτόνος» του Βασιλείου του Β΄, προήλασε προς τα δυτικά, κατέλαβε τις Σέρρες, όπου σφαγιάσθηκε η λατινική φρουρά και πλήθος λαού και έφθασε έως τη Βέροια καταλαμβάνοντας και άλλες πόλεις της Μακεδονίας. Οι βουλγαρικές επιδρομές προκάλεσαν σφαγές, αιχμαλωσίες και μετακινήσεις πληθυσμών σε ασφαλέστερες πόλεις-κάστρα.

Ο Βονιφάτιος δεν μπόρεσε να ανακαταλάβει τις Σέρρες, ήλθε όμως σε συνεννοήσεις με τον νέο Λατίνο αυτοκράτορα, τον αδελφό του Βαλδουίνου Ερρίκο της Φλάνδρας (1206-1216), για μία κοινή εκστρατεία εναντίον των Βουλγάρων. Ο Ερρίκος μάλιστα νυμφεύθηκε την κόρη του Βονιφατίου, Αγνή. Τον Σεπτέμβριο του 1207 ο Βονιφάτιος έπεσε σε ενέδρα των Βουλγάρων στη Ροδόπη και πέθανε από ακατάσχετη αιμορραγία. Ο θάνατός του αποτέλεσε πλήγμα για τους Λατίνους και έδωσε την ευκαιρία στον Ιωαννίτζη να σπεύσει να καταλάβει την Θεσσαλονίκη. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας όμως δολοφονήθηκε στη σκηνή του και μάλιστα στις 26 Οκτωβρίου του 1207, την ημέρα της εορτής του Αγίου Δημητρίου. Οι Θεσσαλονικείς απέδωσαν την σωτηρία της πόλεως στον πολιούχο Άγιο, γι' αυτό σε πολλές εικόνες απεικονίζεται έφιππος ο Άγιος να λογχίζει τον Βούλγαρο Σκυλοϊωάννη. Ο θάνατος του Ιωαννίτζη προκάλεσε ανακούφιση τόσο στους Έλληνες όσο και στους Λατίνους, μετά τις τόσες καταστροφές που είχε επιφέρει.

Στη Θεσσαλονίκη, μετά τον θάνατο του Βονιφατίου επικράτησε σύγχυση και εμφύλια διαμάχη. Διάδοχος του θρόνου είχε ορισθεί ο ανήλικος τότε γιος του Βονιφατίου Δημήτριος και επίτροπος η μητέρα του Μαρία. Οι Λομβαρδοί βαρώνοι όμως, με επικεφαλής τον Κόμη Ουμβέρτο του Μπιαντράτε, ήθελαν να καλέσουν από την Ιταλία τον ετεροθαλή αδελφό του Δημητρίου Γουλιέλμο τον Μομφερρατικό, ως κληρονόμο του πατέρα του. Στη Θεσσαλονίκη έφθασε ο Αυτοκράτωρ Ερρίκος, τον Δεκέμβριο του 1208, και ήλθε σε κάποια συμφωνία με τον Μπιαντράτε στην Μονή Χορταΐτου (στον σημερινό Χορτιάτη). Οι Λομβαρδοί όμως ζητούσαν ολόκληρη την Ελλάδα, από το Δυρράχιο έως την Θράκη και από την Κόρινθο ως την Φιλιππούπολη. Ο Ερρίκος, λαμβάνοντας υπόψη και τα αισθήματα του λαού της Θεσσαλονίκης και τη γνώμη της Βασιλίσσης Μαρίας, ακύρωσε τη συμφωνία και έστεψε τον Δημήτριο βασιλέα, την ημέρα των Θεοφανείων του 1209. 

Στη συνέχεια κατέλαβε -και με τη βοήθεια των Ελλήνων κατοίκων- τις Σέρρες και τη Χριστούπολη και εξεδίωξε τις φρουρές των Λομβαρδών, κατέβηκε στη Θεσσαλία και υποχρέωσε τους Λομβαρδούς να παραδώσουν τη Λάρισα και αργότερα τη Θήβα. Ο Ερρίκος οδήγησε τον στρατό του έως την Αθήνα, όπου δέχθηκε την υποταγή και αναγνώρισε ως υποτελή του τον Γοδεφρείδο Βιλλεαρδουίνο, πρίγκηπα της Αχαΐας. Και ενώ επρόκειτο να στραφεί εναντίον της Ηπείρου, ο Ηγεμόνας Μιχαήλ Δούκας δήλωσε υποταγή και πρότεινε τον γάμο της κόρης του με τον αδελφό του Ερρίκου Ευστάθιο και προίκα το 1/3 της επικρατείας του. Ο Ερρίκος δέχθηκε και αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη αφήνοντας τον Ευστάθιο στη Θεσσαλονίκη, ως δεύτερο επίτροπο του Δημητρίου.

Το 1212 αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης εκλέχθηκε ο Φλαμανδός Γκουερίνος, ο οποίος έλαβε τα προνόμια που είχε ο αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης ως λεγάτος του Πάπα πριν από την υπαγωγή του Ιλλυρικού στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, στα μέσα του Η΄ αιώνος. Στην αρχιεπισκοπή υπαγόταν ένδεκα επισκοπές: Κίτρους, Βεροίας, Καμπανίας, Βαρδάρη, Σερβίων, Πέτρας, Πλαταμώνος, Λαγκαδά, Αρδαμέρεως, Ιερισσού και Κασσανδρείας. Όπως μαρτυρείται σε συνοδική απόφαση του Αρχιεπισκόπου Αχρίδος Δημητρίου Χωματηνού (1236), διατηρήθηκαν οι Έλληνες επίσκοποι, οι οποίοι μάλιστα εκδίκαζαν διάφορες υποθέσεις με την παρουσία και του Δούκα Γεωργίου Φραγγόπουλου στο Ναό της Αχειροποιήτου. Τούτο οφείλονταν στην ανεκτική εκκλησιαστική πολιτική της Βασιλίσσης Μαρίας.

Το Λομβαρδικό Βασίλειο της Θεσσαλονίκης όμως, με ανήλικο βασιλέα και χωρίς ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις, άρχισε να συρρικνώνεται και να απειλείται ως υπόσταση από τις πολεμικές δραστηριότητες και τις φιλοδοξίες των ηγεμόνων της Ηπείρου, που είχαν θέσει ως στόχο τους την ανακατάληψη των βυζαντινών εδαφών και την ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Η κατάλυση του Λομβαρδικού Βασιλείου και η ίδρυση της Αυτοκρατορίας της Θεσσαλονίκης (1224-1246)

Τον αγώνα κατά των Βουλγάρων και των Λατίνων στον ελλαδικό χώρο αναλαμβάνει ο ιδρυτής του κράτους της Ηπείρου, Μιχαήλ Α΄ Δούκας. Εξάδελφος των Αυτοκρατόρων Ισαακίου του Β΄ και Αλεξίου του Γ΄, υπηρέτησε μετά την άλωση στον στρατό του Βονιφατίου του Μομφερρατικού, έσπευσε όμως στην Ήπειρο, όταν τον κάλεσε ο Διοικητής του Θέματος Νικοπόλεως Σεναχερείμ, για να αντιμετωπίσει μία στάση. Νυμφεύθηκε σε δεύτερο γάμο την θυγατέρα ή τη χήρα του Σεναχερείμ και με έδρα την Άρτα, ανέπτυξε μία φιλόδοξη ανεξάρτητη πολιτική. Πήρε μέρος στον αγώνα των Πελοποννησίων κατά των Φράγκων και με μία διπλωματική κίνηση το 1209 δήλωσε υποταγή στον Αυτοκράτορα Ερρίκο, ενώ το 1210 υπέγραψε συμφωνία με τη Βενετία. Γρήγορα όμως κατεπάτησε τις συμφωνίες και κατέλαβε το 1212 από τους Βενετούς το Δυρράχιο και το 1214 την Κέρκυρα. Το 1212 ελευθέρωσε τη Λάρισα. Μετά την δολοφονία του Μιχαήλ, το 1214/15, το έργο του συνεχίζει ο αδελφός του Θεόδωρος Δούκας, έμπειρος και φιλόδοξος στρατηγός, που καταλαμβάνει εδάφη της Μακεδονίας και περισφίγγει τον κλοιό γύρω από την Θεσσαλονίκη. Ανήσυχος για την κατάσταση στη Μακεδονία, καταφθάνει στην πόλη ο Αυτοκράτωρ Ερρίκος, όπου και πεθαίνει ξαφνικά τον Μάιο του 1216. 

Την επομένη χρονιά, ο Θεόδωρος Δούκας κατήγαγε θεαματική νίκη που του προσέδωσε ιδιαίτερο κύρος, όταν συνέλαβε στα βουνά της Αλβανίας τον νέο Λατίνο Αυτοκράτορα Πέτρο Courtenay, σύζυγο της αδελφής του Ερρίκου Γιολάνδας, που είχε στεφθεί στη Ρώμη από τον Πάπα Ονώριο τον Γ΄ τον Απρίλιο του 1217. Ο Πέτρος με 160 ιππότες και 5.500 οπλίτες μεταφέρθηκε με βενετικά πλοία από το Βρινδήσιο στο Δυρράχιο, με σκοπό να καταλάβει το σημαντικό αυτό λιμάνι και να το αποδώσει στους Βενετούς, ενώ η σύζυγός του με την ακολουθία της ταξίδευσε με πλοίο για την Κωνσταντινούπολη. Το Δυρράχιο όμως αντέταξε σθεναρή άμυνα και κατά την πορεία του μέσα από τα βουνά για να θέσει υπό την κατοχή του την Εγνατία Οδό, ο Κουρτεναί έπεσε σε ενέδρα και αιχμαλωτίσθηκε μαζί με τον εκπρόσωπο του Πάπα, Καρδινάλιο Ιωάννη Colonna. Ο Λατίνος αυτοκράτορας εξαφανίσθηκε, ενώ ο καρδινάλιος, ύστερα από πιέσεις του Πάπα, απελευθερώθηκε το 1218.

Από το 1216 έως το 1219 ο Θεόδωρος ελευθέρωσε από τους Βουλγάρους την Αχρίδα, την Πελαγονία, τον Πρίλαπο, τον Πρόσακο, τα Σκόπια, τη Στρώμνιτσα και μεταξύ των ετών 1217-18 απέσπασε από τους Λατίνους τις Νέες Πάτρες (Υπάτη), τη Λαμία, τα Γρεβενά, την Καστοριά, τον Πλαταμώνα, τη Βέροια, τις Σέρρες, τα Σέρβια και τη Χριστούπολη, απομονώνοντας την Θεσσαλονίκη και αποκόπτοντάς την από κάθε βοήθεια που θα μπορούσε να δεχθεί από τους Φράγκους της Κωνσταντινουπόλεως ή της Νότιας Ελλάδος.

Το 1222 ο νεαρός Βασιλιάς της Θεσσαλονίκης Δημήτριος μεταβαίνει στη Δύση, για να ζητήσει από τον Πάπα την οργάνωση σταυροφορίας για τη διάσωση της Θεσσαλονίκης. Αρχές του 1223, η Μαργαρίτα-Μαρία επιστρέφει στην πατρίδα της την Ουγγαρία, ενώ την άμυνα της Θεσσαλονίκης αναλαμβάνει ο Μαρκήσιος της Βονδονίτσας Γκυ Παλαβιτσίνο. Ο Πάπας Ονώριος ο Γ΄ προσπαθεί να κινητοποιήσει τις δυτικές δυνάμεις και να συγκεντρώσει χρήματα και στρατό για την σταυροφορία, αρχηγός της οποίας ορίσθηκε ο Γουλιέλμος ο Μομφερρατικός. Ο Θεόδωρος Δούκας πολιορκεί την Θεσσαλονίκη το 1223 και τον Δεκέμβριο του 1224 μπαίνει θριαμβευτής στην πόλη. Η σταυροφορία που είχε οργανώσει ο Πάπας, καθυστέρησε και τα σταυροφορικά στρατεύματα έφθασαν στον Πτελεό της Θεσσαλίας το θέρος του 1225, αποδεκατίσθηκαν όμως από δυσεντερία στην θεσσαλική πεδιάδα. Ο Γουλιέλμος πέθανε και αυτός και η σταυροφορία διαλύθηκε.

Όταν αποσοβήθηκε ο κίνδυνος από τη Δύση και έχοντας προωθήσει τα στρατεύματά του στη Θράκη, ο Θεόδωρος Δούκας αναγορεύεται στη Θεσσαλονίκη το 1226 και πιθανότατα την ημέρα της Πεντηκοστής του 1227 «βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων». Τη στέψη αρνήθηκε να τελέσει ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνος Μεσοποταμίτης, προφανώς γιατί ήθελε να μείνει πιστός στο Πατριαρχείο και τον αυτοκράτορα της Νικαίας και εγκατέλειψε την πόλη. Τη στέψη τέλεσε ο Αρχιεπίσκοπος Αχρίδος Δημήτριος Χωματηνός, γεγονός που προκάλεσε την έντονη αντίδραση του Πατριάρχου της Νικαίας, που με επιστολές του κατηγόρησε τον Δημήτριο Χωματηνό ότι διασπά την ενότητα της Πατριαρχίας. Υπήρχε έντονη η υποψία ότι μαζί με τη Βασιλεία (=αυτοκρατορία) θα δημιουργούνταν και Πατριαρχείο. Η αναγόρευση και η στέψη του Θεοδώρου Δούκα θεωρήθηκαν από τη Νίκαια σφετερισμός της αυτοκρατορικής εξουσίας, καθώς έρχονταν σε αντίθεση με την πολιτική ιδεολογία των Βυζαντινών για την μοναδικότητα της αυτοκρατορίας.

Με την ανάκτησή της, η Θεσσαλονίκη αναδεικνύεται Βασιλεύουσα και το κράτος της Ηπείρου μετασχηματίζεται σε Αυτοκρατορία της Θεσσαλονίκης. Ο Θεόδωρος οργανώνει την αυλή του σύμφωνα με τα βυζαντινά πρότυπα και απονέμει τον τίτλο του δεσπότη στους δύο αδελφούς του και άλλους τιμητικούς τίτλους σε ανωτέρους αξιωματούχους. Στο νομισματοκοπείο της Θεσσαλονίκης κόβει νομίσματα, στα οποία εικονίζεται μαζί με τον πολιούχο Άγιο Δημήτριο.

Η εσωτερική οργάνωση του κράτους διαφωτίζεται κυρίως από τα αρχεία του Δημητρίου Χωματηνού και του Μητροπολίτη Ναυπάκτου, Ιωάννου Απόκαυκου. Με βάση και τον χρυσόβουλλο λόγο, που είχε απολύσει ο Αλέξιος ο Γ΄ το 1198 για τη Βενετία και στον οποίο παρατίθενται όλες οι επαρχίες του κράτους, όπου θα είχαν εμπορικές διευκολύνσεις και προνόμια οι Βενετοί έμποροι αλλά και τη Συμφωνία για την διανομή της αυτοκρατορίας (Partitio Romaniae) του 1204, μπορούμε να προσδιορίσουμε την διοικητική διαίρεση του κράτους του Θεοδώρου Δούκα. Το κράτος διαιρούνταν σε θέματα, μικρές δικαστικές και φορολογικές περιφέρειες υπό έναν δούκα. Αναφέρονται τα Θέματα Βαγενιτίας, Βεροίας, Δεαβόλεως, Ιωαννίνων, Κολωνείας, Νικοπόλεως, Σκοπίων, Στρωμνίτσης, Θεσσαλονίκης, Αχελώου, Δυρραχίου, Αχρίδος, Πρέσπας, Καστοριάς, Πελαγονίας και Σερβίων.

Τόσο ο Μιχαήλ Δούκας όσο και ο Θεόδωρος αμέσως μόλις ανακατελάμβαναν τις πόλεις, αποκαθιστούσαν τους παλαιούς μητροπολίτες και επισκόπους και εφόσον εκείνοι είχαν πεθάνει, έδιναν εντολή για την εκλογή νέων, ζητώντας εκ των υστέρων την έγκριση του Πατριάρχου, γεγονός που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στη Νίκαια. Ένα μεγάλο εκκλησιαστικό ζήτημα που ανέκυψε κυρίως στη Δυτική Μακεδονία, ήταν το ζήτημα των πρεσβυτέρων και διακόνων που είχαν χειροτονηθεί από Βουλγαροεπισκόπους κατά τη διάρκεια της βουλγαρικής κατοχής. 

Μία συγκαταβατική λύση στο θέμα έδωσε η Σύνοδος της Αρχιεπισκοπής Αχρίδος, το 1218: κήρυξε εκπτώτους τους Βουλγαροεπισκόπους χωρίς ελπίδα ανακλήσεως, αποκατέστησε τους νομίμους αρχιερείς που είχαν εκδιωχθεί και προεκήρυξε τις έδρες εκείνων που είχαν πεθάνει. Διετήρησε όμως τους ιερείς που είχαν χειροτονηθεί, επιβάλλοντάς τους ορισμένα επιτίμια. Το ζήτημα των επισκόπων ήταν ιδιαίτερα σοβαρό, γιατί εκτός από την άσκηση του ποιμαντικού τους έργου, οι κατά τόπους σύνοδοι εκδίκαζαν και διάφορες υποθέσεις οικογενειακού δικαίου, περιουσιακών διαφορών κ.ά. Ιδιαίτερη ακτινοβολία άσκησε το Συνοδικό Δικαστήριο της Αρχιεπισκοπής Αχρίδος, κατά την ποιμαντορία του Δημητρίου Χωματηνού (1217-1236).

Ο Δημήτριος Χωματηνός, «Αρχιεπίσκοπος Πρώτης Ιουστινιανής και πάσης Βουλγαρίας», όπως ήταν ο επίσημος τίτλος της Αρχιεπισκοπής Αχρίδος, διακρινόταν για την παιδεία και τη νομική του κατάρτιση και μέσα από το νομολογιακό του έργο αναδεικνύεται «ως ένας από τους μεγαλυτέρους νομικούς της εποχής του». Στο Συνοδικό Δικαστήριο της Αχρίδος κατέφευγαν ηγεμόνες όπως ο Στέφανος Νεμάνια της Σερβίας, ο Θεόδωρος Δούκας, αξιωματούχοι αλλά και απλοί άνθρωποι από διάφορα μέρη ακόμη και εκτός της δικαιοδοσίας της αρχιεπισκοπής, για να εκδικασθεί υπόθεσή τους ή για να ζητήσουν την γνωμοδότηση του Χωματηνού πριν ξεκινήσουν έναν δικαστικό αγώνα.

Μετά την ανάκτηση της Θεσσαλονίκης, ο Θεόδωρος Δούκας συνέχισε τις επιχειρήσεις προς τα ανατολικά και το 1228 έφθασε έξω από τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως. Έγιναν κάποιες αψιμαχίες, τελικά όμως υπέγραψε μία ετήσια ανακωχή με τους εκπροσώπους της Αντιβασιλείας της Κωνσταντινουπόλεως και εμπορική συμφωνία, την οποία επικύρωσε και η Γερουσία της Βενετίας. Την άνοιξη του 1230, ο αυτοκράτορας της Θεσσαλονίκης εξεστράτευσε και πάλι εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως. Θέλησε όμως να διασφαλίσει τα νώτα του και όταν έφθασε στον Έβρο, στράφηκε προς βορράν εναντίον του Ιωάννη Β΄ Ασέν. υπέστη όμως συντριπτική ήττα κοντά στο χωριό Κολοκοτινίτσα, στον Έβρο. Ο Θεόδωρος μαζί με πολλούς στρατηγούς και αξιωματούχους οδηγήθηκε αιχμάλωτος στο Τέρνοβο, όπου λίγο αργότερα κατηγορήθηκε για συνωμοσία και τυφλώθηκε. Ο Ασέν στη συνέχεια κατέλαβε πόλεις της Θράκης και της Μακεδονίας, όπου εγκατέστησε Βούλγαρους στρατηγούς και έστειλε φορολόγους να εισπράξουν τους φόρους.

Την διοίκηση της συρρικνωμένης Αυτοκρατορίας της Θεσσαλονίκης ανέλαβε ο αδελφός του Θεοδώρου Δούκα, ο Δεσπότης Μανουήλ, που είχε νυμφευθεί μία νόθο κόρη του Ιωάννη Ασέν. Ο Μανουήλ προσπάθησε να συνάψει συμμαχίες, ακολουθώντας μία ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική. Αποκατέστησε τις σχέσεις του με το Πατριαρχείο και τον αυτοκράτορα της Νικαίας, που είχαν διαταραχθεί με τη στέψη του Θεοδώρου Δούκα και έστειλε στην Ιταλία τον Μητροπολίτη Κερκύρας Γεώργιο Βαρδάνη, για συνομιλίες με τον Πάπα και τον Γερμανό Αυτοκράτορα της Σικελίας Φρειδερίκο Β΄ Hohenstaufen.

To 1237 ο χήρος Ιωάννης Β΄ Ασέν νυμφεύθηκε την Ειρήνη, θυγατέρα του Θεοδώρου Δούκα, που συνόδευε τον πατέρα της στην αιχμαλωσία. Ελευθέρωσε τον Θεόδωρο, ο οποίος επέστρεψε κρυφά στη Θεσσαλονίκη και πήρε την εξουσία, ενώ ο Μανουήλ κατέφυγε στην αυλή της Νικαίας. Ο Θεόδωρος έστεψε βασιλέα τον γιο του Ιωάννη, στην πραγματικότητα όμως αυτός κινούσε τα νήματα της πολιτικής. Ο Μανουήλ έδωσε όρκο πίστεως στον Ιωάννη Γ΄ Βατάτζη, ο οποίος τον εφοδίασε με έξι πλοία για να ανακαταλάβει την εξουσία. Ο Μανουήλ το 1239 προσορμίσθηκε στη Δημητριάδα και κατέλαβε τα Φάρσαλα, τη Λάρισα και τον Πλαταμώνα. Τελικά όμως ήλθε σε συμφωνία με τον αδελφό του και η εμφύλια διαμάχη αποφεύχθηκε. Ο ίδιος ανέλαβε την διοίκηση της Θεσσαλίας, ενώ ο Θεόδωρος εγκαταστάθηκε στην Έδεσσα και είχε υπό τον έλεγχό του δύο κάστρα στη Δυτική Μακεδονία, τον Οστροβό και τα Σταρίδολα.
__________________________

Αύριο η συνέχεια

Δεν υπάρχουν σχόλια: