03 Σεπτεμβρίου, 2011

ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΛΙΘΟΥ ΕΩΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ.

 
ΜΙΚΡΟΑΣΤΟΙ Τα λαϊκά αστικά στρώματα αποτελούνταν από μικροεπαγγελματίες (τεχνίτες και εμπόρους) και κατώτατους υπαλλήλους. Οι πιο ευκατάστατοι απ' αυτούς αποτελούσαν το κυρίως μικροαστικό στρώμα, ενώ οι υπόλοιποι ήταν ο μεροκαματιάρης "όχλος". Δεν είχαν δικαίωμα συμμετοχής στην πολιτική ζωή -το πολύ πολύ να τους καλούσαν να συγκεντρωθούν στον ιππόδρομο ή το θέατρο για να επικροτήσουν με επευφημίες τις αποφάσεις των αρχόντων. Οι επευφημίες αυτές ονομάζονταν δημοτικαί διατυπώσεις και ήταν βέβαια απλό διακοσμητικό στοιχείο της πολιτικής ζωής, εκτός κι αν ο λαός, ιδίως σε δύσκολες στιγμές, εκμεταλλευόταν τη συγκυρία και προχωρούσε σε αποδοκιμασίες, ταραχές ή και εξεγέρσεις, όπως συνέβη σε διάφορες περιπτώσεις στο Πρώιμο Βυζαντινό κράτος.

Κατά τα άλλα, ο λαός χρησιμοποιούνταν στις χειρωνακτικές λειτουργίες, που ονομάζονταν munera sordida. Ήταν, δηλαδή, υποχρεωμένος να προσφέρει προσωπική εργασία, εκ περιτροπής ή όποτε του το ζητούσαν, για τη συντήρηση των δημόσιων έργων της πόλης που χρηματοδοτούσαν οι βουλευτές. Συμμετείχαν δηλαδή στην επισκευή των δρόμων και των υδραγωγείων, στο σβήσιμο των πυρκαγιών, στη νυχτοφυλακή, στον καθαρισμό της πόλης, στην επισκευή των τειχών, στη λειτουργία του ταχυδρομείου και, αν υπήρχε ανάγκη, στην άμυνα της πόλης.

Αν κάποιοι μικροαστοί πλούτιζαν και αποκτούσαν την απαραίτητη έκταση γης, εντάσσονταν υποχρεωτικά στη βουλή. Αναλάμβαναν τότε τη θέση του βουλευτή και τις υποχρεώσεις του. Μ' αυτό τον τρόπο εξασφαλιζόταν μια στοιχειώδης κοινωνική κινητικότητα στις πόλεις της Πρώιμης Βυζαντινής περιόδου, αλλά και κάποια εναλλαγή των κοινωνικών τους στελεχών.

ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ Οι υπήκοοι του Πρώιμου βυζαντινού κράτους που ασχολούνταν με τη γη και αποκόμιζαν τα ανάλογα εισοδήματα ήταν οι γαιοκτήμονες, οι μισθωτές γης, οι μισθωτοί (ελεύθεροι) εργάτες γης, οι εξαρτημένοι αγρότες και, τέλος, οι δούλοι που απασχολούνταν σε αγροτικές εργασίες. 

Οι μεγαλογαιοκτήμονες (συγκλητικοί και βουλευτές) κατοικούσαν μόνιμα στις πόλεις και μόνον ευκαιριακά έμεναν στα κτήματά τους. Το ίδιο έκαναν και οι υπόλοιποι αστοί κτηματίες. Μόνον οι μικροκαλλιεργητές που κατοικούσαν στις κώμες (χωριά) βρίσκονταν κοντά στη γη τους. Οι τελευταίοι μαζί με τους εξαρτημένους αγρότες ονομάζονταν γεωργοί και μαζί και με τους αγροτικούς δούλους αποτελούσαν το μεγάλο όγκο του αγροτικού πληθυσμού της Πρώιμης Βυζαντινής περιόδου.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΓΕΩΡΓΟΙ Οι ελεύθεροι γεωργοί της Πρώιμης Βυζαντινής περιόδου διακρίνονται στους μικροϊδιοκτήτες, που καλλιεργούσαν αυτοπροσώπως τη γη τους, και στους ελεύθερους εργάτες, που δούλευαν στους αγρούς με αντιμισθία. Οι μικρογαιοκτήμονες κατοικούσαν στις κώμες (χωριά) και ήταν υπεύθυνοι για την καταβολή στο ακέραιο του καθορισμένου για την κώμη τους φόρο. 

Έτσι, αν κάποιος κωμήτης έφευγε και δεν μπορούσε να πληρώσει το φόρο του, οι συγκωμήτες του έπρεπε να καταβάλουν το έλλειμμα. Αυτή ήταν η αρχή της αλληλέγγυου φορολογικής ευθύνης, μια παλαιότατη αρχή που αναγόταν στην πτολεμαϊκή Αίγυπτο και ακολούθησε το βυζαντινό κράτος για πολλούς αιώνες.

Για να αποφύγουν την πίεση των φορολογικών υπαλλήλων, πολλές φορές οι μικρογαιοκτήμονες κατέφευγαν στη λεγόμενη προστασία (patrocinium) μεγαλογαιοκτημόνων. Παραχωρούσαν, δηλαδή, στο μεγαλογαιοκτήμονα μέρος αρχικά του εισοδήματός τους, αλλά τελικά ακόμη και όλη τους τη γη, για να εξαγοράσουν την καταβολή απ' αυτόν και του δικού τους φόρου στο κράτος. Μ' αυτό τον τρόπο, όμως, δημιουργούνταν πλήθος από εξαθλιωμένους ακτήμονες. Γι' αυτό οι αυτοκράτορες προσπάθησαν να εμποδίσουν την επέκταση της προστασίας και να προφυλάξουν έτσι τους ελεύθερους μικρογαιοκτήμονες.

Οι μικροϊδιοκτήτες χρησιμοποιούσαν για την καλλιέργεια των κτημάτων τους και τα μέλη της οικογένειάς τους, αν όμως δεν επαρκούσαν, μίσθωναν τους ελεύθερους εργάτες. Οι εργάτες αυτοί, που εργάζονταν με αντιμισθία, αποτελούσαν μετακινούμενη ομάδα του πρώιμου βυζαντινού πληθυσμού: πλανώνταν από τη μια επαρχία στην άλλη, ανάλογα με τις ευκαιρίες για εργασία που προσφερόταν. Ο αριθμός των ευκαιριακών αυτών εργατών δεν ήταν μεγάλος και λιγόστευε ακόμη περισσότερο με τον καιρό, γιατί οι περισσότεροι εγκαθίσταντο σε κάποιο μέρος και μεταβάλλονταν έτσι σε μισθωτές μικροκαλλιεργητές, δηλαδή παροίκους (coloni).

Οι όροι πάροικος και παροικικόν δίκαιον αναφέρονται στις πηγές από τον 4ο αιώνα. Η παροικία ήταν στην αρχή προσωρινή, αμοιβαία διαλυτή σχέση μεταξύ ενός γαιοκτήμονα και ενός ελεύθερου γεωργού. Σύμφωνα μ' αυτή, ο δεύτερος μπορούσε να εγκατασταθεί ως καλλιεργητής στην ιδιοκτησία του πρώτου έναντι μίας εφάπαξ καταβολής ποσού και χαμηλού ετήσιου μισθώματος. Στη συνέχεια, το παροικικόν έγινε αορίστου διαρκείας, αλλά στην πραγματικότητα σήμαινε διηνεκή παραχώρηση της γης στον εργάτη.

ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΟΙ ΓΕΩΡΓΟΙ Κατά την Πρώιμη Βυζαντινή περίοδο, οι κτηματίες χρησιμοποιούσαν για την αγροκαλλιέργεια, εκτός από τους ελεύθερους ακτήμονες εργάτες, και την εξαρτημένη εργατική δύναμη. Πρόκειται για τους γεωργούς που ήταν δεσμευμένοι στη γη που καλλιεργούσαν και διακρίνονταν σε δύο μεγάλες ομάδες: τους κολωνούς ή μισθωτούς (coloni liberi) και τους εναπόγραφους γεωργούς (coloni censibus adscriptcii). Κολωνοί (από το λατινικό ρήμα colere που σημαίνει καλλιεργώ) λέγονταν αρχικά οι ελεύθεροι εργάτες-αγρότες, αργότερα όμως και οι μισθωτές γαιών. 

