09 Ιανουαρίου, 2012

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ


Την αυγή της 29ης Ιουλίου του 904, ο στόλος των Σαρακηνών εμφανίσθηκε στην είσοδο του Θερμαϊκού και αγκυροβόλησε μπροστά από τα θαλάσσια τείχη, στο μικρό λιμανάκι που λεγόταν Κελλάριον. Ήταν 54 μεγάλα πλοία γεμάτα με άγριους πειρατές, Άραβες, Σύρους, Αιγυπτίους, Αιθίοπες κ.ά., που έφθαναν τον αριθμό των 10.000. Την πρώτη ημέρα της πολιορκίας οι πειρατές αναζήτησαν τα ευάλωτα σημεία του θαλασσίου τείχους και προσπάθησαν να τα καταλάβουν κουβαλώντας ξύλινες σκάλες, με τις οποίες προσπαθούσαν να ανέβουν σ' αυτά. Όμως οι υπερασπιστές πολεμούσαν με θάρρος και ενισχυμένοι από σκλαβηνούς τοξότες, που ήλθαν να βοηθήσουν τους Θεσσαλονικείς γείτονές τους, τους απέκρουσαν.


Την επομένη μέρα, η προσοχή των πειρατών στράφηκε προς το νότιο τμήμα των ανατολικών χερσαίων τειχών και έστησαν τις πετροβόλες μηχανές τους, υπό την κάλυψη των οποίων προσπάθησαν να καταλάβουν το τείχος. Όμως και πάλι οι Θεσσαλονικείς τους απώθησαν. Τότε, μανιασμένοι από την αποτυχία τους, οι πειρατές προσπάθησαν να μπουν στην πόλη πυρπολώντας τις πύλες Ρώμη και Κασσανδρεωτική. Όμως απέτυχαν ξανά. Απογοητευμένος ο Λέων έστρεψε και πάλι την προσοχή του προς τα θαλάσσια τείχη. Έτσι τη νύχτα που ακολούθησε, οι Σαρακηνοί επεχείρησαν ένα άλλο τέχνασμα. Έδεσαν τα πλοία τους δύο-δύο και στερέωσαν ανάμεσα στα κατάρτια ξύλινους πύργους, που έφθαναν υψηλότερα από τα θαλάσσια τείχη.

Την τρίτη και μοιραία ημέρα, την 31η Ιουλίου, μόλις χάραξε, τα ζευγμένα πλοία πλησίασαν όσο μπορούσαν στα θαλάσσια τείχη, εκεί όπου το βάθος της θαλάσσης το επέτρεπε. Πάνω στους ξύλινους πύργους τους οι πειρατές ξεφώνιζαν σαν δαίμονες και απειλούσαν τους υπερασπιστές, που μουδιασμένοι κοίταζαν από τις πολεμίστρες. Σε κάποια στιγμή, μία ομάδα υπερασπιστών έχασε το θάρρος της και οι άνδρες που την αποτελούσαν, άρχισαν σιγά-σιγά να εγκαταλείπουν τις θέσεις τους και να καταφεύγουν στα υψηλότερα τμήματα της πόλεως. Σ' εκείνο ακριβώς το σημείο των τειχών πλησίασε ένα ζευγάρι από τα δεμένα πλοία των Σαρακηνών. Πάνω από τον ξύλινο πύργο τους οι πειρατές έριχναν βροχή από βέλη και πέτρες στους λίγους υπερασπιστές, που δεν άργησαν να πανικοβληθούν και να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους.

Δεν έριχναν όμως μόνον βέλη και πέτρες. Σύμφωνα με τον Καμινιάτη, εκτός από τις μεγάλες πέτρες που εκσφενδόνιζαν εναντίον των πολιορκουμένων οι Σαρακηνοί, «πυρ τε διά των σιφώνων τω αέρι φυσήσαντες καί τινα άλλα σκεύη καί αυτά πυρός ανάμεστα έσω του τείχους εξακοντήσαντες, εις τοσαύτην έκπληξιν καί δειλίαν τούς εν τοις προβόλοις όντας ενέβαλον ως καταπηδήσαι τό τάχος καί πρός φυγήν εκτραπήναι καί κενόν άπαντα τον περίπατον του τείχους καταλιπείν». Όπως φαίνεται από την περιγραφή του χωρίου, οι υπερασπιστές της πόλεως αιφνιδιάσθηκαν από το γεγονός ότι οι πειρατές χρησιμοποιούσαν εμπρηστικά όπλα παρόμοια με το δικό τους «υγρόν πυρ» και δείλιασαν βλέποντας τις φλόγες να τους κυκλώνουν και να κατακαίνε τα ξύλινα σημεία του θαλασσίου τείχους που είχαν κατασκευάσει εν σπουδή. Ο συνδυασμός αυτός του αιφνιδιασμού και του φόβου της φωτιάς επέφερε τον πανικό, με αποτέλεσμα την εγκατάλειψη των θέσεών τους στους προμαχώνες.

«Στο σημείο αυτό ήταν ήδη 9 η ώρα το πρωί», γράφει ο Καμινιάτης, «οι Σαρακηνοί, ημίγυμνοι όπως ήταν, άρχισαν να χύνονται σαν χείμαρρος ορμητικός μέσα στους δρόμους της πόλης με τα σπαθιά στο χέρι και να καταδιώκουν τα θύματά τους που σαν τρομαγμένα πρόβατα δεν ήξεραν προς τα πού να φύγουν. Άνδρες, γυναίκες με βρέφη στην αγκαλιά, γονείς, παιδιά, συγγενείς, φίλοι, έπεφταν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου σε μια απελπισμένη προσπάθεια να προφυλαχθούν και να γλιτώσουν. Άλλοι, σαν να είχαν χάσει τελείως τα λογικά τους, στέκονταν σαν χαμένοι και κοίταζαν τη φρίκη που τους κύκλωνε και τους απειλούσε με απάθεια θεατή. Πολλοί έτρεχαν να κρυφτούν μέσα στα σπίτια τους, άλλοι ζητούσαν καταφύγια στις εκκλησίες, άλλοι κατευθύνονταν προς τις πύλες και τα τείχη. Η αναταραχή και η σύγχυση των κατοίκων ήταν τέτοια», τονίζει ο Καμινιάτης, «που οι λέξεις ήταν φτωχές να τις περιγράψουν. Όπου και αν πήγαιναν τους ακολουθούσε ο θάνατος».

Οι Σαρακηνοί σκορπίσθηκαν μέσα στην πόλη και άρχισαν μία βάρβαρη και ανελέητη σφαγή χωρίς διάκριση. Τα θύματα ήταν πολλά, κυρίως στις δυτικές πύλες, γιατί πολλοί συνωστίζονταν στις πύλες αυτές προσπαθώντας να βγουν έξω. Μόνον λίγοι κατάφεραν να ξεφύγουν και αυτοί πηδώντας από τα δυτικά θαλάσσια τείχη. Χιλιάδες πιάσθηκαν αιχμάλωτοι, ανάμεσά τους και ο Καμινιάτης και η οικογένειά του, που κατάφεραν να σωθούν εξαγοράζοντας τη ζωή τους με χρήματα και κοσμήματα αλλά και οι Στρατηγοί Νικήτας και Χατζηλάκιος, που οδηγήθηκαν με τον χειρότερο τρόπο στο λιμάνι. Μαζί τους και το άνθος της νεολαίας της Θεσσαλονίκης. Τους επιβίβασαν στα πλοία στοιβάζοντάς τους κυριολεκτικά στα αμπάρια σαν ζώα, όπου, εκτός των άλλων, υπέστησαν και το μαρτύριο της πείνας και της δίψας.

Οι Σαρακηνοί έμειναν στην πόλη δέκα ημέρες λεηλατώντας και ψάχνοντας για κρυμμένους θησαυρούς. Λίγο έλειψε μάλιστα να κάψουν την πόλη. μεταπείσθηκαν όμως την τελευταία στιγμή από τον Ασηκρήτη Συμεών, ο οποίος απέτρεψε τον εμπρησμό της πόλεως με την καταβολή πολλών κεντηναρίων χρυσού που αρχικά προορίζονταν για τους Βουλγάρους. Ένας άλλος όμως αυτοκρατορικός απεσταλμένος, ο Ροδοφύλης, που έτυχε να βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη καθ' οδόν προς τη Δύση και μετέφερε επίσης μεγάλη ποσότητα χρυσού για την πληρωμή των βυζαντινών στρατευμάτων που πολεμούσαν κατά των Αράβων στη Σικελία, αρνήθηκε να παραδώσει τον χρυσό στους Σαρακηνούς και πλήρωσε την πίστη του στον αυτοκράτορα με τη ζωή του.

Πριν ξεκινήσει για το ταξίδι της επιστροφής, ο Τριπολίτης πούλησε πολλούς αιχμαλώτους σε συγγενείς τους που είχαν συγκεντρωθεί έξω από την πόλη και παρέδωσε στον εκπρόσωπο του αυτοκράτορα, τον Ασηκρήτη Συμεών, διακόσιους αιχμαλώτους, αφού πρώτα έλαβε την γραπτή διαβεβαίωση πως οι Βυζαντινοί θα απελευθέρωναν διακόσιους Άραβες αιχμαλώτους. Την δεκάτη ημέρα άπλωσαν τα πανιά τους και ξεκίνησαν. Μέσα στα αμπάρια των πλοίων η κατάσταση των αιχμαλώτων ήταν τραγική. Ριγμένοι κυριολεκτικά ο ένας πάνω στον άλλον, δεν μπορούσαν ούτε καν να αναπνεύσουν. Χαρακτηριστικά ο Καμινιάτης αναφέρει ότι στο πλοίο που τον μετέφερε, βρίσκονταν 800 αιχμάλωτοι και 200 πειρατές. Και το ταξίδι ήταν ατελείωτο (Κασσάνδρα, Εύβοια, Άνδρος, Πάτμος, Νάξος), γιατί ο φόβος του βυζαντινού ναυτικού έκανε τους πειρατές να περιπλανώνται και να κρύβονται ανάμεσα στα αμέτρητα ξερονήσια του Αιγαίου. Τέλος, έπειτα από 16 ημέρες ταξίδι, έφθασαν στην Κρήτη στις 26 Αυγούστου.

Οι τραγικές συνθήκες του ταξιδιού είχαν ως αποτέλεσμα τον θάνατο πολλών αιχμαλώτων. Παρ' όλα αυτά, όταν έφθασαν στην Κρήτη, οι αιχμάλωτοι αριθμούσαν, σύμφωνα με τις πληροφορίες του Καμινιάτη, τις 22.000. Αρκετοί πουλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα της Κρήτης, ενώ οι περισσότεροι μεταφέρθηκαν στην πατρίδα του Λέοντα, την Τρίπολη της Συρίας, απ' όπου διοχετεύθηκαν και σκορπίσθηκαν στον μουσουλμανικό κόσμο. Μόνον λίγοι Θεσσαλονικείς (1.200), ανάμεσά τους και ο Καμινιάτης, έφθασαν στην Ταρσό της Κιλικίας, όπου ανταλλάχθηκαν με Σαρακηνούς αιχμαλώτους. Η είδηση της αλώσεως της «πρώτης μετά την πρώτην» πόλεως της αυτοκρατορίας προξένησε φοβερή εντύπωση στη Βασιλεύουσα. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας συνέγραψε ένα έργο για την άλωση της Θεσσαλονίκης, στο οποίο εμμέσως αποδεχόταν τις ευθύνες που αναλογούσαν στην κεντρική εξουσία για τα όσα συνέβησαν στην πόλη.

Η άλωση και λεηλασία της Θεσσαλονίκης συγκλόνισε και τον λόγιο Πατριάρχη Νικόλαο Μυστικό, ο οποίος, σε ομιλία του από του άμβωνος της Αγίας Σοφίας, θρηνεί για την τραγωδία που έπληξε την πόλη του Αγίου Δημητρίου και διερωτάται απευθυνόμενος προς τον Μυροβλήτη, με τρόπο ρητορικό: «Πού μοι, Δημήτριε μάρτυς, η αήττητος συμμαχία; Πώς τήν σήν πόλιν υπερείδες πορθουμένην; Πως υπό σοί πολιούχω η εχθροίς άβατος, αφ' ου χρόνου ταύτην ήλιος εθεάσατο, κατορχουμένων της ιεράς προστασίας; Πώς υπέμεινας ταύτα καί διεκαρτέρησας;», για να καταλήξει στη μόνη εξήγηση που θα μπορούσε να δεχθεί το μυαλό και η ψυχή του πιστού Βυζαντινού: «διά τάς αμαρτίας ημών».

Το κτύπημα ήταν φοβερό για την Θεσσαλονίκη όχι όμως και θανάσιμο. Γιατί, παρά τις αρνητικές επιπτώσεις που είχε για ένα διάστημα στην οικονομική ζωή της, η άλωση δεν είχε σοβαρές συνέπειες για την μεταγενέστερη εξέλιξή της. Ήδη από τον Ι΄ αιώνα, η νύμφη του Θερμαϊκού καθίσταται «άρχουσα των δυτικών θεμάτων» και έδρα του «μονοστρατήγου των δυτικών». Και τούτο γιατί, όπως ορθά παρατηρεί η Ελένη Αρβελέρ, η καταστροφή της Θεσσαλονίκης το 904 ανέκοψε για λίγο την ανάπτυξη της πόλεως αλλά ίσως και να επέσπευσε την απόφαση της Κωνσταντινουπόλεως να δημιουργήσει ένα ισχυρό στρατιωτικό και πολιτικό κέντρο στην περιοχή που είχαν καταλάβει οι Σλάβοι, που διεκδικούσαν οι Βούλγαροι και που περιέλαβαν στην ακτίνα δράσεώς τους οι Άραβες πειρατές.

Εκχριστιανισμός των Βουλγάρων

Στο σημείο αυτό θα επιστρέψουμε και πάλι στο δεύτερο μισό του Θ΄ αιώνος, για να παρακολουθήσουμε τα όσα συνέβαιναν στον χώρο της Βαλκανικής. Η σχέση της εκχριστιανισμένης Μοραβίας με τον αυτοκράτορα είχε, όπως άλλωστε προσδοκούσαν οι Βυζαντινοί, και πολιτικές προεκτάσεις. Όπως, λοιπόν, οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Φράγκων και Βουλγάρων είχαν αναγκάσει τον Ρατισλάβο της Μεγάλης Μοραβίας να στραφεί προς το Βυζάντιο, έτσι και ο Βούλγαρος Ηγεμόνας Βόρις μετά τον εκχριστιανισμό της Μοραβίας ένιωθε να απειλείται. 

Την ανασφάλεια των Βουλγάρων επέτειναν και οι κινήσεις του βυζαντινού στρατού, που προήλαυνε προς τα βουλγαρικά σύνορα καθώς και του βυζαντινού στόλου, που έπλεε στις βουλγαρικές ακτές και στον Δούναβη. Μη έχοντας άλλη διέξοδο, ο Βόρις δέχθηκε αναγκαστικά να εκχριστιανισθεί ο λαός του και ο ίδιος από τους Βυζαντινούς. Το 864 βαπτίσθηκε και πήρε το όνομα του Βυζαντινού Αυτοκράτορος Μιχαήλ συνάπτοντας ειρήνη με τους Βυζαντινούς. Βέβαια, οι σχέσεις των νεοφωτίστων Βουλγάρων με την Κωνσταντινούπολη δεν ήταν απόλυτα αρμονικές και ο Βόρις-Μιχαήλ προσπάθησε να αναμίξει το 866/867 τους Φράγκους, προκειμένου να επιτύχει την αυτοτέλεια της Βουλγαρικής Εκκλησίας, που δεν ήταν πρόθυμη να του εκχωρήσει η Κωνσταντινούπολη. Παραχωρήσεις έγιναν και από τις δύο πλευρές και έτσι για τα είκοσι χρόνια που ακολούθησαν, οι σχέσεις των δύο κρατών υπήρξαν ειρηνικές.

Νέος Βυζαντινοβουλγαρικός Πόλεμος στη Μακεδονία. Ο Τσάρος Συμεών

Τα πράγματα άλλαξαν, όταν ο Βόρις-Μιχαήλ παραιτήθηκε το 889 και στον θρόνο ανέβηκε ο γιος του Συμεών. Αν και μορφώθηκε στην Κωνσταντινούπολη, ο νέος τσάρος δεν έτρεφε φιλικά αισθήματα για τους Βυζαντινούς. Αντίθετα, έχοντας γνωρίσει από κοντά τις αδυναμίες του βυζαντινού κράτους, έπαψε να νιώθει δέος απέναντί του και σ' όλη του την ζωή έκανε τα πάντα για να το διαλύσει.

Σύμφωνα με τις βυζαντινές πηγές της εποχής, ο Συμεών από την στιγμή που ανέβηκε στον θρόνο ζητούσε αφορμή για να παραβιάσει την ειρήνη που επικρατούσε από το 864. Την αφορμή έδωσε η μετάθεση του σταθμού εκτελωνισμού των βουλγαρικών εμπορευμάτων από την Κωνσταντινούπολη στη Θεσσαλονίκη, το 894 και η επιβολή υψηλοτέρων τελών (κομμερκίων) στους Βούλγαρους εμπόρους. Κατά την άποψη της Αικατερίνης Χριστοφιλοπούλου, η μετεγκατάσταση του τελωνειακού σταθμού απέβλεπε σε αυστηρότερο έλεγχο της διακινήσεως προσώπων και εμπορευμάτων από την Βουλγαρία και την ίδρυση μονίμου διαμετακομιστικού κέντρου στη Θεσσαλονίκη, με απώτερο σκοπό την εδραίωσή της ως οικονομικού κέντρου της περιοχής. Οι διαμαρτυρίες του Συμεών δεν είχαν αποτέλεσμα και εκείνος κήρυξε τον πόλεμο, όπως άλλωστε επεδίωκε. Στη σύγκρουση που ακολούθησε σε μακεδονικό έδαφος, οι Βυζαντινοί ηττήθηκαν κατά κράτος και ο Συμεών συνέλαβε πολλούς αιχμαλώτους, μεταξύ των οποίων και άνδρες της αυτοκρατορικής φρουράς, τους οποίους ρινοκόπησε και έστειλε στη Βασιλεύουσα «εις αισχύνην Ρωμαίων».

Παρά την ήττα τους, οι Βυζαντινοί θα μπορούσαν να παρατάξουν και νέα στρατεύματα από τα πολυάνθρωπα μικρασιατικά θέματα και να αντιμετωπίσουν την βουλγαρική απειλή. Όμως για μία ακόμη φορά ο πόλεμος με τους Άραβες δεν επέτρεπε την απογύμνωση του Ανατολικού Μετώπου. Κατέφυγε λοιπόν ο αυτοκράτορας στη γνωστή εναλλακτική λύση, στον συνδυασμό των όπλων με τη διπλωματία. Βυζαντινοί πρέσβεις έπεισαν με δώρα και υποσχέσεις τους Ούγγρους να επιτεθούν εναντίον των Βουλγάρων από βορρά, ενώ ο νέος Αρχιστράτηγος (Δομέστικος) Νικηφόρος Φωκάς επετέθη από το νότο. 

Η συνδυασμένη επίθεση πέτυχε και ο Συμεών αναγκάσθηκε να ζητήσει ειρήνη από τον Λέοντα ΣΤ΄. Ο αυτοκράτορας δέχθηκε την πρόταση, όμως ο Βούλγαρος ηγεμόνας χρησιμοποίησε την ανακωχή για να ανασυντάξει τον στρατό του και να αναζητήσει κι εκείνος συμμάχους, εφαρμόζοντας προφανώς τα όσα είχε διδαχθεί κατά την παραμονή του στην αυλή της Κωνσταντινουπόλεως. Με συμμάχους τους Πετσενέγους, κατενίκησε τους Ούγγρους και στη συνέχεια στράφηκε κατά των Βυζαντινών. Για να τον αντιμετωπίσει, ο αυτοκράτορας συγκέντρωσε μεγάλες δυνάμεις μεταφέροντας στη Μακεδονία θεματικά ασιατικά στρατεύματα. Λάθος, όπως φάνηκε στη συνέχεια, υπήρξε η επιλογή του νέου Δομέστικου Λέοντα Κατακαλών, στον οποίο ανετέθη η επιχείρηση. Η σύγκρουση έγινε στο Βουλγαρόφυγον, κοντά στην Αδριανούπολη, το 896 και είχε ως αποτέλεσμα τη συντριπτική ήττα του βυζαντινού στρατού.

Μετά τη νίκη του ο Συμεών στράφηκε προς την περιοχή του Θέματος Θεσσαλονίκης και του Θέματος Δυρραχίου και εκπόρθησε πολλά βυζαντινά φρούρια. Άφησε όμως εκτεθειμένη την ίδια του τη χώρα και οι Βυζαντινοί, σε μία κίνηση αντιπερισπασμού, εισέβαλαν στη Βουλγαρία και ανάγκασαν τον Συμεών να δεχθεί την ειρήνη (899-900). Αλλά και πάλι, παρά τη συνθήκη, ο Βούλγαρος ηγεμόνας εξακολούθησε να επιχειρεί κατά της Μακεδονίας και να απασχολεί τα βυζαντινά στρατεύματα, μη επιτρέποντας έτσι στον αυτοκράτορα να στείλει ενισχύσεις προς την Θεσσαλονίκη που εποφθαλμιούσαν, πολιόρκησαν και τελικά κατέλαβαν το 904 οι Σαρακηνοί πειρατές του Λέοντα Τριπολίτη. Τέλος, με τη μεσολάβηση του έμπειρου διπλωμάτη Λέοντος Χοιροσφάκτη, ο Συμεών πείσθηκε και υπέγραψε για τρίτη φορά ειρήνη με τους Βυζαντινούς, η οποία φαίνεται ότι διήρκεσε μέχρι τον θάνατο του Λέοντα του ΣΤ΄, το 912.

Ο νέος Αυτοκράτωρ Αλέξανδρος (912-913) δεν διέθετε τη σύνεση του προκατόχου του και αρνήθηκε να καταβάλλει στους Βουλγάρους τον ετήσιο φόρο που είχε συμφωνηθεί με τη Συνθήκη του 896. Ήταν, άλλωστε, ιδιαίτερα επαχθής και προσβλητική για τους Βυζαντινούς η καταβολή φόρου στους «βαρβάρους» και αποτελούσε λύση εσχάτης ανάγκης. Γι' αυτό μόλις θεωρούσαν ότι μπορούσαν να επιβληθούν με τη δύναμη των όπλων, το επιχειρούσαν. Οι Βούλγαροι βέβαια αντέδρασαν και άρχισαν να συγκεντρώνουν στρατιωτικές δυνάμεις, όταν ο αιφνίδιος θάνατος του Αλεξάνδρου συνετέλεσε στο να αναβάλλει ο Συμεών τις επιχειρήσεις, αναμένοντας τις εξελίξεις στην Κωνσταντινούπολη.

Και οι εξελίξεις δεν ήταν θετικές για το Βυζάντιο. Οι εσωτερικές αντιθέσεις, οι ραδιουργίες και η αναστάτωση που μεσολάβησε μέχρι την επικράτηση της μερίδος που υποστήριζε τον οκταετή Κωνσταντίνο τον Ζ΄ και της οποίας ηγείτο ο Πατριάρχης Νικόλαος Μυστικός, έδωσαν στον Συμεών την ευκαιρία που περίμενε. Εισέβαλε και πάλι στη Θράκη και προήλασε την φορά αυτή μέχρι την Κωνσταντινούπολη, την οποία έζωσε με τον στρατό του από τις Βλαχέρνες έως τη Χρυσή Πύλη, ελπίζοντας ότι θα την κατελάμβανε εύκολα. Όταν όμως βρέθηκε μπροστά στο ακαταμάχητο οχυρωματικό σύστημα των τειχών της Βασιλευούσης, άλλαξε γνώμη και ζήτησε διαπραγματεύσεις, τις οποίες ευχαρίστως δέχθηκαν οι Βυζαντινοί. 

Οι διαπραγματεύσεις οδήγησαν σε συμφωνία και ο Συμεών αποχώρησε συναποκομίζοντας πλούσια δώρα και λάφυρα, αφού πρώτα συναντήθηκε έξω από τα τείχη της Πόλεως με τον Πατριάρχη Νικόλαο Μυστικό, ο οποίος μάλιστα τον ευλόγησε τοποθετώντας στο κεφάλι του το επιρριπτάριό του.
___________________________

Αύριο η συνέχεια

Δεν υπάρχουν σχόλια: