22 Ιουλίου, 2017

† ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΑΡΙΑΣ ΤΗΣ ΜΑΓΔΑΛΗΝΗΣ ΤΗΣ ΜΥΡΟΦΟΡΟΥ ΚΑΙ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΥ

 

Η αγία ένδοξος και πανεύφημος Μαρία η Μα­γδαληνή υπήρξε η πιστή και αφοσιωμένη Μαθήτρια του Υιού και Λόγου του Θεού, η ακόλουθος της Υπεραγίας Θεοτόκου, η Διακόνισσα του Κυρίου και των Αποστόλων, η εκλεκτή Μυροφόρος, η Ευαγγελίστρια της Αναστάσεως, η Ισαπόστολος και κήρυκας της πί­στεως. 

Σ' αυτήν δόθηκε η χάρις να δη πρώτη μετά την Ανάσταση, μαζί με την Θεοτόκο, τον Αναστάντα Ιη­σού. Αυτή ευαγγελίσθηκε στους Αποστόλους την Α­νάσταση του Κυρίου. Μέσα στα ιερά Ευαγγέλια δοξά­ζεται από τους αγίους τέσσερις Ευαγγελιστές, ως πρώ­τη μετά την Θεοτόκον, 

Μαθήτρια και Μυροφόρος. Πατέρες της Εκκλησίας μας την χαρακτηρίζουν σε­μνή και σοφή παρθένον με ψυχική ωραιότητα. Η α­γία Μαρία η Μαγδαληνή είναι «ωραίο και ευγενικό παράδειγμα γυναικείας αφοσιώσεως, που φθάνει στην αυταπάρνηση και τον ηρωισμό. 

Γιατί ας μην έχει η γυναίκα την μυϊκή δύναμη του ανδρός, έχει όμως πλούτο αισθημάτων. Και είναι αλήθεια πως τους ήρω­ες δεν τους κάνει η σωματική ρώμη, αλλά η πίστη και η ευψυχία. "Ηρίστευσαν γυναίκες τω σω Σταυρώ κρατυνθείσαι, Χριστέ παντοδύναμε" ψάλλει η Εκκλη­σία μας».

Η καταγωγή της
Πατρίδα της ήταν η πόλη Μάγδαλα, γι' αυτό ο­νομάσθηκε Μαγδαληνή, εκ του τόπου καταγωγής της. Τα Μάγδαλα, κατά πάσα πιθανότητα, ευρίσκοντο στην Γαλιλαία, επί της δυτικής όχθης της λίμνης Τιβεριάδος. Καταγόταν από πλούσια και επιφανή οικο­γένεια. 

Οι γονείς της, ο Σύρος και η Ευχαριστία, ήταν εξαιρετικά ελεήμονες και φιλεύσπλαχνοι. Ζούσαν με φόβο Θεού, τηρούσαν τις εντολές του παλαιού Νόμου (Μωσαϊκού), γιατί αυτός ο Νόμος επικρατούσε τότε, αν και πλησίαζε το τέλος του. Γεννούν, λοιπόν, οι μα­κάριοι αυτοί γονείς την μακαρία Μαρία. 

Όταν άρχι­σε αυτή να μεγαλώνη, δεν θέλησε να ασχοληθή με τα συνηθισμένα έργα των γυναικών της εποχής, δηλ. να υφαίνη και να γνέθη και να φτιάχνη λαμπρά υφάσμα­τα, αλλά διάλεξε να επιδοθή στις σπουδές και πήγε κοντά σε διδάσκαλο να μάθη γράμματα, κατά τον βιο­γράφο της Νικηφόρο Κάλλιστο Ξανθόπουλο. 

Έτσι μελέτησε όλη την Παλαιά Διαθήκη και ιδιαιτέρως α­γάπησε το Ψαλτήριον και τις Προφητείες. Εντρυφώντας στα βιβλία αυτά, ανίχνευε τις προρρήσεις των Προφητών για την έλευση του Χριστού και Μεσσίου. 

Μετά τον θάνατο των γονέων της, ενώ είχε πλέον κά­θε ελευθερία και εξουσία να περάση την ζωή της μέ­σα στη ραθυμία, την άνεση και την πολυτέλεια, συνέ­χισε να ζη με μελέτη και προσευχή. Την τρυφή και κάθε είδος αναπαύσεως απέφευγε, την καλοπέραση και τις ηδονές απέρριπτε. 

Μοίραζε τα πλούτη της και τα υπάρχοντά της σε όποιους είχαν ανάγκη. Με την ε­λεήμονα καρδιά της και την γενναιόδωρη μεγαλοψυ­χία της, άδειαζε τα επίγεια ταμεία της και συγκέντρω­νε στα ουράνια θησαυρούς άφθαρτους και αιώνιους. 