Σύμφωνα με νόμο του Αναστασίου Α' (491-518), αν η μίσθωση ενός κτήματος από έναν ελεύθερο αγρότη ξεπερνούσε τα 30 χρόνια, τότε το συμβόλαιο δεν μπορούσε πια να λυθεί και οι ελεύθεροι εργάτες μεταβάλλονταν σε μόνιμους μισθωτές του κτήματος. Έκτοτε ούτε ο γαιοκτήμονας μπορούσε να διώξει τον κολωνό αλλά ούτε και ο κολωνός να εγκαταλείψει τη γη. Ο κολωνός, ωστόσο, θεωρούνταν ελεύθερος και είχε μια μόνη δυνατότητα να ξεφύγει από την εξαναγκαστική αυτή κατάσταση. Μπορούσε ν' αποκτήσει δική του γη σε τέτοια έκταση που να απαιτεί τη δική του πλήρη απασχόληση. Τότε μπορούσε να εγκαταλείψει το μίσθιο για να αφοσιωθεί στη δική του ιδιοκτησία.

Το καθεστώς των εναπόγραφων ήταν διαφορετικό: αυτοί συγκαταλέγονταν στα περιουσιακά στοιχεία του γαιοκτήμονα όπως ακριβώς και οι δούλοι. Η διαφορά με τους τελευταίους ήταν ότι οι εναπόγραφοι θεωρούνταν δούλοι όχι του γαιοκτήμονα αλλά της γης την οποία καλλιεργούσαν. Νομικά λοιπόν ήταν ελεύθεροι κι αυτοί: μπορούσαν να συνάψουν γάμους και να καταγγείλουν στις αρχές τον ιδιοκτήτη, αν παραβίαζε τη μεταξύ τους συμφωνία και απαιτούσε αύξηση του μισθώματος για τη γη που καλλιεργούσαν. Δεν μπορούσαν όμως σε καμία περίπτωση να εγκαταλείψουν το κτήμα στο οποίο εργάζονταν και, επίσης, δεν δικαιούνταν να έχουν προσωπική περιουσία.

ΔΟΥΛΟΙ Οι δούλοι βρίσκονταν στην τελευταία βαθμίδα της νομικά καθορισμένης κοινωνικής ιεραρχίας του Πρώιμου βυζαντινού κράτους. Ο αριθμός τους βέβαια μειωνόταν προοδευτικά όσο υιοθετούνταν άλλοι τρόποι εκμετάλλευσης της γης (ελεύθερη ή εξαρτημένη εργατική δύναμη). Αυτό συνέβαινε για λόγους οικονομικούς, καθώς η εργασία των δούλων ήταν κατώτερης ποιότητας και επομένως όχι αποδοτική, ενώ συγχρόνως η συντήρησή τους πολύ δαπανηρή σε σχέση με το αποδιδόμενο έργο. Έτσι, οι δούλοι χρησιμοποιούνταν κυρίως ως εργάτες σε κρατικά και ιδιωτικά εργαστήρια και ως διαχειριστές των κτημάτων ή των καταστημάτων και επιχειρήσεων των κυρίων τους. Η κοινωνική θέση τους είχε βελτιωθεί σε σύγκριση με το παλιό ρωμαϊκό καθεστώς των δούλων, τόσο λόγω της χριστιανικής ιδεολογίας όσο και της ευνοϊκής οικονομικής συγκυρίας. 

Εξακολουθούσαν βεβαίως να είναι στερημένοι από κάθε ελευθερία και θεωρούνταν περιουσιακά στοιχεία του κυρίου τους που μπορούσαν να πουληθούν, και για τα οποία ο κύριός τους φορολογoύνταν. Οι δούλοι μπορούσαν να διαθέτουν, με την άδεια του κυρίους τους, μια μικρή περιουσία που λεγόταν χρημάτιον ή peculium, και ο νόμος τούς αναγνώριζε κάποια νομική υπόσταση και την εγκυρότητα ορισμένων δικαιοπραξιών. Επίσης, προστατεύονταν περισσότερο από την απόλυτη εξουσία των αφεντών τους, εφόσον τους επιτρεπόταν να ζητούν την προστασία τους επάρχου της πόλεως έναντι του κυρίου τους, ενώ είχαν επίσης εκκλησιαστικό άσυλο. Σημαντικό είναι ακόμα το γεγονός ότι πλέον ευνοούνταν η απελευθέρωση δούλων και είχε απλοποιηθεί η σχετική διαδικασία.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΙΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑ Η νομοθεσία της Πρώιμης Βυζαντινής περιόδου επέβαλλε μια κλειστή κοινωνία με περισσότερο ή λιγότερο στεγανές κοινωνικές ομάδες, ακόμη και μέσα στα όρια των ευρύτερων κοινωνικών κατηγοριών (honestiores-humiliores). Αυτό σήμαινε περιορισμό της κοινωνικής κινητικότητας, χωρίς όμως αυτή να εξαλείφεται. Η κοινωνική άνοδος πραγματοποιούνταν συνήθως με την είσοδο στην κρατική υπαλληλία, στο στρατό και στον κλήρο. Υπήρχε ένα πλήθος νόμων που απαγόρευε τις μετακινήσεις τέτοιου είδους, προφανώς όμως η εφαρμογή τους ήταν σχετική και η πραγματικότητα διαφορετική. 

Κι αυτό γιατί έχουμε παραδείγματα ευκατάστατων ελεύθερων επαγγελματιών (εμπόρων, αργυροπρατών-τραπεζιτών, πλοιοκτητών, εφοπλιστών, αλιέων πορφύρας κ.ά.) που προσπάθησαν, συχνά πετυχαίνοντάς το, να μπουν στη βουλή της πόλης τους ή στην κατώτερη επαρχιακή υπαλληλία, ή βουλευτών που κατάφεραν να μπουν στη συγκλητική τάξη. Συνεπώς, οι περιπτώσεις αυτές δείχνουν ότι η κοινωνική κινητικότητα ήταν δυνατή -αλλά μόνο στα σχετικά ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Στα κατώτερα στρώματα, αστικά και αγροτικά, η δυνατότητα των μελών τους να ανέλθουν, ξεφεύγοντας από τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που τους είχαν επιβληθεί, ήταν ελάχιστη αν όχι ανύπαρκτη. 

Αυτό οδήγησε συχνά στην πιο άμεση και δυνατή αντίδραση των κατώτερων αυτών λαϊκών στρωμάτων εναντίον των οικονομικών και κοινωνικών πιέσεων της καθεστηκυίας τάξης. Tα μέλη, δηλαδή, αυτών των κοινωνικών ομάδων συμμετείχαν (συνήθως ως οπαδοί κάποιου οργανωμένου δήμου) σε εσωτερικές ταραχές και εξεγέρσεις, στις οποίες βέβαια συνεργούσαν ποικίλοι παράγοντες.

ΕΚΚΛΗΣΙΑ Ενώ στην εποχή μας η θρησκεία υποβιβάζεται από τους περισσότερους σε μια δευτερεύουσα σφαίρα της κοινωνικής ζωής, στο Πρώιμο Βυζάντιο συνέβαινε κάτι διαφορετικό.΄Oχι μόνο η θρησκεία -παγανιστική και χριστιανική βρισκόταν στο προσκήνιο, αλλά και η χριστιανική Εκκλησία συνεχώς καταλάμβανε ηγετικό ρόλο στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική ζωή. Oι Bυζαντινοί εμπλέκονταν στα θρησκευτικά ζητήματα με πάθος, όπως και στα πολιτικά και κοινωνικά. Στα ογδόντα περίπου χρόνια που μεσολάβησαν από το Διάταγμα του Μεδιολάνου (313) και την αντιπαγανιστική νομοθεσία του Θεοδοσίου Α' (391-2), η χριστιανική Εκκλησία και οι επίσκοποί της είχαν κερδίσει μια ισχυρή θέση μέσα στο ΄Yστερο ρωμαϊκό κράτος. 

Ο Χριστιανισμός είχε ως τότε γίνει ισχυρός παράγοντας στην κοινωνία, παρόλο που απείχε ακόμη πάρα πολύ από το να γίνει ευρύτατα αποδεκτός. Στη συνέχεια, ως τον 7ο αιώνα -αλλά και τους επόμενους- η Πρώιμη βυζαντινή κοινωνία καθορίστηκε από τη διαδικασία προσδιορισμού του χαρακτήρα της χριστιανικής θρησκείας σε πολλές όψεις της: στο δόγμα, στη θρησκευτική πρακτική, στην κοινωνική οργάνωσή της, στην έκφρασή της μέσω μορφών τέχνης και αρχιτεκτονικής (με το χτίσιμο εκκλησιών και τη διακόσμησή τους, αλλά και με τα έργα τέχνης που είχαν κάποιο θρησκευτικό περιεχόμενο ή συμβολισμό). 

Μέσα από τη διαδικασία αυτή, η βυζαντινή κοινωνία απέκτησε και η ίδια μια φυσιογνωμία που την ακολούθησε σε μεγάλο βαθμό στη Μεσοβυζαντινή και Υστεροβυζαντινή περίοδο, καθώς η νέα χριστιανική ηθική και κοσμοθεωρία υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες κοινωνικής μεταβολής.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΦΥΛΑ Η βυζαντινή κοινωνία ήταν μια πατριαρχική κοινωνία και μάλιστα αρκετά συντηρητική ώστε να έχει θεσμοθετήσει συγκεκριμένους ρόλους για τους άνδρες και τις γυναίκες (και για το "τρίτο κοινωνικό φύλο", τους ευνούχους), τόσο στην ιδιωτική ζωή όσο και στη δημόσια. Οι θεσμοί αυτοί ήταν δεσμευτικοί, όχι όμως απόλυτα, αφού πολλές φορές η πραγματικότητα που μας παραδίδουν τα κείμενα είναι κάπως διαφορετική. Η πατριαρχία ήταν στην πράξη λιγότερο ασφυκτική μέσα από την υπαρκτή διέξοδο της γυναίκας να μην αφοσιωθεί σε μια οικογένεια και ένα σύζυγο αλλά να ζήσει σε ένα γυναικείο μοναστήρι αφιερώνοντας τη ζωή της στο Θεό. 

Ο αποκλεισμός των γυναικών από τη δημόσια ζωή μπορούσε να σπάσει σε κάποιες περιπτώσεις, όπου αυτές ήταν αναγκασμένες από τα πράγματα να ενισχύσουν οικονομικά τα σπίτια τους, είτε στις αγροτικές κοινότητες είτε στις πόλεις, ασκώντας ένα βιοποριστικό επάγγελμα. Και βέβαια δεν ήταν λίγες οι ξεχωριστές προσωπικότητες βυζαντινών γυναικών που έπαιζαν καθοριστικό ρόλο στην πολιτική και κοινωνική ζωή της δικής τους εποχής, αλλά και στο μέλλον του Βυζαντίου, είτε ήταν απλές γυναίκες του λαού, όπως η αυτοκράτειρα Θεοδώρα, είτε ήταν εξέχουσες εκπρόσωποι της αυτοκρατορικής αυλής ή της αριστοκρατίας, όπως η αυτοκράτειρα Ελένη, η Ανικία Ιουλιανή, η Γάλλα Πλακιδία και άλλες. 

Τέλος, πρέπει να αναφέρουμε και τους ευνούχους ως ξεχωριστή κατηγορία που όχι μόνον δεν μοιράζονταν τα κοινωνικά χαρακτηριστικά των δύο άλλων φύλων, αλλά και αυτή την εποχή η παρουσία τους αυξήθηκε και εδραιώθηκε ενώ ο ρόλος τους στα βυζαντινά τεκταινόμενα ήταν υπαρκτός.

ΕΠΟΧΗ ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΟΥ Η βυζαντινή αυτοκρατορία στις αρχές του 6ου αιώνα παρουσίαζε σοβαρά κοινωνικά προβλήματα. Πέρα από μια σειρά φυσικών καταστροφών και μεγάλων επιδημιών (πανούκλας ίσως) που ταλαιπωρούσαν ήδη από τον προηγούμενο αιώνα το λαό, οι εξωτερικοί κίνδυνοι ήταν ιδιαίτερα αισθητοί στην Ανατολή (Πέρσες), στη Δύση (Γότθοι, Βάνδαλοι) και στο Βορρά ('Αντες, Ούννοι, 'Αβαροι και Σλάβοι). 

Σαν να μην έφθαναν αυτά, η κοινωνική ζωή στο εσωτερικό παρουσίαζε επίσης σοβαρά προβλήματα, που συνίσταντο σε διαφθορά του διοικητικού μηχανισμού και σε μια περίεργη κοινωνική ζύμωση, τα χαρακτηριστικά της οποίας αναφάνηκαν μέσα από την εξέγερση των δήμων. Αιτία της ζύμωσης αυτής, την οποία ανέδειξε η διαφθορά των διοικητικών υπηρεσιών, ήταν η έλλειψη του θεσμικού πλαισίου, το οποίο άφηνε ευρύτατα περιθώρια κατάχρησης της εξουσίας στους διοικητικούς υπαλλήλους και δεν κατοχύρωνε τους μικρούς γαιοκτήμονες και μικροκαλλιεργητές από την επεκτατική απληστία των μεγαλογαιοκτημόνων.

Η κοινωνική ζύμωση επιτεινόταν από τη συντηρούμενη από την πολιτική εξουσία οξύτατη θρησκευτική αντιπαράθεση των οπαδών και των αντιπάλων της Δ' Οικουμενικής Συνόδου (451), που δίχαζε βαθύτατα τόσο την ηγεσία όσο και το λαό της αυτοκρατορίας. Οι συνέπειες της κοινωνικής ανησυχίας ήταν ιδιαίτερα αισθητές μέσα στην Κωνσταντινούπολη, αφού οι δήμοι συμμετείχαν στη γενική αντιπαράθεση εκμεταλλευόμενοι τις θρησκευτικές και κοινωνικές αντιθέσεις. Οι Βένετοι και οι Πράσινοι που βρίσκονταν σε συνεχή ανταγωνισμό, προσέδωσαν σ' αυτόν και θρησκευτική διάσταση, αφού οι Βένετοι υποστήριζαν τους οπαδούς της Δ' Οικουμενικής Συνόδου, οι δε Πράσινοι τους αντιπάλους της Μονοφυσίτες. 

Η γενική κοινωνική κρίση κατέληξε στα αιματηρά γεγονότα της περίφημης Στάσης του Νίκα (από το κοινό σύνθημα των στασιαστών), που διαδραματίστηκαν στον ιππόδρομο και αναστάτωσαν την Κωνσταντινούπολη για μια εβδομάδα περίπου (11-18 Ιανουαρίου 532). Η Στάση απείλησε το θρόνο του Ιουστινιανού, αλλά η δυναμική και αποφασιστική παρέμβαση της Θεοδώρας και η δράση των στρατηγών Βελισάριου και Μούνδου κατέστειλαν τη στάση και αποκατέστησαν την τάξη στην Πρωτεύουσα. Ο Ιουστινιανός, αφού εξήλθε πια πανίσχυρος από τη Στάση του Νίκα, επιδόθηκε πιο αποφασιστικά στη θεσμοθέτηση των αναγκαίων εσωτερικών μεταρρυθμίσεων που αποκατέστησαν μια κοινωνική ισορροπία στην αυτοκρατορία.
___________________________
Αύριο η συνέχεια με την ενότητα ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: