07 Αυγούστου, 2017

Η ΕΠΑΝΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΖΗΤΗΜΑ ΠΟΥ ΕΠΑΝΕΡΧΕΤΑΙ ΔΙΑΡΚΩΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

 

Οθωμανικά ή τουρκοκρατούμενα Βαλκάνια;Η επαναξιολόγηση της περιόδου της Τουρκοκρατίας είναι ένα ζήτημα που επανέρχεται διαρκώς στην επικαιρότητα.

Σύμφωνα, μάλιστα, με ορισμένους συγγραφείς, ακόμη και ο όρος Τουρκοκρατία είναι πλέον αδόκιμος και θα έπρεπε να αντικατασταθεί με τον όρο Οθωμανική Περίοδος. 

Το βασικότερο επιχείρημα των υποστηρικτών της άποψης αυτής είναι πως ο προτεινόμενος όρος είναι ουδέτερος και άρα δεν εμπεριέχει το στοιχείο της αρνητικής αξιολόγησης μιας ιστορικής περιόδου που είχε πολλές θετικές πλευρές, και σε καμία περίπτωση δεν επρόκειτο για μια «σκοτεινή περίοδο» όπου όλα «τα ’σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά». 

Κατά συνέπεια, δεν δικαιολογείται η χρήση όρων όπως Κατάκτηση, Κατοχή, ή ακόμη χειρότερα, Τουρκικός Ζυγός. Άλλωστε, όπως αναφέρει ο Καστελάν (1995: 306): Τέσσερις-πέντε αιώνες «κοινής» ζωής δημιούργησαν αρκετές εννοιολογικές αποχρώσεις στον όρο Οθωμανικός Ζυγός.

Επιπλέον, όπως υποστηρίζεται, η Τουρκοκρατία υπήρξε σαφώς ηπιότερη σε σχέση με το προηγούμενο φεουδαρχικό καθεστώς του ύστερου Βυζαντίου και της Φραγκοκρατίας, αλλά και με τις συνθήκες που επικρατούσαν στη Δύση την ίδια περίοδο. 

Τα όποια προβλήματα υπήρχαν, παρατηρούνται κατά την περίοδο της παρακμής της Αυτοκρατορίας, δηλαδή από τα μέσα του 16ου αι. και μετά, όταν ο θεσμός του τσιφλικιού, που αντικαθιστά σταδιακά αυτόν του τιμαρίου, οδηγεί στην εξαθλίωση των χωρικών, ενώ η εκτεταμένη διαφθορά της διοίκησης οδηγεί σε αύξηση των φαινομένων αυθαιρεσίας και καταπίεσης σε βάρος των ραγιάδων. 

Η όξυνση αυτών των προβλημάτων οδήγησε στις εθνικές επαναστάσεις του 19ου αιώνα. Σε μια πρόσφατη ανασκόπηση των σχετικών ιστοριογραφικών προσεγγίσεων, η Ελένη Γκαρά (2005: 17-23) επιχειρεί να καταρρίψει τον «εθνικό μύθο» περί τουρκικού ζυγού, βασικά επιστρατεύοντας την άποψη περί μη ύπαρξης ελληνικού έθνους κατά την περίοδο αυτή.

Όπότε, κάτι που δεν υπάρχει, δεν μπορεί και να καταπιέζεται! Πρόκειται για τη γνωστή εμμονή πως μοναδικό παγκόσμιο πρότυπο έθνους αποτελεί το γαλλικό και άρα, πριν από τη Γαλλική Επανάσταση δεν υφίσταται κανένα έθνος στον κόσμο. 

Σύμφωνα με την Γκαρά, στην περίπτωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας οι διαφοροποιήσεις αφορούσαν τους μουσουλμάνους και τους μη μουσουλμάνους, τους φορολογούμενους και τους μη φορολογούμενους, και όχι τις εθνικές ομάδες. Έτσι, θεωρεί ότι απορρίπτει τον «μύθο» του οθωμανικού ζυγού.

Ωστόσο, οι θρησκευτικές, διοικητικές, ταξικές, κοινωνικές και όποιες άλλες διαιρέσεις επέβαλλε η οθωμανική διοίκηση, δεν σημαίνει αναγκαστικά πως «εξαφάνισαν» τις προϋπάρχουσες εθνικές ετερότητες. Επίσης, ο χωρισμός των μη μουσουλμάνων με βάση το σύστημα των μιλέτ (Millet), με ισχυρότερο στα Βαλκάνια το Rum Millet, των Ρωμιών.

Δηλαδή των ορθοδόξων με επικεφαλής Έλληνα Πατριάρχη, ανταποκρίνεται σε μια σαφή εθνικοθρησκευτική διάκριση η οποία σε μεγάλο βαθμό ταυτίζεται με την υστεροβυζαντινή ελληνική ταυτότητα, τη νεοελληνική συνείδηση. Πρόκειται για την ελληνική ιδέα περί έθνους που δεν στηρίζεται σε φυλετικά αλλά σε πολιτισμικά κριτήρια. 

Γι’ αυτό, άλλωστε, όταν το βουλγαρικό έθνος, από τον 18ο αι. και μετά, θα θελήσει να χειραφετηθεί, αναγκαστικά θα ζητήσει να αποδεσμευτεί πρώτα από την πνευματική και διοικητική κηδεμονία του Πατριαρχείου. 

Στη διάρκεια, μάλιστα, της γνωστής ελληνοβουλγαρικής διαμάχης, κάθε σλαβόφωνος της Μακεδονίας και της Θράκης που θα παραμείνει πιστός στο Πατριαρχείο θα θεωρείται και θα αντιμετωπίζεται ως Έλληνας! (Kofos 1964: 12-17, 20-28).

Το ότι η σχέση κυρίαρχου και υποτελούς δεν θεμελιώνεται σε φυλετικά αλλά σε θρησκευτικά κριτήρια – καθώς όσοι ασπάζονταν τον μουσουλμανισμό «τούρκευαν», εντάσσονταν δηλαδή στην κυρίαρχη ομάδα– δεν αλλάζει την εικόνα. 

Αυτή η «προσαρμογή» ήταν αρκετή για να αποκόψει τον νέο μουσουλμάνο από την εθνικοθρησκευτική του κοινότητα και να τον εντάξει σε μια άλλη. Πρόκειται για μία ακόμη επιβεβαίωση της υποκειμενικής θεωρίας περί έθνους, που στηρίζεται δηλαδή περισσότερο στο στοιχείο της συνείδησης και λιγότερο σε συγκεκριμένα αντικειμενικά κριτήρια (Χατζηαναστασίου 1993: 28-29) – πολύ περισσότερο δε σε φυλετικά. 

Είναι πολύ χαρακτηριστικό το γεγονός ότι, στον σχετικά πρόσφατο πόλεμο στη Βοσνία τη δεκαετία του ’90, οι Σέρβοι ονόμαζαν «Τούρκους» τους Βόσνιους μουσουλμάνους αντιπάλους τους, που, ενώ «αντικειμενικά» είναι Σλάβοι σερβόφωνοι. 

Επειδή ήταν μουσουλμάνοι είχαν αναγνωριστεί de jure ως ξεχωριστή εθνότητα στην πρώην Γιουγκοσλαβία, η ελίτ της οποίας διατηρούσε στενές σχέσεις με την Τουρκία (Αλεξανδρής, Παρέσογλου 1994: 753-757).

Είναι γεγονός ότι η Τουρκοκρατία έχει εγγραφεί στη συνείδηση των λαών της Βαλκανικής ως μια απόλυτα αρνητική εμπειρία (Χατζηαναστασίου 2011). Κι αυτό δεν αλλάζει, όσους άλλους «ουδέτερους» όρους κι αν χρησιμοποιήσουμε για να ονομάσουμε την περίοδο αυτή. 

Ακόμη, δηλαδή, κι αν οι «υπερασπιστές» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατορθώσουν να ελέγξουν απόλυτα τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους, θα είναι πολύ δύσκολο έως ακατόρθωτο να ανατρέψουν μια συνείδηση που έχει διαμορφωθεί εδώ και αιώνες.

Από τη μεριά μας επιμένουμε στη χρήση του όρου Τουρκοκρατία επειδή αποδίδει πιστότερα την πραγματικότητα της κατάκτησης και της διατήρησης σε καθεστώς δουλείας των λαών της Χερσονήσου του Αίμου. 

Αυτό που μένει να εξετάσουμε επομένως είναι η φύση και ο χαρακτήρας της κατοχής, χωρίς να αμφισβητείται όμως η ουσία της σχέσης μεταξύ κυρίαρχου, του οθωμανικού κράτους, και κυριαρχούμενου, των βαλκανικών λαών.  Θα πρέπει να διακρίνουμε βεβαίως τους δύο ιστορικούς όρους και τη σχέση τους: 

Το κράτος έχει επικρατήσει να ονομάζεται «Οθωμανικό» – αφού πρόκειται για «Οθωμανική Αυτοκρατορία» με επικεφαλής σουλτάνο από τον οίκο του Οσμάν –, στο οποίο κυρίαρχοι είναι οι «Τούρκοι» και όχι η μειοψηφική πληθυσμιακά ομάδα των Οθωμανών Τούρκων, και γι’ αυτό μιλάμε για «Τουρκοκρατία».

Σε ό,τι αφορά επομένως στην ουσία του ζητήματος, στο παρόν σημείωμα θα επιχειρήσουμε να ελέγξουμε κριτικά τις απόψεις ορισμένων συγγραφέων που θεωρούν την Οθωμανική Αυτοκρατορία στα χρόνια της ακμής της περίπου ως υπόδειγμα κράτους ανεκτικότητας, δικαιοσύνης και ανεξιθρησκίας. 

Θα προηγηθεί μια «συνθετική» καταγραφή της εμφάνισης των πρώτων Οθωμανών και των βασικότερων αιτίων που οδήγησαν στην κατάκτηση των Βαλκανίων.

Οι Οθωμανοί Τούρκοι
Ο πρώτος πυρήνας κράτους της πολεμικής φυλής των Τούρκων, που αργότερα πήραν το όνομα «Οσμανλήδες» ή «Οθωμανοί», όπως τελικά επικράτησε, εμφανίστηκε το 1300 περίπου. 

Στον ηγέτη τους Ερτογρούλ, η ιστορικότητα του οποίου έχει αμφισβητηθεί, είχε παραχωρηθεί από τον Σελτζούκο σουλτάνο του Ικονίου η περιοχή του Σογιούτ, στα σύνορα του σουλτανάτου του Ικονίου με το βυζαντινό κράτος, στην περιοχή της Προύσας, για τη φύλαξη των συνόρων. 

Είναι χαρακτηριστικό ότι η ευρύτερη διοικητική περιφέρεια του Σογιούτ πήρε αργότερα το όνομα Ερτογρούλ, σε ανάμνηση του πρώτου γνωστού στην Ιστορία Τούρκου αυτής της φυλής. Η καταγωγή των Οθωμανών συνδέθηκε αργότερα με τους Σελτζούκους Τούρκους.

Αλλά αυτό θεωρείται μάλλον μια προσπάθεια να νομιμοποιηθεί εκ των υστέρων η υιοθέτηση της σελτζουκικής ιστορικής κληρονομιάς από τους Οθωμανούς. Γεγονός είναι ότι η υποταγή του σουλτανάτου στους Μογγόλους Ιλχανίδες της Περσίας τον 13ο αι. 

Όπου έδωσε την ευκαιρία στις διάφορες τουρκικές φυλές που υπάγονταν στους Σελτζούκους να αυτονομηθούν και να δημιουργήσουν εμιράτα, κυρίως στη δυτική Μικρά Ασία, στα σύνορα με το Βυζάντιο.

Όπως και οι άλλες νομαδικές τουρκικές φυλές, οι Οθωμανοί Τούρκοι ήταν κτηνοτρόφοι που είχαν ως τρόπο ζωής τον πόλεμο προκειμένου να εξασφαλίσουν νέα κοπάδια, βοσκοτόπια, αλλά και τα αναγκαία για την επιβίωσή τους. 

Ο νομαδικός και ταυτόχρονα αρπακτικός-ληστρικός χαρακτήρας της κοινωνικής τους οργάνωσης έχει ιδιαίτερη σημασία για την κατανόηση των εξελίξεων που οδήγησαν στις κατακτήσεις, αλλά και της φύσης του οθωμανικού καθεστώτος.

Η υιοθέτηση της μουσουλμανικής θρησκείας από τους Τούρκους είχε περισσότερο «εργαλειακό» και δευτερευόντως ουσιαστικό-πνευματικό χαρακτήρα. 

Άλλωστε, εκείνη την εποχή, στους Τούρκους των «δυτικών συνόρων» είχαν μεγάλη διάδοση διάφορες διδασκαλίες συγκρητιστικού χαρακτήρα, με πιο διαδεδομένη αυτή των μπεκτασήδων. 

Πολλοί υποστηρίζουν ότι οι μπεκτασήδες, έχοντας υιοθετήσει πολλά στοιχεία από τον χριστιανισμό, είχαν μεγάλη επιτυχία στο προσηλυτιστικό τους έργο, καθώς η προσχώρηση στο Ισλάμ μέσω της διδασκαλίας του Χατζή Μπεκτασί φαινόταν πιο ανώδυνη στους απλούς χριστιανούς. 

Σπουδαίο ρόλο στην ενίσχυση της αλληλεγγύης μεταξύ των μελών της τουρκικής μουσουλμανικής κοινότητας έπαιξαν και οι οργανώσεις των αχήδων (ahi), που από τον 13ο αι. λειτουργούσαν σε όλες τις πόλεις και σε πολλά χωριά της Μικράς Ασίας.

Προσφέροντας  έτσι φιλοξενία και ασκώντας ένα ευρύτερο φιλανθρωπικό έργο, γεγονός που τους εμφάνιζε σαν μια κοινότητα με ισχυρό συλλογικό ήθος.

Η παρουσία των Οθωμανών στα σύνορα με το Βυζάντιο συνέβαλε αποφασιστικά στην προσέλκυση πολεμιστών – των «γαζήδων», όπως ονομάζονταν– από τις υπόλοιπες τουρκικές φυλές της Ανατολής, που έβρισκαν στη συνοριακή αυτή περιοχή του Ισλάμ στάδιον δόξης λαμπρόν. 

Η προσέλευση πολεμιστών ενίσχυε τη στρατιωτική αποτελεσματικότητά τους, ενώ ταυτόχρονα τους υποχρέωνε να συνεχίζουν τον πόλεμο προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες τού ολοένα αυξανόμενου πληθυσμού τους. 

Η λεία, τα λάφυρα και κυρίως η χρυσοφόρα επιχείρηση πώλησης ως δούλων των αιχμαλώτων αποτελούσε το ισχυρότερο κίνητρο της τουρκικής επιθετικότητας, μιας επιθετικότητας δικαιωμένης στο ιδεολογικό και συνειδησιακό επίπεδο μέσω του «ιερού πολέμου». 

Δεν υπάρχει λοιπόν καμία αμφιβολία πως οι πρώτοι Οθωμανοί και όσοι συντάσσονταν μαζί τους αποτελούσαν αυτό που ο Lowry θα ονομάσει «ληστρικό συνασπισμό» και πως η επέκταση ήταν περισσότερο όρος εξασφάλισης υλικών πλεονεκτημάτων.

Και λιγότερο το αποτέλεσμα του θρησκευτικού ενθουσιασμού των «πολεμιστών της πίστης». Γι’ αυτό, άλλωστε, σ’ αυτό το στάδιο μπορούσαν να συμμετέχουν στις κατακτήσεις και χριστιανοί (Lowry 2004: 143, 170, 220).

Η κατάκτηση των βυζαντινών εδαφών της Μικράς Ασίας και η άμεση επαφή των Οθωμανών με τη χριστιανική Ευρώπη ενίσχυσε ακόμη περισσότερο το κύρος και την επιρροή τους στα υπόλοιπα τουρκικά εμιράτα, καθώς τους πρόσφερε διέξοδο για περισσότερες – θρησκευτικά «νόμιμες» – κατακτήσεις. 

Είναι χαρακτηριστικό ότι, προκειμένου να δικαιολογήσουν την επεκτατικότητά τους απέναντι στα άλλα εμιράτα της Μικράς Ασίας, οι Οθωμανοί Τούρκοι θα τα κατηγορήσουν ότι αποτελούν εμπόδιο στη συνέχιση του «ιερού πολέμου», την αποκλειστικότητα στη διεξαγωγή του οποίου φαίνεται ότι είχαν εξασφαλίσει οι Οθωμανοί. 

Η διάλυση στα 1345 του γειτονικού εμιράτου του Καρασί στα νοτιοδυτικά της επικράτειας των Οθωμανών και η συνεπακόλουθη προσάρτησή του από αυτούς ολοκλήρωσε τη διαδικασία επικράτησής τους στην ασιατική πλευρά του Βοσπόρου και των Δαρδανελλίων, γεγονός που επέτρεψε το απερίσπαστο από τον ανταγωνισμό των άλλων εμιράτων πέρασμά τους στην Ευρώπη.

Θεμελιωτής και «νονός» των Οθωμανών Τούρκων θεωρείται ο Οσμάν, ηγέτης της τουρκικής αυτής ομάδας από το 1290 μέχρι το 1326 περίπου. Είναι επίσης αυτός που θα θεμελιώσει μια δυναστεία που θα επιβιώσει μέχρι τον 20ό αι. Επικεφαλής του οθωμανικού κράτους θα είναι πάντοτε μέλος της οικογένειας με γενάρχη τον Οσμάν.

Η κατάκτηση των Βαλκανίων
Έχοντας νικήσει επανειλημμένα τον βυζαντινό στρατό, οι Οθωμανοί μέσα σε λίγα σχετικά χρόνια, από το 1302 έως το 1337, θα ολοκληρώσουν την κατάληψη των βυζαντινών κτήσεων της Μικράς Ασίας. 

Μόνο η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας θα συνεχίσει να αντιστέκεται για ακόμη 124 χρόνια. Έτσι, το νεοσύστατο οθωμανικό κράτος θα καταστεί πολύ σύντομα μια υπολογίσιμη δύναμη που θα εμπλακεί στις εξελίξεις και στις σχέσεις μεταξύ των χριστιανικών κρατών της Χερσονήσου του Αίμου.

Τα κράτη αυτά είναι το αποδυναμωμένο βυζαντινό κράτος, το σερβικό βασίλειο και το γνωστό ως β΄ βουλγαρικό κράτος. Τα δύο τελευταία είχαν υιοθετήσει από το Βυζάντιο τη ρωμαϊκή αυτοκρατορική ιδέα, θεωρούσαν.

Δηλαδή πως μπορούσαν να διεκδικήσουν για λογαριασμό τους την κληρονομιά του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους, και για τον σκοπό αυτό επιδίδονταν σε έναν ανελέητο και εξαντλητικό – για όλες τις πλευρές– πόλεμο με τα υπόλοιπα κράτη. 

Στην κατάσταση αυτή να προσθέσουμε την αποικιακή συμπεριφορά των ιταλικών ναυτικών πόλεων, ιδιαίτερα της Βενετίας και της Γένοβας, που κατείχαν σημαντικές στρατηγικές θέσεις στο Αιγαίο, τα Στενά των Δαρδανελλίων και του Βοσπόρου, τη Μαύρη Θάλασσα και την Αδριατική.

Για να μην αναφερθούμε στην απομύζηση ζωτικών για τη Χερσόνησο του Αίμου πόρων μέσω εμπορικών συμφωνιών που απέβαιναν όμως μονόπλευρα συμφέρουσες υπέρ των δύο αυτών πόλεων, αλλά και στον αυτοκαταστροφικό μεταξύ τους ανταγωνισμό. 

Τη δεκαετία του 1330 Βενετία και Γένοβα θα συγκρουστούν ένοπλα για τον έλεγχο των Στενών και τελικά οι Γενοβέζοι θα ιδρύσουν αποικία στον Γαλατά με την άδεια των Βυζαντινών. Παροικίες θα ιδρύσουν επίσης η Φλωρεντία, η Πίζα, η Ανκόνα, η Ραγούζα και η Μασσαλία.

Να προσθέσουμε, τέλος, την κατάσταση των σημαντικότερων βασιλείων της Δύσης, που δεν επέτρεπε τη συγκρότηση κάποιας ισχυρής συμμαχίας ικανής να αποκρούσει την τουρκική επέλαση. 

Γαλλία και Αγγλία επιδόθηκαν στον καταστροφικό εκατονταετή πόλεμο, που διήρκεσε από το 1337 μέχρι το έτος της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης, το 1453. 

Στη διάρκεια, μάλιστα, του πολέμου ενέσκηψε η Μαύρη Πανώλης, που από το 1348 ξεκλήρισε περίπου 25 εκατομμύρια κατοίκους της Ευρώπης – σε σύνολο 80 εκατομμυρίων περίπου – μέσα σε δύο χρόνια (Cipolla 1988: 198). 

Σε ό,τι αφορά στην Καθολική Εκκλησία, περνούσε τη χειρότερη ίσως κρίση της ιστορίας της, καθώς η Αγία Έδρα από το 1309 βρισκόταν στην Αβινιόν, αφού η Ρώμη δεν πρόσφερε καμία ασφάλεια. 

Το 1378, όταν θα επιχειρηθεί η επάνοδος στην Αιώνια Πόλη, η Καθολική Εκκλησία θα διασπαστεί σε δύο –και για ένα διάστημα σε τρεις– αντιμαχόμενες έδρες: της Αβινιόν, της Ρώμης και της Πίζας. 

Η ενότητα της Καθολικής Εκκλησίας και η επιστροφή ενός κοινά αποδεκτού πάπα στο Βατικανό θα επιτευχθεί μόλις στις αρχές του 15ου αι. 

Είναι αλήθεια, ωστόσο, ότι ο πάπας από την Αβινιόν επιχείρησε να παρέμβει για την ειρήνευση μεταξύ Αγγλίας και Γαλλίας, για την ένωση Δυτικής και Ανατολικής Εκκλησίας αλλά και για την οργάνωση Σταυροφορίας εναντίον της τουρκικής προέλασης στα Βαλκάνια, χωρίς όμως να επιτύχει κανέναν από τους στόχους του.

Κι ενώ οι σημαντικότεροι κρατικοί σχηματισμοί της Χερσονήσου του Αίμου είχαν επιδοθεί σε έναν ιδιότυπο «εμφύλιο» ανταγωνισμό, αφού έριζαν για την ίδια Αυτοκρατορία, το Βυζάντιο σπαρασσόταν από έναν αυθεντικότερο εμφύλιο μεταξύ των διεκδικητών του θρόνου. 

Να προσθέσουμε ακόμη ότι ο βυζαντινός στρατός, που είχε επιτρέψει στην Αυτοκρατορία της Νικαίας να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τους Δυτικούς και τους Σελτζούκους και να ανακαταλάβει το 1261 την Κωνσταντινούπολη, βρίσκεται σε κατάσταση διάλυσης. 

Οι σκληροτράχηλοι και σχεδόν μυθικοί ακρίτες είχαν δώσει τη θέση τους σε νωθρούς προνοιάριους –που συμπεριφέρονταν περισσότερο σαν γαιοκτήμονες εκμεταλλευτές και λιγότερο σαν στρατιώτες– και σε μισθοφόρους, που πολύ συχνά επεδείκνυαν τυχοδιωκτική συμπεριφορά.

Θα μπορούσε λοιπόν να πει κανείς ότι η τουρκική παρουσία στην Ευρώπη είναι αποτέλεσμα των εσωτερικών εξελίξεων και της αδυναμίας του βυζαντινού κράτους – χωρίς όμως να παραβλέπουμε την κατακτητική ορμή.

Και εν τέλει τη στρατιωτική αποτελεσματικότητα των Τούρκων πολεμιστών, και χωρίς να παραβλέπουμε την επιθετικότητα των βαλκανικών κρατών, και ιδιαίτερα των Σέρβων και των Βουλγάρων, καθώς και την αποικιοκρατική δραστηριότητα των ιταλικών ναυτικών πόλεων. 

Το γενικό συμπέρασμα από την κατάσταση που επικρατεί στη Χερσόνησο του Αίμου τον 14ο αι. είναι πως επικρατεί η πολυδιάσπαση, ο ανταγωνισμός μεταξύ μικρών και αδύναμων κρατών. 

Αλλά και επίδοξων διεκδικητών της εξουσίας, με αποτέλεσμα να απουσιάζει μια ισχυρή συνεκτική δύναμη που να μπορεί να επιβάλει την αναγκαία ενότητα προκειμένου να υπάρξει αντίσταση στην οθωμανική κατάκτηση.

Το 1354 ο Ορχάν, εκμεταλλευόμενος έναν καταστροφικό σεισμό, που, όπως ήταν φυσικό, αποδόθηκε σε εξωκοσμική παρέμβαση, κατέλαβε την Καλλίπολη, την οχύρωσε και εγκατέστησε μόνιμη φρουρά. 

Η κατάληψη της Καλλίπολης αποτελεί το αναγκαίο προγεφύρωμα για να ακολουθήσει τα επόμενα 150 περίπου χρόνια η συστηματική κατάληψη ολόκληρης της Χερσονήσου. 

Την ίδια χρονιά, οι Τούρκοι στράφηκαν προς την Ανατολή και κατέλαβαν την Άγκυρα, επεκτείνοντας τις ασιατικές τους κτήσεις σε μεγάλο μέρος της κεντρικής Μικράς Ασίας. 

Το οθωμανικό κράτος θα επεκτείνεται σταδιακά και στην Ευρώπη και στην Ανατολή, φροντίζοντας να μην αντιμετωπίζει ταυτόχρονα αντιπάλους στα δυτικά και στα ανατολικά. 

Μια κατάκτηση στην Ανατολή θα διαδέχεται την επέκταση στη Δύση, έτσι ώστε το σύνολο των τουρκικών δυνάμεων να είναι συγκεντρωμένο κάθε φορά σε έναν στόχο. 

Η δυνατότητα των Τούρκων εμίρηδων, και στη συνέχεια σουλτάνων, να κινητοποιούν μεγάλους – και μάλιστα πειθαρχημένους– στρατούς θα αποτελέσει σημαντικό παράγοντα που θα συντελέσει στις στρατιωτικές επιτυχίες και βέβαια στην εντυπωσιακή επέκταση του οθωμανικού κράτους.

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, ως φυσικό επακόλουθο της κατάκτησης της ενδοχώρας, δηλαδή των Βαλκανίων, και η οριστική καθυπόταξη της σθεναρής αλβανικής αντίστασης το 1506, ολοκλήρωσαν την τουρκική κατάκτηση της Βαλκανικής. 

Όπως ήταν φυσικό, ο Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής θα μεταφέρει εκεί την πρωτεύουσά του, αφού πρώτα φρόντισε να την εποικίσει με μουσουλμανικούς αλλά και χριστιανικούς πληθυσμούς που μετέφερε εκεί από την Ασία και τα Βαλκάνια. 

Οι λιγοστοί κάτοικοι της πόλης που είχαν επιζήσει μετά την πολιορκία και τις σφαγές, πουλήθηκαν ως δούλοι ή μεταφέρθηκαν στην Ασία.

Το οθωμανικό κράτος και οι υπερασπιστές του
Οι υπερασπιστές του οθωμανικού κράτους καταρχήν απορρίπτουν ως αντιεπιστημονική και ξεπερασμένη την άποψη πως οι Οθωμανοί δεν υπήρξαν παρά «αιμοσταγείς κατακτητές». 

Αν και είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς κατακτητές που υπήρξαν «ευγενείς» και «διακριτικοί» – αφού ακόμη και η αποικιοκρατία, που προβλήθηκε ως επιχείρηση «εκπολιτισμού», αποτέλεσε μάλλον μια αρνητική εμπειρία για τους λαούς του Τρίτου Κόσμου , η χρήση παρόμοιων επιθέτων δεν έχει νόημα. 

Άλλωστε, ο επεκτατικός και κατακτητικός χαρακτήρας των Οθωμανών είναι αδιαμφισβήτητος. Η επιθετικότητα αυτή ήταν, φυσικά, χαρακτηριστικό και των Βενετών και άλλων κρατών της ίδιας περιόδου. 

Η διαφορά είναι ότι οι μεν Βενετοί, ως έμποροι αποικιοκράτες, εκμεταλλεύτηκαν περισσότερο την οικονομική αδυναμία και τις εσωτερικές αντιθέσεις του βυζαντινού κράτους. 

Οι δε Τούρκοι, ως νομάδες κτηνοτρόφοι, επικράτησαν αποκλειστικά με το σπαθί και αργότερα με το ισχυρό πυροβολικό τους. Οπωσδήποτε όμως η πρώτη Άλωση από τους Δυτικούς ετοίμασε το έδαφος για τη δεύτερη και οριστική Άλωση από τους Τούρκους.

Συμπεράσματα
Στο παρόν άρθρο επιχειρήσαμε κατά πρώτο λόγο μια συνοπτική περιγραφή της εμφάνισης των Οθωμανών Τούρκων στο ιστορικό προσκήνιο και της κατάκτησης της Βαλκανικής, και κατά δεύτερον την παρουσίαση ορισμένων πλευρών των πρώτων αιώνων της Τουρκοκρατίας στα Βαλκάνια, επανεκτιμώντας κριτικά ορισμένα συμπεράσματα και αξιολογικές κρίσεις μιας ορισμένης βιβλιογραφίας. 

Το συμπέρασμά μας είναι πως η προσπάθεια κάποιων ιστορικών να «απαλλάξουν» την Οθωμανική Αυτοκρατορία από την κατηγορία της υποδούλωσης και καταδίκης στο «σκοτάδι της σκλαβιάς» των βαλκανικών λαών, για τέσσερις και πέντε αιώνες, αφενός στερείται επαρκούς τεκμηρίωσης, και αφετέρου κινείται εν τέλει εκτός των ενδιαφερόντων της Ιστορίας. 

Της οποίας ο ρόλος θα πρέπει να κινείται αυστηρά στο πλαίσιο της αναζήτησης, καταγραφής και ερμηνείας του παρελθόντος, και όχι σ’ αυτό της καταδίκης ή της αθώωσης συλλογικών θεσμών και ατομικών επιλογών.


Δημοσίευση σχολίου