04 Αυγούστου, 2017

ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗΝ ΓΕΣΘΗΜΑΝΗ ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΕΠΙ ΤΗ ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

 

Οι καλοθελητές θα σχολιάσουν πώς πλήγωσε μ αυτά τα λόγια, τη μητέρα Του.Λέτε, αλήθεια, να αδιαφορούσε τόσο πολύ για Εκείνη ο Κύριος;

Ποιος; Εκείνος, ο οποίος, όταν ήταν καρφωμένος πάνω στο Σταυρό, και φρικτά υπέφερε, εντούτοις νοιάστηκε για ΄κείνη, για να μην μείνει μόνη και απροστάτευτη μετά το θάνατό Του και την έθεσε υπό την προστασία του αγαπημένου Του μαθητή, του Ιωάννη.

Κι Εκείνη λέτε να μη γνώριζε τη σημασία των παραπάνω λόγων του παιδιού της, όταν ήταν:

Εκείνη που Τόν γέννησε και Τόν ανέθρεψε;

Εκείνη που Τόν παράστεκε σ όλες τις περιοδείες Του;

Εκείνη που στο Γολγοθά επάνω και κάτω απ το Σταυρό του παιδιού της ανήμπορη και μόνη παρακολουθεί τα φρικτά γενόμενα!

Εκείνη που κατά την αποκαθήλωση έλουσε με τα δάκρυά της, μύρωσε και νεκροπρεπώς ενταφίασε το πανάγιο σώμα του Γιού της;

Εκείνη που μπροστά στα μάτια της Γιός της και Σωτήρας του κόσμου, αναλήφθηκε στους ουρανούς;

Εκείνη που κατά την ημέρα της Πεντηκοστής έλαβε στο υπερώο της Ιερουσαλήμ το Άγιο Πνεύμα, μαζί με τους Αποστόλους;

Εκείνη που ξεκίνησε μετά από τον κλήρο που της έλαχε, να πάει να κηρύξει το Γιό της στην Ιβηρία;

Αλλά τελικά, το θέλημα του Γιού της ήταν να βρεθεί στη χερσόνησο του Άθωνα και αυτός ο ευλογημένος τόπος να της παραχωρηθεί από τον ίδιο τον Κύριο, από τότε και έως τα τέλη των αιώνων ως περιβόλι δικό της.

Η Παναγία γνώριζε από τον την ώρα του Ευαγγελισμού της όλα τα μελλούμενα, αλλά «διετήρει πάντα τα ρήματα ταύτα εν τη καρδία αυτής»

Μιά συνεχής σιωπή, προσευχή, διακριτική υπομονή
και ταπείνωση, ήταν η ζωή της.

Κι έτσι συνέχισε να πολιτεύεται και μετά την Ανάληψη του Γιού της στους ουρανούς.Ξενυχτούσε στην προσευχή. Και δεν προσευχόταν όρθια ή γονατιστή. Χρωμάτιζε την προσευχή της με τις επίμονες γονυκλισίες . 

Έκανε τόσες πολλές μετάνοιες, ώστε στα αγία γόνατά της σχηματίστηκαν «κόμποι».Το δε μάρμαρο που ακουμπούσαν τα γόνατά της …βαθούλωσε!!! Μετά την ολονύκτια προσευχή της, ξάπλωνε για λίγο, έχοντας σά στρώμα μία πέτρα.

Η δε προσευχή της έκανε θαύματα! Θεράπευε άρρωστους, έβγαζε δαιμόνια κ.λ.π. Όμως η φιλεύσπλαχνος Παρθένος δεν είχε περιορισθεί μόνο στην προσευχή, αλλ είχε ανοιχθεί και προς τον κόσμο. 

Δεν επικοινωνούσε μονό με το Θεό, αλλά και με τον κόσμο. Τή νύχτα δηλαδή την είχε αφιερώσει στην επικοινωνία της με το Θεό και την ημέρα στην επικοινωνία της με το συνάνθρωπο.

 *Υποδεχόταν τους ξένους με πλατειά καρδιά. Και τους περιποιόταν.

*Έκανε ελεημοσύνες.

*Έτρεχε στα ορφανά, στις χήρες, στους καταπονημένους, στους θλιβομένους.

Ώσπου ήρθε η ώρα σε ηλικία άγνωστη σε μας (άλλοι λένε 59 ετών και άλλοι 74 και κάτι, που είναι ίσως και το πιθανότερο), να πάει να συμβασιλεύσει στους ουρανούς μαζί με τον Γιό της .

Ο Άγγελος Γαβριήλ της φέρνει την είδηση της αναχώρησής της μετά τρεις ημέρες στους ουρανούς, προσφέροντάς της ένα κλαδί φοίνικα που είναι σύμβολο αθανασίας. Στο διάστημα των τριών ημερών, έκανε όλες τις απαραίτητες ετοιμασίες που επιβάλλεται να γίνουν γι αυτό το ταξίδι.

Προσευχήθηκε στο αγαπημένο της όρος των Ελαιών κι εκεί τα δέντρα έκλιναν τις κορφές τους για να την προσκυνήσουν, να την τιμήσουν και να την αποχαιρετήσουν. Μά τα θαυμάσια του Θεού δεν έχουν τελειωμό. 

Οι Απόστολοι είχαν διασκορπιστεί στα πέρατα της γης για να κηρύξουν «Ιησούν Χριστόν και τούτον εσταυρωμένον». Τήν ημέρα της κοιμήσεως της Θεοτόκου όμως, σύννεφα τους άρπαξαν και τους μετέφεραν «Γεσθημανή τώ χωρίω», στο σπίτι της Παναγίας.

Κι Εκείνη τους μιλάει, τους νουθετεί, τους καθοδηγεί και τους παρηγορεί, με την απαράμιλλη γλυκύτητα που την διακρίνει πάντα. Και όταν ήρθε η ώρα (9 το πρωί της 15ης Αυγούστου), παρέδωσε το πνεύμα της στα χέρια του ίδιου του Γιού της.

Ο Οποίος τότε εκπλήρωσε και την επιθυμία της, να δεί από κοντά τους τόπους όπου πήγε Εκείνος για να ελευθερώσει τους Προπάτορες, αλλά να δεί και τους βασάνους των αμαρτωλών στην κόλαση.

Όταν λοιπόν, ο Αρχάγγελος Γαβριήλ πήγε την ψυχή της στον χώρο εκείνο, τόσο συγκλονίσθηκε η Θεοτόκος από το φοβερό θέαμα των βασανισμένων στην κόλαση που παρακάλεσε τον Γιό της γι αυτούς τους δυστυχείς.

Και Εκείνος για το δικό της χατήρι κάθε χρόνο και για πενήντα ημέρες (από το Πάσχα μέχρι την Πεντηκοστή), απελευθερώνει τους κολασμένους από τα δεσμά της κόλασης.

Όταν η Παναγία άφησε την τελευταία γήινη πνοή της, ο Πέτρος πρώτος της ψάλλει επιτάφια εγκώμια και οι υπόλοιποι Απόστολοι σηκώνουν το νεκροκρέββατό της και προχωρούνε προς το μνήμα για να ενταφιάσουν το πανάγιο σκήνος της.

 Όμως οι Ιουδαίοι δεν σέβονται ούτε αυτή την ιερή για κάθε άνθρωπο στιγμή. Ένας απ αυτούς μάλιστα, ο Ιεφονίας έπιασε το νεκροκρέββατο της Παναγίας με σκοπό να το ανατρέψει.

Παρευθύς του κόβονται, από αόρατο σπαθί, τα βέβηλα χέρια του. «Μητέρα του Κυρίου και Θεού μου συγχώρα με» φωνάζει. Και αμέσως επανασυγκολούνται τα κομμένα μέλη του σώματός του. Άλλοι από τον ιουδαϊκό όχλο που ακολουθούσε οργισμένος και με σκοπό να επιτεθεί στη νεκρική πομπή, τυφλώνονται. 

Όσοι απ αυτούς πίστεψαν στο Χριστό και την μητέρα Του, θα βρούν το φώς τους, όταν ο θεραπευμένος πλέον Ιεφονίας, παίρνει από τα χέρια του Πέτρου το φοίνικα που είχε δώσει ο Γαβριήλ στην Παναγία και τους ακουμπάει στα μάτια.

Όμως και πάλι κατά θεία ευδοκία, «είς εκ των δώδεκα», ο Θωμάς, απουσιάζει από τα γενόμενα. Αρπάζεται από σύννεφο, μόλις την τρίτη ημέρα από την κοίμησή της και μεταφέρεται στη Γεσθημανή.

Εκεί βλέπει την Παναγία να ανεβαίνει σύσσωμη στους ουρανούς και να του δίνει, ως ιερό ενθύμιό της, την αγία ζώνη της, η οποία σήμερα φυλάσσεται ως θησαυρός πολυτιμότατος στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου του Αγίου Όρους. 

Συναντά, λοιπόν, ο Θωμάς τους υπόλοιπους Αποστόλους, οι οποίοι επί τρεις ημέρες δεν έφυγαν πάνω από τον τάφο της Παναγίας, και τους θερμοπαρακαλεί να ανοίξουν τον τάφο της, να την δεί και να την αποχαιρετήσει κι αυτός.

 Και ώ του παραδόξου θαύματος, όταν άνοιξαν τον τάφο διαπίστωσαν ότι αυτός ήταν άδειος από το πανάχραντο σώμα της Θεοτόκου.  Στόν τάφο μέσα είχε μείνει μόνο το σεντόνι με το οποίο τύλιξαν κατά τον ενταφιασμό το νεκρό σώμα της. Η Παναγία μετέστη σωματικώς στους ουρανούς. 

Δεν ανέστη απλώς εκ του τάφου, όπως ο Κύριος, αλλά και μετέβη ταυτόχρονα ολόσωμη στους ουρανούς, όπως την είδε ο Θωμάς. Έτσι θα τη δούνε, μετά από λίγες ημέρες, όλοι οι μαθητές να τους χαιρετά και να τους διαβεβαιώνει:«Χαίρετε, ότι μεθ ημών ειμί πάσας τας ημέρας», κι εκείνοι θα αναφωνούν: «Παναγία Θεοτόκε, βοήθει ημίν».

Δεν έχουμε λοιπόν, μόνο ανάσταση, την πρώτη που ενεργεί ο αναστημένος Χριστός και αυτή προς χάρη της μητέρας Του, αλλά και ανάληψη συνάμα, της Θεοτόκου στους ουρανούς.

Γι αυτό και εορτάζουμε το μικρό Πάσχα του καλοκαιριού, τον Δεκαπενταύγουστο, όχι τον θάνατο, αλλά την Κοίμηση της Θεοτόκου.(Η συνέχεια αύριο)


Δημοσίευση σχολίου