Διάλεξε να ακολουθήση τον δρόμο της αγνείας και παρθενίας. Για να διαφύλαξη την καθαρότητα σώμα­τος και ψυχής, απέφευγε τις πολλές συναναστροφές και κοσμικές εκδηλώσεις. 

Αυτήν την υψηλή, ενάρετη και ένθεη πολιτεία της βλέποντας ο εχθρός του ανθρωπίνου γένους, μισόκαλος Διάβολος, εφθόνησε και εφοβήθη. 

Ορμά εναντίον της με όλη του την δύναμη. Την πολιορκεί με τα σκοτεινά και πονηρά μηχανεύματα και τεχνάσματά του και στέλνει επτά πονηρά πνεύματα που την κυριεύουν.

Περί των επτά δαιμονίων
Από τα επτά πονηρά πνεύματα ο Κύριος την εθεράπευσε και την ελύτρωσε. Διότι η μακαρία πλησίασε τον Δεσπότη και Σωτήρα Ιησού Χριστό με θερμή καρδιά και πίστη και έλαβε από τον Ιατρό των ψυ­χών και των σωμάτων την ίαση και θεραπεία.

Διαβάζομε στο κατά Λουκάν άγιο Ευαγγέλιο (Λουκ. η', 1-3) «Κατά τον χρόνο που ακολούθησε, περνούσε ο Κύριος κάθε πόλη και χωριό, και εκήρυττε και εδίδασκε το χαρμόσυνο άγγελμα της βασιλείας του Θεού. 

Μαζί με αυτόν ήταν και οι δώδεκα μαθητές και μερικές γυναίκες, οι οποίες είχαν θεραπευθή από Αυτόν από νόσους και βασανιστικές παθήσεις και από πνεύματα πονηρά και από ασθένειες. 

Η Μαρία, η οποία ελέγετο Μαγδαληνή, και από την οποία είχαν εκδιωχθή επτά δαιμόνια και η Ιωάννα, σύζυγος του Χουζά, ο οποίος ήτο οικονομικός διαχειριστής του Ηρώδη και η Σουσάννα και άλλες πολλές, οι οποίες υπηρετούσαν Αυτόν και προσέφεραν για την συντή­ρηση Αυτού και των Αποστόλων από τα υπάρχοντά τους».

Η άγια Μαρία η Μαγδαληνή ήταν άρρωστη αλλά όχι αμαρτωλή!
Στον Βίο της αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής (του οποίου η αρχή είναι: «Εγώ τους εμέ φιλούντας αγαπώ» διατυπώνονται τα εξής περί των επτά δαιμο­νίων: «Όταν ακούς για τα επτά δαιμόνια να σκέπτε­σαι τα πνεύματα που είναι τα αντίθετα των επτά αρε­τών. 

Δηλαδή πνεύμα αφοβίας Θεού, πνεύμα ασυνεσίας, πνεύμα αγνωσίας, πνεύμα ψεύδους, πνεύμα κενο­δοξίας, πνεύμα επάρσεως, πνεύμα κάλλους. Και όλα αυτά είναι αντίθετα και αντίπαλα όλων των αρετών. Γιατί κάθε αμαρτία έχει τον δαίμονά της δηλ. το πνεύ­μα που την ενεργεί».

Ο Θεοφάνης Κεραμεύς γράφει: «Αλλά να μην νομίση κανείς ότι η Μαρία είχε επτά δαίμονες. Αλλά ό­πως ακριβώς τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος ο­νομάζονται συνωνύμως επτά πνεύματα, καθώς ο μέγας Ησαΐας τα αρίθμησε: "Πνεύμα σοφίας και συνέσεως, πνεύμα βουλής, πνεύμα ισχύος και γνώσεως και ευσέ­βειας και φόβου Θεού".

 Έτσι αντιθέτως και οι ενέργειες των δαιμόνων λέγονται δαίμονες. η ακηδία, η φειδωλία, η απείθεια, ο φθόνος, το ψευδός, η απλη­στία και κάθε πάθος είναι συνώνυμον του δαίμονος που το εγέννησε. 

Όποιος, λοιπόν, είναι κυριευμένος από αυτά τα πάθη, κατέχεται από δαίμονες. Δεν ήταν λοιπόν καθόλου απίθανον και αδύνατον και η Μαρία η Μαγδαληνή να υποδουλώθηκε σε κάποια επτά πά­θη, από τα οποία λυτρώθηκε και ύστερα έγινε μαθή­τρια του Σωτήρος».

Και στον άγιο Μόδεστο, Πατριάρχη Ιεροσολύ­μων (α' ήμισυ ζ' αιώνος) διαβάζομε: «Τον συμβολικό αριθμό επτά και όταν πρόκειται περί της αρετής και όταν πρόκειται περί της κακίας, βλέπομε να χρησιμοποιή η Αγία Γραφή. 

Ευλόγως, λοιπόν, διαλέγει ο Σω­τήρας την Μαρία την Μαγδαληνή, από την οποία εξέβαλε επτά δαιμόνια, για να εκδίωξη μέσω αυτής, τον άρχοντα της κακίας (διάβολο) από την ανθρώπινη φύση. Διότι οι ιστορίες διδάσκουν την Μαγδαληνή αυτήν δια βίου παρθένον. 

Και αναφέρεται μαρτύριον της Μαρίας Μαγδαληνής, όπου γράφεται ότι για την άκραν παρθενίαν και καθαρότητά της, φαινόταν στους βασανιστές της, σαν καθαρό κρύσταλλο».Την ίδια άποψη διατυπώνει περί των επτά δαιμο­νίων και ο Θεοφύλακτος Βουλγαρίας στην Ερμηνεία του στο Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο: 

«Καθώς είναι επτά πνεύματα της αρετής έτσι είναι και εξ εναντίας επτά πνεύματα της κακίας. Ωσάν πως είναι Πνεύμα φόβου Θεού, έτσι είναι και εξ εναντίας Πνεύμα αφοβίας Θε­ού. είναι Πνεύμα συνέσεως, είναι και εναντίον Πνεύ­μα ασυνεσίας, και καθεξής τα λοιπά. 

Εάν το λοιπόν δεν εβγούν τα επτά ταύτα πνεύματα της κακίας από την ψυχήν, δεν δύναται τινάς ν' ακολουθή τον Χριστόν. Διότι πρώτον πρέπει να εβγάλη κανείς τον Σατανάν από λόγου του, και τότε να κατοικήση ο Χρι­στός.Αυτά γράφουν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας και αυτήν την ερμηνεία δίνουν όσον αφορά τα επτά δαι­μόνια.

Είναι κατασυκοφάντηση και βλάσφημος λόγος ε­ναντίον της αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής η ταύτι­σή της με την αμαρτωλή γυναίκα του Ευαγγελίου, η οποία στο σπίτι του Φαρισαίου άλειψε τα πόδια του Ι­ησού με μύρα. 

Έχει γίνει δυστυχώς μεγάλη παρερμη­νεία των περικοπών του ιερού Ευαγγελίου από (ορι­σμένους συγγραφείς ακόμη και εκκλησιαστικούς διό­τι εταύτισαν την αγία Μαρία την Μαγδαληνή με την αμαρτωλή γυναίκα. 

Η οποία έπλυνε τα πόδια του Κυ­ρίου με τα δάκρυά της και τα άλειψε με μύρο, δείχνο­ντας την συντριβή της, τον σπαραγμό της καρδιάς της, και την μετάνοιά της για τις αμαρτίες της (Βλ. Λουκ. ζ' 36-50). 

Γι' αυτήν μιλά ο ιερός Λουκάς ανώνυ­μα: «Και γυνή ήτις ην αμαρτωλός εν τη πόλει». Στο α­μέσως επόμενο κεφάλαιο (Λουκ. η', 1-3), ομιλεί για την αγία Μαρία την Μαγδαληνή και αναφέρεται στην θεραπεία της από τον Ιησού. 

Αν η Μαρία η Μαγδα­ληνή ήταν η αμαρτωλός γυνή, ο άγιος Ευαγγελιστής δεν θα απέκρυπτε το όνομά της, ενώ αμέσως παρακάτω μιλάει συγκεκριμένα και ονομαστικά γι' αυτήν και για την θεραπεία της από τα επτά δαιμόνια.  Το όνομα της αμαρτωλής και πόρνης γυναικός δεν αναγράφεται πουθενά μέσα στα ιερά Ευαγγέλια.  

Η αγία Μαρία η Μαγδαληνή όμως αναφέρεται συγκεκριμένα και ονο­μαστικά μετά την θεραπεία της, ως μαθήτρια και ακό­λουθος του Κυρίου και της Θεοτόκου Μητρός Του, ως Διακόνισσα των Αποστόλων και ως πρώτη των Μυροφόρων.

Στην Ορθόδοξη Υμνολογία μας της Μεγάλης Ε­βδομάδος, γίνεται πολύ καθαρά η διάκριση μεταξύ των γυναικείων αυτών προσώπων. Της πόρνης γυναι­κός που άλειψε μύρα τον Κύριο.

Της οποίας «μνείαν ποιείσθαι οι θειότατοι Πατέρες εθέσπισαν» τη Αγία και Μεγάλη Τετάρτη. Και της αγίας Μαρίας της Μα­γδαληνής ως Μυροφόρου και Ευαγγελιστρίας της Αναστάσεως του Σωτήρος. 

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσό­στομος ερμηνεύοντας τα άγια Ευαγγέλια, ερευνά και διευκρινίζει ποιες και πόσες ήταν οι γυναίκες που ά­λειψαν με μύρα την κεφαλήν και τα πόδια του Κυρίου και ουδεμίαν σχέσιν έχουν με την αγία Μαρία την Μαγδαληνή. 

Ο άγιος Ιωάν. ο Χρυσόστομος έχει γράψει και Λόγους με θέμα την πόρνη γυναίκα που μετενόησε και η οποία είναι ένα πρόσωπο άγνωστο και ανώνυμο.

Πώς δημιουργήθηκε αυτή η πλάνη και αυτή η σύγχυση γύρω από το ιερό πρόσωπο της Αγίας Μα­ρίας της Μαγδαληνής; Η σύγχυση αυτή προήλθε από την Δύση και είναι αυτή άλλη μία παπική πλάνη.

«Συγχέεται συνήθως, μάλιστα δε εις την Δύσιν, και κακώς ταυτίζεται η Μαγδαληνή μετά της αμαρτω­λού γυναικός, η οποία στην οικία του Φαρισαίου Σίμωνος άλειψε τα πόδια του Ιησού με μύρα».

 Μαθήτρια του Κυρίου Ακόλουθος τής Θεοτόκου
Ο φιλάγαθος λοιπόν και φιλεύσπλαγχνος Κύ­ριος την εθεράπευσε δια της χάριτός Του και την ε­λευθέρωσε από τα επτά δαιμόνια. Και αυτή συναισθα­νόμενη την μεγάλη ευεργεσία, γεμάτη ευγνωμοσύνη για τα αγαθά που αξιώθηκε.

Άφησε τα πάντα και άρχι­σε να ακολουθή τον Σωτήρα και Διδάσκαλο, όπως έ­καναν οι Μαθητές και Απόστολοι. Απεκδύθηκε κάθε κακία και ενδύθηκε κάθε αρετή και αγαθότητα η μα­καρία Μαρία. Για τα επίγεια και για τους συγγενείς καθόλου πλέον δεν ενοιάζετο. 

Για τα αγαθά του κό­σμου, πλούτη, δόξα, ωραιότητα, καθόλου δεν εφρόντιζε. Έβλεπε τους χωλούς να θεραπεύονται, τους τυ­φλούς να αναβλέπουν, τα δαιμόνια να εκδιώκονται, να επιτιμώνται και να διασκορπίζονται από τον Δεσπότη Χριστό, τους παραλύτους να περπατούν. 

Από όλα αυ­τά και από τις μαρτυρίες των Γραφών καταλάβαινε ό­τι Αυτός είναι ο αναμενόμενος ελευθερωτής του Ισ­ραήλ. Αναγνώριζε ότι και άλλοι βέβαια, συνέβη να κατορθώσουν θαύματα, αλλά όχι με τέτοια εξουσία, με τέτοια δύναμη. Εκείνοι τα κατώρθωναν με προσευ­χή και σαν δούλοι. 

Σ' Αυτόν, όμως, το «Σοι λέγω» και το «Θέλω. καθαρίσθητι» ελέγοντο με μεγάλη εξουσία και κυριότητα. Τώρα περπατά επάνω στη θάλασσα ε­λαφρά, δίχως διόλου να βρέχεται. Ύστερα, με την δύ­ναμή Του, καταπαύει τον άνεμο. Ανασταίνει νεκρούς, σαν να είναι ο θάνατος ένας ύπνος. 

Αυτά όλα, που με τέτοια εξουσία διαπράττει, είναι γνώρισμα της θεϊκής Του δεσποτείας και δυνάμεως. Έτσι η μακαρία κατε­νόησε πλήρως και επίστεψε ότι Αυτός είναι αληθώς ο Υιός του Θεού. 

Και τον ακολουθούσε πιστά και αφο­σιωμένα, υπηρετώντας Αυτόν και τους μαθητές Του και όσους Τον ακολουθούσαν. Τα πλούτη της, την πε­ριουσία της, όλα τα διέθεσε στην διακονία των Μαθη­τών και του Κυρίου. 

Αλλά και με την Μητέρα Του, Θεοτόκο Παρθένο Μαριάμ, συνδέθηκε με σύνδεσμο φιλίας και αγάπης και με τους συγγενείς της. 

Και με όλους αυτούς που ακολουθούσαν τον Χριστό, όλη την συνοδεία των Μαθητών και Μαθητριών. Μάλιστα, ξε­χώρισε μέσα στην συνοδεία των Μαθητριών ως πρώ­τη μετά την Θεοτόκο, όπως ο Πέτρος ξεχώριζε ως πρώτος και επί κεφαλής των Αποστόλων.

«Όπως ακριβώς, λέγουν, ο αρχηγός των Αποστό­λων ονομάσθηκε Πέτρος για την ασάλευτη πίστη που είχε στον Χριστό, την Πέτρα, έτσι και αυτή έγινε αρ­χηγός των Μαθητριών για την καθαρότητά της και τον πόθο που είχε προς Αυτόν.

Και Μαρία ονομάσθηκε από τον Σωτήρα, ομωνύμως προς την Μητέρα Του. Και όπως τον Δεσπότη ακολουθούσε ο χορός των Μαθητών, έτσι την Δέσποινα και Μητέρα του Κυ­ρίου, ακολουθούσε ο χορός των μαθητευομένων γυ­ναικών. 

Διότι στο Ευαγγέλιο γράφει "εθαύμαζον γαρ, ποτέ οι Μαθηταί ότι μετά γυναικός ελάλει".Δηλ. α­πορούσαν και εθαύμαζαν οι Μαθητές γιατί είδαν τον Κύριο να συνομιλή με γυναίκα. Διότι ο Κύριος δεν συνήθιζε να συνομιλή με γυναίκες. 

Αλλά τον ευαγγε­λικό δρόμο της Μητρός του Δεσπότου, Υπεραγίας Θεοτόκου, που διέτρεχε με τον Υιό και Δημιουργό Της, και αυτές ακολουθούσαν μαζί της. Και διακονού­σαν τον κοινόν Δεσπότην και Κύριον και τους Μαθη­τές Του από τα υπάρχοντά τους, σε ό,τι εχρειάζοντο» γράφει ο άγιος Μόδεστος, αρχιεπίσκοπος Ιεροσολύμων.

Στο άχραντον πάθος
Σταυρώ καθηλούμενον Χριστόν, καθορώσα έκλαιες Μαγδαληνή και εκραύγαζες. Τί το ορώμενον; η ζωή πώς θνήσκεις, και η κτίσις βλέπουσα κλονείται και φωστήρες σκοτίζονται;

Μέχρι το άχραντον Πάθος του Κυρίου ακολου­θεί ως πιστή Μαθήτρια και διάκονος. Την νύκτα της προδοσίας, όταν ο μαθητής προδίδει τον Διδάσκαλο και τον παραδίδει στα χέρια των αχάριστων και ασε­βών Ιουδαίων, μαζί με την Θεοτόκο Μαρία σπαράζουν από πόνο και αγωνία. 

Να πώς παρουσιάζουν πο­λύ παραστατικά οι άγιοι Ευαγγελιστές Ματθαίος, Μάρκος και Ιωάννης την παρουσία της αγίας Μα­ρίας Μαγδαληνής στην Σταύρωση του Κυρίου:

«Ήσαν δε εκεί και πολλές γυναίκες, οι οποίιες από μακρυά παρακολουθούσαν τα γεγονότα. Αυτές ακολού­θησαν τον Ιησούν από την Γαλιλαία και Τον υπηρε­τούσαν. Μεταξύ αυτών ήταν η Μαρία η Μαγδαληνή, η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου και του Ιωσή, και η μητέρα των υιών του Ζεβεδαίου» (Ματθ. κζ' 55-56).

«Ήσαν δε και μερικές γυναίκες, που από μακρυά παρακολουθούσαν τα γεγονότα, μεταξύ των οποίων ήτο και η Μαρία η Μαγδαληνή, και η Μαρία του Ια­κώβου του μικρού και του Ιωσή, και η Σαλώμη. 

Αυ­τές και όταν ευρίσκετο ο Ιησούς εις την Γαλιλαία Τον ακολουθούσαν και Τον υπηρετούσαν. Ήσαν ακό­μη και πολλές άλλες, οι οποίες είχαν ανεβή μαζί με Αυτόν από την Γαλιλαία εις τα Ιεροσόλυμα» (Μάρκ. ιε', 40-41).

«Οι στρατιώτες αυτά έκαναν. Στάθηκαν δε πλη­σίον εις τον Σταυρόν του Ιησού η μητέρα Του και η αδελφή της μητέρας Του, Μαρία του Κλωπά, και η Μαρία η Μαγδαληνή» (Ιω. ιθ', 25).

Από απόσταση στην αρχή παρακολουθούν δακρυ­σμένες, με πόνο και σπαραγμό ψυχής οι Μαθήτριες με την Θεοτόκο την πορεία του Κυρίου προς τον Γολ­γοθά και την ανάρτησή Του επί του Σταύρου. 

Μαζί τους, η αγία Μαρία η Μαγδαληνή πονεμένη αλλά ά­φοβη, παρακολουθεί το δράμα του Διδασκάλου. Συ­μπαραστέκεται στην θλιμμένη Μητέρα Του και προ­σπαθεί να την παρηγόρηση. 

Δίπλα στον Σταυρό, μαζί με την Θεοτόκο και τον αγαπημένο μαθητή του Κυ­ρίου, Ιωάννη, ζει το αποκορύφωμα του θείου Δράμα­τος. Αξίζει να παραθέσουμε εδώ τον θρήνο της Μα­ρίας της Μαγδαληνής, καθώς βλέπει τον Κύριο της δόξης επί του Σταυρού κρεμάμενο:

«Τί είναι τούτο, Δέσποτα και Θεέ; Τόσο άπειρον το πέλαγος της ευσπλαγχνίας Σου; Με αυτά σε αντα­μείβουν εκείνοι που γεύθηκαν και απήλαυσαν όλα τα καλά των ευεργεσιών Σου; 

Σε έντυσαν με χιτώνα χλευαστικό αυτοί που Συ τους έντυσες με φόρεμα α­φθαρσίας και σαν αετός άνοιξες τις φτερούγες Σου και τους έβαλες επάνω στα μετάφρενά σου; 

Επάνω στην αγία κεφαλήν Σου, στεφάνι υβριστικό σου φόρε­σαν, αυτοί που με δόξα και τιμή τους εστεφάνωσες; Ε­σύ που τους ελευθέρωσες από την σκλαβιά και την δουλεία της Αιγύπτου, καταδέχεσαι να λάβης ράπι­σμα απ' αυτούς; 

Με καλάμι χτυπούν την ακήρατη κε­φαλή Σου, εκείνοι που προς χάριν τους χώριζες την θάλασσα στα δυο, κτυπώντας την με ράβδο; Χολή με όξος σε ποτίζουν αυτοί που τους έστειλες εξ ουρανού το μάννα σαν βροχή και από την πέτρα ανέβλυσες σαν ποτάμι το νερό, με ένα χτύπημα ραβδιού; 

Αυτούς που τους αξίωσες να περάσουν την Έρημο και να σω­θούν, αυτοί σου προξενούν τους πόνους των καρφιών; Πες μας κάποιον λόγο παρήγορο, σ' εμάς που στεκό­μαστε εδώ και σ' αντικρύζουμε με τόσο πόνο! 

Παρη­γόρησε με λόγους τελευταίους, προ του θανάτου Σου, την Μητέρα Σου που εδώ κοντά Σου στέκεται. Τί με­γάλη παρηγοριά θα είναι για την Μητέρα Σου, τα λό­για αυτά προ του θανάτου. Μάλιστα, όταν αυτά τα λόγια λέγονται από έναν Μοναδικόν και αλησμόνητον Υιόν.

Σε ποιον την εμπιστεύεσαι αναχωρώντας από την ζωή; Γιατί, μπορεί να σε γέννησε δίχως πόνους, αλλά τώρα ρομφαία τρυπά και πληγώνει την καρδιά της, καθώς Σε βλέπει σ' αυτήν την αθλιότητα. Πες λό­γο παρήγορο και στον Μαθητή, ο οποίος θα γίνη πα­ρηγοριά της Μητρός Σου».

Εκεί, ακούει τον Κύριο να αρθρώνη τις τελευ­ταίες Του λέξεις. Να απευθύνη τον τελευταίο Του λό­γο στην Μητέρα Του, λέγοντας: «Μήτηρ, ιδού ο Υιός Σου» και στον αγαπημένο μαθητή Ιωάννη: «Ιωάννη, ιδού η μήτηρ σου» (Ιω. ι', 26-27).

Και η Μαγδαληνή ξεσπά σε θρήνο που συνοδεύει τον θρήνο της Πανα­γίας Μητέρας, που σπαράζει και οδύρεται, ακούγο­ντας τον αγαπημένο Της Υιό, να αφήνη την τελευταία του λέξη «Τετέλεσται» μαζί με την τελευταία ανθρώ­πινη πνοή Του επάνω στον Σταυρό.

Μυροφόρος: Έρρανε τον Τάφον η πρώτη 
Μυροφόρος Μαγδαληνή Μαρία.
Κάτω από τον Σταυρό, στέκεται η θαυμαστή Μα­ρία και περιμένει ακλόνητη. Στέκεται στον Γολγοθά και περιμένει με δέος. 

Βλέπει με προσοχή τι γίνεται. Δύο κρυφοί μαθητές του Κυρίου εμφανίζονται, ο βου­λευτής Ιωσήφ και ο Νικόδημος. Έχουν πάρει άδεια από τον Πιλάτο να θάψουν το Σώμα του Διδασκάλου. 

Αποκαθηλώνουν το Πανάγιο Σώμα από τον Σταυρό, το τυλίγουν με ευλάβεια και σεβασμό στο λευκό σενδόνι. Το αλείφουν με σμύρνα και αλόη. Το ενταφιά­ζουν μέσα στο λαξευμένο καινούργιο μνήμα, σ' ένα κήπο δίπλα στον Γολγοθά. Και οι Μαθήτριες του Κυ­ρίου «εθεώρουν που τίθεται».

«Και ήδη οψίας γενομένης, επεί ην Παρασκευή, ο έστι προσάββατον, ελθών Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, ευσχήμων βουλευτής, ος και αυτός ην προσδεχόμενος την βασιλείαν του Θεού, τολμήσας εισήλθε προς Πιλάτον και ητήσατο το σώμα του Ιησού... 

Και αγοράσας σινδόνα και καθελών αυτόν ενείλησε τη σινδόνι και κατέθηκεν αυτόν εν μνημείω, ο ην λελατομημένον εκ πέτρας, και προσεκύλισε λίθον επί την θύραν του μνημείου. Η Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία Ιωσή εθεώρουν που τίθεται» (Μάρκ. ιε'42-47).

«Και λαβών το σώμα ο Ιωσήφ ενετύλιξεν αυτό σινδόνι καθαρά και έθηκεν αυτό εν τω καινώ αυτού μνημείω ο ελατόμησεν εν τη πέτρα και προσκυλίσας λίθον μέγαν τη θύρα του μνημείου απήλθεν. Ην δε ε­κεί Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία, καθήμε­νοι απέναντι του τάφου» (Ματθ. κζ' 59-61).

Οι δύο Μαθητές, Νικόδημος και Ιωσήφ ενταφία­σαν το άγιο Σώμα του Κυρίου, αφού το άλειψαν μόνον με σμύρνα και αλόη. Αρώματα δεν επρόφθασαν να βά­λουν, γιατί επλησίαζε ήδη η νύκτα.

 Μετά τον ενταφια­σμό αποχωρούν. Οι Μαθήτριες όμως δεν φεύγουν από τον Τάφο. Δεν μπορούν να αποχωριστούν τον λατρευτό τους Διδάσκαλο και Σωτήρα, ακόμη και τώρα που Εκεί­νος είναι νεκρός. Τώρα πιο πολύ επιθυμούν να εκφρά­σουν την αγάπη τους. Τα δάκρυα κυλούν ασταμάτητα. 

Θρήνοι, αναφιλητά, ανακατεμένα με προσευχές, με ψιθύρους, με αναστεναγμούς. Σιγά-σιγά αρχίζει να πέφτη η νύχτα και το σκοτάδι να απλώνεται μέσα στον κήπο. Οι Μαθήτριες πρέπει να φύγουν. Όχι όμως για να κρυ­φθούν. Οι Απόστολοι κρύφθηκαν «δια τον φόβον των Ιουδαίων». 

Αυτές θα επιστρέψουν στον Τάφο, Μυρο­φόρες, φέρνοντας μύρα και αρώματα ακριβά και πολύ­τιμα, για να «μυρίσουν» το άχραντο Σώμα δηλ. να το α­λείψουν με αρώματα και μύρα. Να προσφέρουν στο Πανάγιο Σώμα Του τις νεκρικές τιμές, το λατρευτικό τους τελευταίο ιερό καθήκον στον Διδάσκαλο.

'Ετσι η Μαρία η Μαγδαληνή με τις άλλες γυναί­κες επιστρέφουν στα Ιεροσόλυμα και αγοράζουν αμέ­σως τα μύρα από την Παρασκευή το βράδυ, διότι το Σάββατο υπήρχε αργία, σύμφωνα με τον Νόμο. 

Το ε­σπέρας του Σαββάτου, όταν η αργία θα λήξη, θα αγο­ράσουν κι άλλα αρώματα16. «Κατακολουθήσασαι δε αι γυναίκες, αίτινες ήσαν συνεληλυθυίαι αυτώ εκ της Γαλιλαίας, εθεάσαντο το μνημείον και ως ετέθη το σώμα αυτού. Υποστρέψασαι δε ητοίμασαν αρώματα και μύρα. 

Και το μεν Σάββατον ησύχασαν κατά την ε­ντολήν» (Λουκ. κγ', 55-56). Περιμένουν να περάση η ημέρα του Σαββάτου. Ησυχάζουν την ημέρα της αρ­γίας που επιβάλλει ο Νόμος. 

Με υπομονή, με σύνεση, με ωριμότητα, καρτερικές και συγκρατημένες. Κι ας συγκλονίζονται οι ψυχές τους από τα πιο δυνατά και ιερά συναισθήματα. Και η θαυμαστή Μαρία η Μα­γδαληνή, με θάρρος, με αυταπάρνηση, άφοβη, το βρά­δυ του Σαββάτου, ενώ ξημερώνει η Κυριακή, ξεκινά για τον Τάφο του Ιησού μαζί με τις άλλες Μυροφό­ρες γυναίκες. 

«Τη δε μια των σαββάτων όρθρου βαθέος ήλθον γυναίκες επί το μνήμα φέρουσαι α ητοίμασαν α­ρώματα, και τίνες συν αυταίς» (Λουκ. κδ', 1). Βρίσκο­νται οι άγιες και ηρωικές αυτές γυναίκες σ' ένα ξένο τόπο. 

Διατρέχουν τόσους κινδύνους. Τίποτε, όμως, δεν τις σταματά στον δρόμο τους. Δεν υπολογίζουν θυσίες, δεν υπολογίζουν την ζωή τους. «Το ασθενέστερον γένος ανδρειότερον εφάνη τότε», γράφει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.«Μάθε εξ ημών, πόση είναι η προθυμία της γυναι­κείας φύσεως εις τα καλά έργα και πόση η των αν­δρών. 

Των γυναικών την καλήν βουλήν ( = απόφαση) δεν ηδυνήθη να την εμποδίση ούτε η ασθένεια της γυ­ναικείας φύσεως, ούτε η δυσφημία η οποία ακολουθεί εις όσας περιπατούσι την νύκτα, ούτε ο κοινός φόβος, όστις εκράτει (=κυρίευσε) τότε όλους τους φίλους του Χριστού, ούτε η έχθρα της συναγωγής, 

Ούτε η μέ­θη των στρατιωτών, ούτε το αξίωμα του Πιλάτου, ού­τε η βαρεία βουλή των αρχιερέων, ούτε ο επικείμενος μέγας λίθος εις το μνήμα. Πάντα τα δύσκολα έδειξεν η προθυμία των γυναικών εύκολα. Τους κινδύνους εθεώρησεν κέρδος, τας ζημίας αμοιβήν. Όλην την μεγάλην προθυμίαν των ανδρών έσβεσε μία μικρά απει­λή παιδίσκης»17.

Ηρωική η αγία Μαρία η Μαγδαληνή, πρωτοπό­ρος της πίστεως. Ατρόμητη, αποφασιστική σαν μάρτυρας, δοσμένη ολόψυχα στον ιερό σκοπό της. «Αρ­γά την νύκτα της εβδομάδος, ήλθεν η Μαρία η Μα­γδαληνή και η άλλη Μαρία για να ιδούν τον τάφον» (Ματθ. κη', 1). Η αγία Μαρία η Μαγδαληνή έχει μία ξεχωριστή θέση μέσα στον όμιλο των Μυροφόρων και Μαθητριών. 

Βλέπομε ότι και οι τέσσερις Ευαγγε­λιστές αναφέρουν αυτήν πρώτη από όλες τις άλλες Μυροφόρες. «Και αφού πέρασε το Σάββατο, η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου και η Σαλώμη αγόρασαν το βράδυ του Σαββάτου αρώματα για να έλθουν στον Τάφο και να αλείψουν τον Ιησού. 

Και πολύ πρωί της πρώτης ημέρας της εβδομά­δος, έρχονται στο μνημείο, την ώρα που ο ανατέλλων ήλιος άρχιζε να διαλύη το σκοτάδι» (Μάρκ. ιστ', 1-2). Ειδικά ο άγιος Ευαγγελιστής Ιωάννης γράφει μόνον γι' αυτήν στο Ευαγγέλιό του και αυτήν μόνο αναφέ­ρει. Ξεκινάει μόνη της μέσα στη νύχτα. Ανυπομονεί να φτάση πρώτη στον Τάφο. Ήταν περισσότερο θερ­μή στην αγάπη της. 

Η Μαρία «πάνυ γαρ περί τον Διδάσκαλον φιλοστόργως έχουσα...» γράφει ο ιερός Χρυσόστομος. Καθώς φτάνει, βρίσκει τον Τάφο αδειανό, τον λίθο αποκεκυλισμένο. Και τότε σκέφτεται ότι κάποιοι έκλεψαν το Άγιο Σώμα του Ιησού (Ιω. κ', 1).
Δημοσίευση σχολίου