19 Φεβρουαρίου, 2010

Παρέμβαση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πειραιώς κ. Σεραφείμ για το "έκκλητο" περί του τέως Αττικής Παντελεήμονα. 18/2/2010

image

Ἐπιθυμοῦντες  νά διασαφήσωμεν νομικῶς τήν, ὡς μή ὤφειλε, δημιουργηθεῖσαν κατάστασιν ἐν τῇ Ἁγιωτάτῃ ἡμῶν Αὐτοκεφάλῳ Ἐκκλησίᾳ τῆς Ἑλλάδος συνεπείᾳ τοῦ ἀπό 17 τρ. μηνός Φεβρουαρίου ἐ.ἔ. ἀνακοινωθέντος τοῦ Σεπτοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως-Νέας Ῥώμης ἐκδοθέντος ἐξ ἀφορμῆς τοῦ ἀπό 12ης μηνός Φεβρουαρίου ἐ.ἔ. ἀνακοινωθέντος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀναφέρομεν τά κάτωθι:

1.Διαδηλοῦμεν τήν ἀπόλυτον υἱϊκήν ἡμῶν ἀφοσίωσιν καί εἰλικρινῆ ἀγάπην πρός τήν μαρτυρικήν καί ἐσταυρωμένην Πρωτόθρονον Ἐκκλησίαν τῆς Κων/πόλεως τό πάνσεπτον Οἰκουμενικόν ἡμῶν Πατριαρχεῖον καί τόν φρυκτωρόν καί πεφωτισμένον  Οἰακοστρόφον Αὐτοῦ Παναγιώτατον Οἰκουμενικόν Πατριάρχην κ.κ. ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΝ.

2.Ὁ Μητροπολίτης πρ. Ἀττικῆς καί νῦν Μοναχός κ. Παντελεήμων Μπεζενίτης κατ’ ἐφαρμογήν τῆς διατάξεως τῆς παραγρ. 8 τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ Ν.  590/1977 «Περί Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος» πού προσετέθη δυνάμει τοῦ Νόμου 1351/1983 (ΦΕΚ 56, τ.Α΄ 28/4/1983) ἀπεμακρύνθη τελικῶς ἐκ τῆς Μητροπολιτικῆς αὐτοῦ ἕδρας καί ἐκ τῆς διοικήσεως τοῦ ΝΠΔΔ τῆς τότε ὑφισταμένης Ἱ. Μητροπόλεως Ἀττικῆς δυνάμει διοικητικῆς ἀποφάσεως καί πράξεως τῆς ΔΙΣ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐκδοθέντος ἐν συνεχείᾳ Προεδρικοῦ Διατάγματος περί τῆς χηρείας τῆς εἰρημένης Ἱ. Μητροπόλεως.

Κατά τῆς διοικητικῆς ἀποφάσεως καί πράξεως τῆς ΔΙΣ περί ἀπομακρύνσεώς του ἐκ τῆς διοικήσεως τοῦ Νομικοῦ Προσώπου τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Ἀττικῆς ὁ ἀπομακρυνθείς πρ. Μητροπολίτης ἤσκησεν αἴτησιν ἀκυρώσεως ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καί ἐν ταὐτῷ ὑπέβαλεν κατά νόμον παραδέκτως καί κατά παράβασιν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 44 παραγρ. 2 τοῦ Νόμου 590/1977 ἔκκλητον προσφυγήν ἐνώπιον τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου στρεφόμενος κατά διοικητικῆς ἀποφάσεως καί πράξεως ὀργάνου διοικήσεως τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί ὄχι κατά τελεσιδίκου κανονικῆς δικαστικῆς ἀποφάσεως ὅπως προβλέπει ἡ ἀνωτέρω διάταξις.

3.Ἐν συνεχείᾳ μετ’ ἀπόφασιν τοῦ 3μελοῦς καί 5μελοῦς Ἐφετείου Κακουργημάτων ἐπεβλήθη εἰς τόν πρ. Μητροπολίτην Ἀττικῆς καί νῦν μοναχόν κ. Παντελεήμονα Μπεζενίτην ἡ ἐκ τοῦ ἄρθρου 159 τοῦ Νόμου 5383/1932 «Περί τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Δικαστηρίων καί τῆς πρό αὐτῶν διαδικασίας», χαρακτηριζομένη ὡς ἐγκληματική ποινή τῆς καθείρξεως ἡ ὁποία μετ’ ἀπόφασιν τοῦ Ἀνωτάτου Ἀναιρετικοῦ Δικαστηρίου (Ἄρειος Πάγος) κατέστη ἀμετάκλητος.

Κατ’ ἐφαρμογήν δέ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 160 τοῦ εἰρημένου Νόμου τό ἁρμόδιον Πρωτοβάθμιον δι’ Ἀρχιερεῖς Συνοδικόν Δικαστήριον κατά δεσμίαν νομικήν ἐνέργειαν, ἄνευ ἑτέρας τινός διαδικασίας ὡς ὁ Νόμος ἐπιτάσσει,  καθήρεσεν ἐκ τοῦ Ἀρχιερατικοῦ ὑπουργήματος τόν ἀμετακλήτως ποινικῶς καταδικασθέντα ἐπαναφέρων αὐτόν εἰς τήν τάξιν τῶν μοναχῶν. Κατά τῆς δεσμίας ταύτης νομικῆς ἐνεργείας τοῦ Πρωτοβαθμίου δι’ Ἀρχιερεῖς Συνοδικοῦ Δικαστηρίου ὁ καθαιρεθείς ἤσκησεν κατά νόμον παραδέκτως καί αὖθις κατά παράβασιν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 44 παρ. 2 τοῦ Νόμου 590/1977 «Περί Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος» ἔκκλητον προσφυγήν ἐνώπιον τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου.

1.Ἡ Ἑλληνική Πολιτεία ἐπειδή ὁ ἀπομακρυνθείς ἐκ τῆς τότε Μητροπόλεως Ἀττικῆς καί ἐκ τῆς διοικήσεως αὐτῆς κ. Παντελεήμων Μπεζενίτης προσέβαλε μέν τήν διοικητικήν πράξιν ἀπομακρύνσεως αὐτοῦ ἀλλά ὄχι καί τό Προεδρικόν Διάταγμα περί τῆς χηρείας τῆς τότε Μητροπόλεως Ἀττικῆς μετ’ ἀπόφασιν τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐχώρησεν εἰς τήν κατ’οὐσίαν κατάργησιν τοῦ Νομικοῦ Προσώπου τῆς ἑνιαίας Μητροπόλεως Ἀττικῆς καί εἰς τήν διχοτόμησιν αὐτῆς καί εἰς τήν ἀνίδρυσιν δύο νέων Νομικῶν Προσώπων τῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων Ἰλίου, Πετρουπόλεως καί Ἀχαρνῶν καί Κηφισίας, Ἀμαρουσίου καί Ὠρωποῦ.

2.Ἡ ἐπίκλησις ὑπό τοῦ Σεπτοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τῶν Θείων καί Ἱ. Κανόνων 9ου καί 17ου τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὡς θεμελίων διά τήν κανονικήν δικαιοδοσίαν τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ἐκδικάσεως ἐκκλήτων προσφυγῶν προϋποθέτει κανονικήν ἐκκλησιαστικήν καταδίκην, πού προϋποθέτει κανονικήν ἐκκλησιαστικήν δίκην, ὅ καί αὐτουσίως ἀποδέχεται καί τό ἄρθρον 44 παραγρ. 2 τοῦ Νόμου 5383/1932 «Περί Ἐκκλησιαστικῶν Δικαστηρίων καί τῆς πρό αὐτῶν διαδικασίας».

Εἰς τήν προκειμένην ὅμως περίπτωσιν ἡ πρώτη ἔκκλητος προσφυγή ἀφορᾶ εἰς διοικητικήν πράξιν ὀργάνου διοικήσεως τῆς Αὐτοκεφάλου καί Αὐτοδιοικήτου καί Ἀνεξαρτήτου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, διοικουμένης ὡς ὁ Πατριαρχικός Τόμος τοῦ 1850 σαφῶς προβλέπει, ἡ δέ δευτέρα ἀφορᾶ εἰς δεσμίαν νομικήν ἐνέργειαν πού προκύπτει μέν ἀπό διάταξιν Νόμου, τόν ὁποῖον ὅμως τόσον τό Σεπτόν Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, ὅσον καί ἡ Αὐτοκέφαλος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος συναπεδέχθησαν διά τῆς συμπράξεως αὐτῶν εἰς τήν ψήφισιν τοῦ Ν. 590/1977 «Περί Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος» ὅπου ἐν ἄρθρῳ 44 παραγρ. 1, γίνεται δεκτός ὡς ἴσχυε ὁ Ν. 5383/1932 «Περί Ἐκκλησιαστικῶν Δικαστηρίων καί τῆς πρό αὐτῶν διαδικασίας» καί ἀσφαλῶς τό ἄρθρον αὐτοῦ 160 πού προβλέπει τήν δεσμίαν νομικήν ἐνέργειαν τῆς καθαιρέσεως τῶν ἀμετακλήτως ὑπό τῆς Πολιτείας καταδικασθέντων εἰς ἐγκληματικήν ποινήν κληρικῶν.

3.Κατόπιν ὅλων τῶν προεκτεθέντων ταπεινῶς φρονοῦμεν ὅτι ἐσφαλμένως θεωρεῖ τό Σεπτόν Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ὅτι κατά τό Κανονικόν Δίκαιον τῆς Ἀδιαρέτου Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας δύναται νά ἐπιληφθῆ προσφυγῆς ἤ ἐνστάσεως κατά διοικητικῆς πράξεως ἑτέρας αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας ἀφ’ ἑνός καί κατά δεσμίας νομικῆς ἐνεργείας ἀφ’ ἑτέρου, τήν ὁποίαν μάλιστα τό ἴδιον τήν ἔχει ἀποδεχθεῖ ὡς προανεφέρθη.

Ἑπομένως τό ἀπό 17/2/2010 ἀνακοινωθέν τοῦ Σεπτοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μή ἐκτιμῶν τά ἀνωτέρω δημιουργεῖ μέγιστον θέμα διότι ἤδη ὀρθῶς ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος εἶχεν ἀποφασίσει τήν πλήρωσιν τῶν δύο νέων ἀνιδρυθεισῶν Μητροπόλεων καί τήν κατάπαυσιν τοῦ δεινοῦ ἐκκλησιαστικοῦ προβλήματος τῆς περιοχῆς των.

Δεν υπάρχουν σχόλια: