17 Δεκεμβρίου, 2008

Αντιφώνηση του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου στη Νομαρχία Ζακύνθου (16/12/2008)

Κύριε Νομάρχα,

αγαπητοί αδελφοί.


Με ευγνώμονα διάθεση και με αισθήματα χαράς και πολλής ελπίδας επισκέπτομαι σήμερα την Νομαρχία της Ζακύνθου. Είναι αλήθεια ότι η Ζάκυνθος, όπως υπήρξε πρωτοπόρα και ιδιαίτερη όλα τα χρόνια έτσι και παραμένει. Έχει μια χάρη, κάτι αλλιώτικο.


Έχει μια ζεστασιά και μια ιδιαιτερότητα. Έχει μια εμμονή σε κάθε τι πιο πέρα από το κοινό, το ίδιο.


Αυτή η άλλη διάθεση των ανθρώπων της μαζί με τις άλλες φυσικές προνομίες της έχουν σημάνει την Ζάκυνθο μέσα στο ιστορικό, πολιτισμικό και κοινωνικό όλο. Ό Άγιος Διονύσιος αναντίλεκτα έχει παίξει και εξακολουθεί να παίζει ένα ρυθμιστικό και απροσπέραστο ρόλο. Αυτή η κοινή παραδοχή στον άνθρωπό σας, που είναι ο φίλος και αποδέκτης των εσωτερικών διαθέσεων του καθενός σα, είναι μια πρόκληση σήμερα, που γίνεται πολύ και πολλές φορές ανούσιος λόγος για το πώς και το είναι της Εκκλησίας σε αυτό τον τόπο, στην πατρίδα μας.

Θα μού επιτρέψετε με αφορμή την καθολική αποδοχή της μορφής του Αγίου Διονυσίου, από την τοπική κοινωνία της Ζακύνθου να εκφράσω λίγες σκέψεις.

Είναι πραγματικά η εποχή μας μια καμπή σε όλες της τις εκφάνσεις, σχετικά με ό,τι παραλάβαμε και παραδεχθήκαμε σαν σταθερές και σαν όρια.

Το πρόβλημα της εποχής μας δεν εστιάζεται στην διαβούλευση για την δημιουργία νέων δεδομένων που θα δώσουν στον σύγχρονο άνθρωπο ώθηση για καλύτερες συνθήκες γενικής διαβίωσης και περαιτέρω προοπτικής του, αλλά στους όρους και τους τρόπους με τους οποίους εκφράζεται η αντίρρηση ή η παραδοχή τους.

Αλίμονο εάν οι εναλλασσόμενες ιστορικές εποχές δεν είχαν στην διάθεσή τους την ανατροπή και την δημιουργία νέων δομών, οραματισμών και προτεραιοτήτων. Θέλω με σεβασμό και χωρίς κομπασμούς να υπενθυμίσω ότι η εκκλησιαστική ζωή και ό,τι αυτή εμπεριέχει, είναι αυτή που για πολλούς αιώνες νοηματοδοτούσε το είναι των ανθρώπων μας.

Τον τελευταίο καιρό, με αφορμή ανθρώπινες υπερβολές ή και παραλείψεις, ανασύρεται από το συρτάρι του εντυπωσιασμού και της προχειρότητας το ζήτημα του λεγόμενου χωρισμού Εκκλησίας και Πολιτείας. Το ερώτημα αυτό, αγαπητοί μου, είναι πλασματικό.

Η Εκκλησία και η Πολιτεία είναι δύο οντότητες, που υποχρεωτικά είναι χωρισμένες σε διακριτούς όρους και αυτονόητα συνδεδεμένες. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος και άλλος λόγος για να ορίσουμε την διαφορετικότητα των δύο και συγχρόνως την κοινή τους πορεία σε ό,τι αφορά το κοινό ζητούμενο, τον άνθρωπο.

Η Εκκλησία είναι το σώμα του Χριστού. Οι τοπικές Εκκλησίες της πατρίδας μας είναι ένα μέρος του καθολικού Σώματος και συνάμα μια δυναμική φανέρωση της άλλης σημαντικής και του ήθους της. Η Ευαγγελικότητα αφορά στο όλο του ανθρώπου του κάθε σήμερα και έχει χρέος και ευθύνη με σταθερές, το άγιο χθες να χαράζει και να ευθυπορεί το αύριο.

Η Εκκλησία δεν περιορίζεται μέσα στην πολιτειακή διάρθρωση και δεν μπορεί να εντοπίζεται ο ρόλος της μόνο σε μια περιθωριακή θρησκευτικότητα. Χωρίς να υποκαθιστάνει τις άλλες συντεταγμένες του κοινωνικού και ευρύτερου χάρτη δεν παραθεωρεί το είναι της και δεν αντιπαρέρχεται ανεύθυνα και ανέξοδα την ανθρώπινη ανησυχία, τον πόνο, τον προβληματισμό, την ανισομέρεια στην κατανομή των ευκαιριών και της προσβάσεως στα υλικά και πνευματικά αγαθά.

Αυτά και όλα τα άλλα σύγχρονα προβλήματα κάνουν την Εκκλησία περισσότερο από το χθες να είναι έτοιμη να προσφέρει καταφύγιο στον εσωτερικό των ανθρώπων ξεσηκωμό και την ανησυχία για το πώς και πού βαδίζουμε.

Η Εκκλησία του Χριστού, εδώ και αιώνες έχει αποκηρύξει σαν αίρεση την διάθεση πολλών για μια ιδεαλιστική θεώρηση του είναι της και ευτυχώς γνωρίζει και αισθάνεται ότι διακονεί τον άνθρωπο σε όλες του τις ανάγκες.

Χωρίς αποκλεισμούς, χωρίς μεγαλοστομίες, χωρίς έπαρση, χωρίς την κακώς νοούμενη δημοσιότητα, πορεύεται και κηρύττει με την ζωή της, και προσκαλεί τον σύγχρονο άνθρωπο στην πραγματιστική και συνάμα οραματιστική της πνοή, που λέγεται αγιότητα.

Αυτή είναι η έννοια και η μέριμνα της Εκκλησίας να κεντρίσει τους ανθρώπους προς την αληθινή και μόνη ελπίδα, τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό. Ο λόγος λοιπόν και ο τρόπος της είναι ισόρροπος, είναι ελκυστικός.

Δεν την αφορά την Εκκλησία, η νομική θεώρηση και το status στην συνεργασία της με τις συντεταγμένες πολιτείες, όπου αυτή ζει και ενυπάρχει.

Δεν είναι και δεν πρέπει να καλλιεργούμε την ψευδαίσθηση ότι το κυρίαρχο θέμα μας είναι το νομικό καθεστώς στις σχέσεις Εκκλησίας και Κράτους. Αυτά και αλλάζουν και οριοθετούνται σε πνεύμα αμοιβαιότητος, κατανοήσεως και συνεργασίας, προκειμένου να θεραπεύουν τις πολλές ανάγκες του ανθρωπίνου προσώπου και να του δίνουν νόημα, ενδιαφέρον, ελπίδα και λύσεις στην πολυπλοκότητα της καθημερινής του ροής.

Αν κατασταθεί κυρίαρχο ζήτημα η νομική μορφή της αμφίδρομης αυτής σχέσεως τότε μάλλον έχουμε εμείς εκπέσει από Εκκλησία, δηλαδή από το Άγιον Σώμα του Χριστού, σε απρόσωπη και άψυχη νομική οντότητα χωρίς προοπτική και μέλλον και αντίστοιχα η Πολιτεία, και ό,τι την απαρτίζει, θα έχουν χάσει την φερεγγυότητα και την δυναμική για λύσεις την κάθε ώρα και την κάθε στιγμή, που ο άνθρωπος την θέλει κοντά του. Με χαρά μεγάλη βλέπω την συνεργασία της τοπικής Αυτοδιοικήσεως και της Εκκλησίας εδώ και αναπτερώνει την ελπίδα όλων μας ότι ξεπερνώντας τα κωλύματα και τις αγκυλώσεις που ανακύπτουν θα πάμε εμπρός σε καλύτερες ημέρες, Σας παρακαλώ όλους σας να προσεύχεσθε να μπορέσουμε να σταθούμε όπως μας θέλει ο Κύριός μας και να δώσουμε ελπίδα στον σύγχρονο άνθρωπο, που προσβλέπει σε εμάς και μας κρίνει σε κάθε μας βήμα.

Σας ευχαριστώ για την ευκαιρία που μού δώσατε, για την ανοχή και την αγάπη σας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: