Ο επόμενος κύκλος Βυζαντινοβουλγαρικού Πολέμου αρχίζει
στην βόρεια περιοχή του Στρυμόνα, το 809, όταν οι Βούλγαροι επιτέθηκαν
αιφνιδιαστικά στα βυζαντινά στρατεύματα την ώρα της πληρωμής τους και αφού
κατέσφαξαν αξιωματικούς και στρατιώτες, έφυγαν συναποκομίζοντας και το ταμείο
που περιείχε 1.100 λίτρες χρυσού. Τον ίδιο χρόνο οι Βούλγαροι, με αρχηγό τον
Κρούμο, κατέλαβαν με προδοσία την Σαρδική (Σόφια), αναγκάζοντας τον Αυτοκράτορα
Νικηφόρο τον Α΄ (802-811) να στραφεί εναντίον τους μόλις οι περιστάσεις το
επέτρεψαν. Πράγματι, το καλοκαίρι του 811, επικεφαλής των θεματικών
στρατευμάτων ο αυτοκράτορας πέρασε τον Αίμο και εισέβαλε στη Βουλγαρία.
Παρά
τις αρχικές επιτυχίες τους, οι Βυζαντινοί παγιδεύθηκαν τελικά από τον Κρούμο
και υπέστησαν συντριπτική ήττα με μεγάλες απώλειες. Μεταξύ των νεκρών ήταν και ο
ίδιος ο Αυτοκράτωρ Νικηφόρος ο Α΄. Ο πόλεμος συνεχίζεται και επί των διαδόχων
του Νικηφόρου στις πεδιάδες της Ανατολικής Θράκης αλλά και με επιδρομές και
λεηλασίες πόλεων του Θέματος Μακεδονίας μέχρι το φθινόπωρο του 813, που ο Λέων
ο Ε΄ (813-820) καταφέρνει να αιφνιδιάσει και να καταστρέψει τον βουλγαρικό
στρατό κοντά στη Μεσημβρία. Λίγους μήνες αργότερα, πεθαίνει ο ικανός Ηγεμόνας
των Βουλγάρων Κρούμος και το Βυζάντιο ησυχάζει για λίγο από τους επικίνδυνους
βόρειους γείτονές του.
Οι πόλεις της Μακεδονίας (ΣΤ΄-Θ΄ αιώνας)
Κατά την χρονική περίοδο από τον ΣΤ΄ έως τον Θ΄ αιώνα,
η μακεδονική ύπαιθρος υπέστη τα πάνδεινα από τις αβαροσλαβικές και βουλγαρικές
επιδρομές και οι ταλαιπωρημένοι πληθυσμοί της καταφεύγουν στην ασφάλεια των
τειχών που περιβάλλουν τις πόλεις της περιοχής των. Οι μακεδονικές πόλεις
καταφέρνουν να επιβιώσουν και να παραμείνουν κέντρα εμπορίου και πολιτισμού.
Όταν μάλιστα είναι παραθαλάσσιες και διαθέτουν λιμάνια, τότε, όπως στην
περίπτωση της Θεσσαλονίκης, η σπουδαιότητά τους αυξάνει.
Η Θεσσαλονίκη στάθηκε επάξια πρωτεύουσα της Μακεδονίας
και δεύτερη σε μέγεθος και σημασία (πρώτη μετά την πρώτην) πόλη μετά την
Κωνσταντινούπολη. Κτισμένη σε θέση προνομιακή, κέντρο στρατιωτικό και εμπορικό,
έπαιξε σημαντικό ρόλο κατά την περίοδο αυτή, καθώς πάνω στα χερσαία και
θαλάσσια τείχη της ξεσπούσαν και ξεθύμαιναν οι επιθέσεις των εχθρών της
Μακεδονίας. Η επιμονή τους άλλωστε να καταλάβουν την Θεσσαλονίκη, επιβεβαιώνει
τις πηγές που αναφέρουν πως η πόλη ήταν η πλουσιότερη και σπουδαιότερη της
περιοχής.
Οι πληροφορίες που έχουμε στην διάθεσή μας για τις
άλλες πόλεις της Μακεδονίας, είναι λίγες και προέρχονται κυρίως από
επισκοπικούς καταλόγους και πρακτικά συνόδων. Οι σημαντικότερες μακεδονικές
πόλεις είναι οι Στόβοι, η Καισάρεια (νοτιοδυτικά της Κοζάνης), η Βάργαλα, η
τειχισμένη Βέροια, κέντρο με σημαντική πολιτιστική παράδοση, τα Σέρβια, επίσης
οχυρωμένα κοντά στον Αλιάκμονα, η Έδεσσα, οι Σέρρες που αναφέρονται τον Θ΄
αιώνα ως πρωτεύουσα του Θέματος Στρυμόνα και έδρα επισκόπου, η Χριστούπολη
(Καβάλα) με το δεύτερο μετά την Θεσσαλονίκη λιμάνι της Μακεδονίας και ισχυρή
στρατιωτική βάση, η Αμφίπολη και οι Φίλιπποι.
Εκχριστιανισμός των Σλάβων
Την φήμη της ως πρώτης πόλεως της Μακεδονίας η
Θεσσαλονίκη την κέρδισε όχι μόνον γιατί στους αιώνες που αναφέρθηκαν παρέμεινε
κάστρο απόρθητο και προπύργιο της Μακεδονίας, αλλά γιατί έτσι διέσωσε την
πολιτιστική κληρονομιά αιώνων και μπόρεσε να ακτινοβολήσει, τον Θ΄ αιώνα, το
φως της και στον σλαβικό κόσμο εκτός των ορίων της αυτοκρατορίας.
Στη Θεσσαλονίκη γεννήθηκαν και έμαθαν τα πρώτα τους
γράμματα οι αδελφοί Μεθόδιος και Κωνσταντίνος-Κύριλλος, που κήρυξαν τον
Χριστιανισμό στη Μοραβία, μετέφρασαν λειτουργικά κείμενα στη σλαβονική και
δημιούργησαν αλφάβητο κατάλληλο να αποδίδει τους φθόγγους της γλώσσης αυτής.
Ήταν γιοι δρουγγαρίου του Θέματος Θεσσαλονίκης και ο Μεθόδιος, που γεννήθηκε
γύρω στο 815, σπούδασε στη Θεσσαλονίκη και διορίσθηκε αργότερα διοικητής της
Στρυμονικής Σκλαβηνίας. Ο νεώτερος Κωνσταντίνος γεννήθηκε το 825 ή 827 και μετά
τις εγκύκλιες σπουδές του πήγε το 843 στην Κωνσταντινούπολη, όπου μαθήτευσε
κοντά στον Φώτιο και τον Λέοντα τον Μαθηματικό. Η εξέλιξή του υπήρξε ραγδαία.
Έγινε γραμματέας του Πατριάρχη Φωτίου και διδάσκαλος της ρητορικής στην Ανωτάτη
Σχολή της Μαγναύρας.
Το 863, όταν ο Βασιλιάς της Μεγάλης Μοραβίας Ρατισλάβος
ζήτησε από τον Αυτοκράτορα Μιχαήλ τον Γ΄ (842-867) ιεραποστόλους για να
διδάξουν στους υπηκόους του τον Χριστιανισμό, ο Πατριάρχης Φώτιος και ο
Παραδυναστεύων Βάρδας ανέθεσαν στους αδελφούς Μεθόδιο και Κωνσταντίνο την
αποστολή, γιατί διέθεταν διπλωματική πείρα και κυρίως γιατί γνώριζαν τη
σλαβονική. Η αποστολή τους είχε ασφαλώς και πολιτικές προεκτάσεις, γιατί, εκτός
του Χριστιανισμού, θα είχαν την ευκαιρία να εδραιώσουν και τον βυζαντινό
πολιτισμό και να επεκτείνουν την επιρροή της αυτοκρατορίας στην Κεντρική
Ευρώπη. Οι Θεσσαλονικείς αδελφοί πέτυχαν απόλυτα στην αποστολή τους.
Δεν
προσέφεραν στους νεοφωτίστους μόνο το αλφάβητο που επινόησαν αλλά, με τη
μετάφραση της Βίβλου και των λειτουργικών κειμένων στην παλαιοσλαβική -και αυτό
είναι το σπουδαιότερο- δημιούργησαν τα πρώτα έργα της σλαβικής φιλολογίας.
Δίκαια λοιπόν οι Μεθόδιος και Κωνσταντίνος-Κύριλλος τιμώνται ως απόστολοι των
Σλάβων και ορθώς καυχάται η Θεσσαλονίκη, που γέννησε και γαλούχησε μέσα στο
πολιτιστικό της περιβάλλον τους δύο αποστόλους της βυζαντινής - δηλαδή της
ελληνοχριστιανικής- πολιτιστικής κληρονομιάς στον σλαβικό κόσμο.
Χάρη στην ειρήνη που επικράτησε μετά τον
εκχριστιανισμό των εντός των ορίων της αυτοκρατορίας Σλάβων, η Μακεδονία και
ιδιαίτερα η Θεσσαλονίκη γνώρισε μία λαμπρή οικονομική άνθηση. Κέντρο
κοσμοπολιτικό και διεθνής εμπορική αγορά, σταυροδρόμι του οδικού δικτύου που
συνέδεε την Κωνσταντινούπολη με την Ιταλία και τον δρόμο που οδηγούσε από τα
παράλια του Αιγαίου στις χώρες του Δούναβη, η Θεσσαλονίκη έφθασε γρήγορα σε
θέση αξιοθαύμαστη.
Ο Ιωάννης Καμινιάτης, που έμελλε να περιγράψει μερικές
από τις τραγικότερες ώρες της νύμφης του Θερμαϊκού, μιλά για τις «αφθονίες
της γεωργίας» και τις «χορηγίες της εμπορίας», για «υφάσματα
σηρικά» και «λίθων τιμίων παμπληθείς θησαυρούς» που βρίσκονταν στην
κατοχή των κατοίκων της πόλεως και πλημμύριζαν την αγορά της, μία αγορά γεμάτη
από «παμμιγή όχλον των τε αυτοχθόνων καί των άλλως επιξενουμένων».
Όμως, αυτός ακριβώς ο πλούτος και η φήμη της φαίνεται ότι στάθηκαν η αιτία της
απρόσμενης συμφοράς της.
Πολιορκία και άλωση της Θεσσαλονίκης από Άραβες
πειρατές (904)
Βρισκόμαστε στις αρχές του Ι΄ αιώνος και στον
βυζαντινό θρόνο είχε ανέλθει ο Λέων ο ΣΤ΄ (886-912). Οι εχθροί που απειλούσαν
την αυτοκρατορία την εποχή αυτή ήταν οι Άραβες στα μέτωπα της Μικράς Ασίας και
οι Βούλγαροι στη Βαλκανική. Όμως, εκτός αυτών, υπήρχε -για τις παραθαλάσσιες
κυρίως περιοχές της αυτοκρατορίας- η μόνιμη απειλή των Σαρακηνών πειρατών, που
με βάσεις και ορμητήριά τους λιμάνια της Κρήτης και της Συρίας λεηλατούσαν τα
νησιά και τα παράλια του Αιγαίου.
Το 902-903 λεηλάτησαν την Αττική και
κατέστρεψαν την Δημητριάδα και τη Λήμνο, όπου «πλείστος ηχμαλωτίσθη λαός».
Η Κρήτη είχε καταληφθεί το 824 από τους Άραβες και παρά τις προσπάθειες των
Βυζαντινών, βρισκόταν την εποχή αυτή στα χέρια τους. Οι βυζαντινοί θεματικοί
στόλοι περιπολούσαν στο Αιγαίο, όμως οι πειρατές ενεργούσαν με τέτοια ταχύτητα
και τόλμη, που τα βυζαντινά πλοία έφθαναν μετά τα γεγονότα και πιστοποιούσαν
απλώς το μέγεθος της καταστροφής που είχαν επιφέρει οι πειρατές.
Έτσι είχαν τα πράγματα στο Αιγαίο, όταν το καλοκαίρι
του 904 μία μεγάλη ναυτική δύναμη Σαρακηνών πειρατών από 54 μεγάλα πολεμικά
πλοία, «εν οις παμμιγής τις όχλος απονενοημένων καί μανιωδών πάντων
αιμοβόρων καί θηριογνωμόνων ανθρώπων», βγήκε από το λιμάνι της Ταρσού.
Διοικητής της ήταν ο περίφημος για τα ναυτικά του κατορθώματα και τρομερός για
την σκληρότητά του, ο εξωμότης Λέων ο Τριπολίτης. Τα όσα επρόκειτο να συμβούν
στη συνέχεια, τα γνωρίζουμε χάρη στο έργο του Θεσσαλονικέως κληρικού Ιωάννου
Καμινιάτη, ο οποίος έζησε την πολιορκία και την άλωση της Θεσσαλονίκης,
αιχμαλωτίσθηκε και επέστρεψε τελικά στην πόλη του, όταν οι πειρατές τον
αντάλλαξαν με Άραβες που είχαν αιχμαλωτίσει οι Βυζαντινοί.
Όταν τα νέα της εξόδου του στόλου του Τριπολίτη
έφθασαν στην Κωνσταντινούπολη, ο Λέων ΣΤ΄ έστειλε τον αυτοκρατορικό στόλο για
να καταδιώξει τους πειρατές. Όμως οι δυνάμεις των Βυζαντινών δεν ήταν επαρκείς
και ο στόλος επέστρεψε άπρακτος στη βάση του. Οι πειρατές, αφού πρώτα έπλευσαν
μέχρι την θάλασσα του Μαρμαρά σε μία επίδειξη δυνάμεως, βγήκαν από τα Στενά και
κατευθύνθηκαν προς την πόλη του Αγίου Δημητρίου. Οι Θεσσαλονικείς
πληροφορήθηκαν τα άσχημα νέα και προσπάθησαν να κάνουν ό,τι μπορούσαν για να
ενισχύσουν την άμυνα της πόλεώς τους.
Χρόνος όμως δεν υπήρχε κι έτσι το μόνο
που κατάφεραν ήταν να επισκευάσουν πρόχειρα τα μισοκατεστραμμένα τμήματα του
θαλασσίου τείχους και να κατασκευάσουν πάνω σ' αυτό μερικούς ξύλινους πύργους.
Έκλεισαν επίσης την είσοδο στο μεγάλο λιμάνι του Κωνσταντίνου με σιδερένια
αλυσίδα. Πρέπει να σημειωθεί ότι η Θεσσαλονίκη δεν διέθετε αξιόλογη φρουρά για
την άμυνά της, ενώ οι κάτοικοι ήταν άπειροι στον πόλεμο και πολλοί δεν είχαν
καν όπλα. Δεν υπήρχε επίσης ούτε μία μικρή δύναμη πολεμικών πλοίων την κρίσιμη
εκείνη ώρα στο λιμάνι της πόλεως.
___________________
Αύριο η συνέχεια
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου