Πλήγματα
στην τοπική αυτοδιοίκηση
Τρεις μήνες μετά την
εγκατάσταση της η Αντιβασιλεία εδημοσίευσε (5 Απριλίου 1833) διάταγμα, δια του
οποίου η χωρά διαιρέθηκε σε δέκα νομούς και 42 επαρχίες. Αλλά η οργάνωση των
νομών κα των επαρχιών αυτών έγινε «επί τη βάσει του ισχύοντος ας την Βαυαριαν
και τα άλλα γερμανικά κράτη διοικητικού συστήματος». Και το σύστημα τούτο είχε
καθαρώς απολυταρχικό χαρακτήρα. Διότι τόσον οι νομάρχοι όσον και οι έπαρχοι
όχι μόνον διωρίζοντο κα επαύονταν από τον βασιλέα, κατ' ανεξέλεγκτη απόφαση και
θέλησή του, αλλά και ήσαν απλοί βασιλικοί υπάλληλοι μη δυνάμενοι να αναπτύξουν
την παραμικρήν πρωτοβουλίαν κατά την διοίκησιν των διοικητικών μονάδων, των
οποίων προΐσταντο".
Ο απολυταρχικός
χαρακτήρας της διοικήσεως ολοκληρώθηκε όταν σε λίγο (Ιανουάριος του 1834)
δημοσιεύθηκε και το διάταγμα περί οργανώσεως των Δήμων. Διότι "κατά την
οργάνωσιν των Δήμων ελήφθη επίσης ως πρότυπον η ανάλογος οργάνωσις των
κατωτάτων διοικητικών μονάδων εις Βαυαρίαν και ουχί ο ελληνικός θεσμός των
κοινοτήτων της περιόδου της Τουρκοκρατίας, οι οποίοι διέποντο υπό του πνεύματος
της αυτοδοικήσεως». Έτσι δια μιας οι Έλληνες έχαναν και το στοιχειώδες δικαίωμα
της τοπικής αυτοδιοικήσεως που τους είχε αναγνωρίσει ο δυνάστης.
Ό,τι είχε
σεβασθεί ο Τούρκος το καταργούσε τώρα ο Βαυαρός. Διότι οι δήμαρχοι και οι
πάρεδροί των διωρίζοντο υπό του βασιλέως ή υπό του νομάρχου και μόνο τους
δημοτικούς συμβούλους του εδικαιούτο να ψηφίζει ο λαός. «Αλλά και άλλως η
εποπτεία της κυβερνήσεως ή των νομαρχών επί των δήμων ήτο αυστηρά. Όλαι αι
σοβαραί αποφάσεις των δήμων υπέκειντο εις την έγκρισιν του νομάρχου ή της
κυβερνήσεως. Η δε κυβέρνησις εις πάσαν στιγμήν είχε το δικαίωμα να παύει τους
δημάρχους, τους παρέδρους κα τα δημοτικά συμβούλια".
Βαρύ υπήρξε το πλήγμα
τούτο, το οποίον κατεφέρθη κατά της τοπικής αυτοδιοικήσεως. Ήταν ωσάν να
αφαιρείτο από τον ελληνικό λαό και το τελευταίο υπόλειμμα πολιτικής
ελευθερίας, ενώ παραλλήλως εκμηδενιζόταν ένας αιωνόβιος θεσμός του έθνους, την
σημασία του οποίου εξαίρει ο Καρολίδης ως εξής: «Είναι γνωστόν ότι
δημοτική διοίκησις αυτοτελής και ελευθέρα ουδέποτε εξέλιπεν εν Ελλάδι και εν τω
Ελληνισμώ καθόλου, υφιστάμενη ακμαία και επί Τουρκοκρατίας εκπροσωπούμενη ως
επί του Ομήρου ήδη υπό των "Δημογερόντων".
Ακριβώς δε δια του
αρχαίου τούτου θεσμού, του υποκύψαντος κατά περιόδους ιστορικάς εις τας
μεταβολάς εξωτερικάς (κατά την περίοδον της ρωμαϊκής είτα δε της Ελληνικής
αυτοκρατορίας, αντί συμβουλίου Δημογερόντων υπήρχαν αι κατά πόλεις «Βουλαί"), η δημοκρατική ελευθέρια
ουδέποτε εξέλιπεν εκ του Ελληνικού (Έθνους), επί δε Τουρκοκρατίας, συναπτόμενη
προς την ελευθερίαν την θρησκευτικήν... απετέλεσεν υπό την αιγίδα της θρησκευτικής
ελευθερίας και της εκκλησιαστικής πολιτείας, είδος τι αυτονομίας εθνικής και
μονάδα αυτονομίας διοικητικής, και συνετέλεσεν είπερ τι άλλο εις την διατήρησιν
του εθνικού βίου και της εθνικής παδεύσεως.
Δικαίως δε λέγει ο ιστοριογράφος
Γ. Φίνλεϋ ότι εις την διατήρησιν της Ελληνικής εθνότητος επί Τουρκοκρατίας
συνετέλεσαν δύο κατ' εξοχήν στοιχεία, η Εκκλησία, μετά της υπό το πνευματικόν
κράτος του κλήρου τεταγμένης ελευθέρας κοινοτικής διοικήσεως, και οι επί των
ορέων πολεμισταί». Αλλά ο Φίνλευ. τον οποίον επικαλείται επί του προκειμένου ο
σχεδόν απολογητής της Βουαροκρατίας Καρολίδης, επικρίνει δριμύτατα την
αντιβασιλεία για την κατάλυση του "εθνικού θεσμού" της τοπικής
αυτοδιοικήσεως:
«Ό Μάουρερ -γράφει-
εκόμπαζε ότι σκοπός του νόμου περί κοινοτήτων ήταν να μεταβάλει τους δήμους σε
ηθικούς οργανισμούς. Έπρεπε να είχε προβλέψει oτι θα τους υπεβίβαζε σε άκρως
ανήθικους... Διότι ο λαός έχασε το δικαίωμα της άμεσης εκλογής των τοπικών
αρχόντων του ή δήμαρχων... και το πρόσωπο που έπρεπε να είναι λαϊκός και κοινοτικός
αξιωματούχος μετατρεπόταν στην πραγματικότητα σε όργανον της κεντρικής
κυβερνήσεως. Οι δήμαρχοι εφεξής υποχρεώθηκαν να εκτελούν τις διαταγές των
ανικάνων και διεφθαρμένων νομαρχών και να χρησιμεύουν και ως αποδιοπομπαίοι
τράγοι για τις κακές των πράξεις.
Για να γίνουν οι
κοινοτικοί οργανισμοί πραγματικός εθνικός θεσμός κα μέρος της ενεργού ζωής του
λαού, δεν απαιτείται μόνο να εκλέγεται ο κύριος τοπικός άρχοντας αμέσως από
τους άνδρες της κοινότητας, αλλά πρέπει κα η εξουσία, με την οποίαν τον
περιβάλλει αυτή η εκλογή, να αντανακλάται ή να παύει μόνον με απόφαση του
δικαστηρίου και όχι με διαταγή του υπουργού ή του Βασιλέως. Αν ο πρόμαχος του
λαού γίνει εξάρτημα της θελήσεως της κεντρικής διοικήσεως, καταστρέφεται η
ουσία των κοινοτικών θεσμών».
__________________
Αύριο η συνέχεια
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου