28 Ιουνίου, 2017

ΣΤΟ CRANS MONTANA ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ

 

Στο Κραν Μοντάνα, ένας από τους συνομιλητές θα μας πει πως η ΕΕ, αν την αξιοποιήσουμε σωστά, μπορεί να συμβάλει στο νέο σύστημα ασφάλειας.

Πριν από 23 χρόνια, στις 25 Ιουνίου 1994 στην Κέρκυρα, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (ΕΣ) ενέκρινε την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και έθεσε σε προενταξιακή διαδικασία την Κύπρο. Επρόκειτο για ιστορική απόφαση, η οποία έθεσε τα θεμέλια της ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση δέκα χρόνια αργότερα.

Και τώρα, ενόψει της συμμετοχής της ΕΕ στις επικείμενες διαπραγματεύσεις στο Κραν Μοντάνα, έστω με την ιδιότητα του Παρατηρητή, είναι ξανά επίκαιρη η ανακοίνωση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου εκείνης της ημέρας, που έλεγε ότι:

«...οποιαδήποτε λύση του Κυπριακού θα πρέπει να σέβεται την κυριαρχία, την ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα και την ενότητα της χώρας, σύμφωνα με τα σχετικά ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών και τις συμφωνίες υψηλού επιπέδου».

Για το νήμα που συνδέει εκείνην την «κρίσιμη αφετηριακή απόφαση» της Κέρκυρας, με την επανεκκίνηση στο αλπικό θέρετρο της Ελβετίας της κρίσιμης Διάσκεψης για το Κυπριακό, το ΚΥΠΕ άκουσε από ανθρώπους που συμμετείχαν ενεργά στην τότε διαδικασία ή που διατηρούν έντονο ακαδημαϊκό και πολιτικό ενδιαφέρον για το πρόβλημα της Κύπρου επί χρόνια, ότι ο ευρωπαϊκός παράγων είναι ουσιαστικός, και μπορεί να αποβεί και πολύ καθοριστικός.

Σ’ αυτό το παράλληλο οδοιπορικό από την Κέρκυρα στο Κραν Μοντάνα, ένας από τους συνομιλητές θα μας πει πως η ΕΕ, αν την αξιοποιήσουμε σωστά, μπορεί να συμβάλει στο νέο σύστημα ασφάλειας μιας επανενωμένης Κύπρου.

Η Ελλάδα ανέλαβε για τρίτη φορά την προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης την 1η Ιανουαρίου 1994 και την άσκησε έως τις 30 Ιουνίου του ίδιου χρόνου. Πρωθυπουργός από τις 13 Οκτωβρίου 1993 ήταν και πάλι ο Ανδρέας Παπανδρέου και αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών ο Θεόδωρος Πάγκαλος, που επωμίσθηκε το μεγαλύτερο βάρος για την ευόδωση της ελληνικής προεδρίας, λόγω της κατάστασης της υγείας του Ανδρέα Παπανδρέου.

«Το 1994 ήταν η κατάληξη μιας μακράς πορείας», λέει ο κ. Πάγκαλος, ο οποίος υποστηρίζει πως από τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας, είχε αντιληφθεί ότι δεν υπήρχε πια μέλλον για το Κυπριακό στον ΟΗΕ. 

«Είχαν διαλυθεί οι αδέσμευτοι, έπρεπε να βρούμε άλλους διεθνείς χώρους για να υλοποιούμε το Κυπριακό, και σκέφτηκα την ΕΕ, στην οποία η Ελλάδα ήταν μέλος, και η Τουρκία όχι». Στενός συνεργάτης του από τότε ήταν ο Γιάννος Κρανιδιώτης, με τον οποίο τον συνέδεε αδερφική φιλία.

«Όταν το πρωτοείπα αυτό σαν σκέψη, να φέρουμε δηλαδή το Κυπριακό στην ΕΕ, ο Γιάννος μου είπε ότι οι Κύπριοι, που τους ήξερε καλύτερα από μένα, δεν θα το αποδεχτούν ποτέ, και με προέτρεψε να εγκαταλείψω την ιδέα», σημειώνει ο Πάγκαλος, ο οποίος λέει ότι συνάντησε πράγματι «λυσσαλέα αντίδραση» όταν ανέφερε αυτήν την προοπτική σε ομιλία του στο Βιομηχανικό Επιμελητήριο στη Λευκωσία. 

Θυμάται μάλιστα ότι ο μόνος που είχε αντιληφθεί τότε την στρατηγική σημασία εκείνης της πρότασης, ήταν ο στην αντιπολίτευση εβρισκόμενος, Γλαύκος Κληρίδης. Στη διήμερη Σύνοδο Κορυφής της Ε.Ε (Ευρωπαϊκό Συμβούλιο) στη Κέρκυρα,  που σηματοδότησε την λήξη της ελληνικής προεδρίας, ο κ. Πάγκαλος επισημαίνει ότι η διαδικασία ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν μία από τις σημαντικές προτεραιότητες για την Ελλάδα.

Στις 24 Ιουνίου, η ελληνική πλευρά έδωσε έντονη παρασκηνιακή μάχη με στόχο να υπάρξει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για την έναρξη διαπραγμάτευσης της ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, προσπαθώντας να κάμψει την απροθυμία των εταίρων της να δεσμευτούν για την περαιτέρω διεύρυνση της Κοινότητας.

Στόχος της ελληνικής πλευράς ήταν να περιληφθεί στο τελικό κείμενο της Συνόδου Κορυφής δεσμευτική διατύπωση με την οποία η ΕΕ να δέχεται την έναρξη των διαπραγματεύσεων για την ένταξη της Κύπρου πριν από την Διακυβερνητική Διάσκεψη του 1996.

Η διαπραγμάτευση, κράτησε όλη την ημέρα σε επίπεδο πολιτικών διευθυντών (την ελληνική πλευρά εκπροσώπησε ο πρέσβης Παύλος Αποστολίδης) και δεν μπόρεσε να υπάρξει συμφωνία σε τελικό κείμενο.

Η ελληνική πλευρά, τόνιζαν διπλωματικοί κύκλοι, γνωρίζοντας ότι είναι ίσως η τελευταία της ευκαιρία να θέσει σε τόσο υψηλό επίπεδο το θέμα της Κύπρου «παίζει όλα της τα χαρτιά» σε μια προσπάθεια να αποδεσμεύσει την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση από την επίλυση του Κυπριακού, η οποία «κολλάει» στην αδιαλλαξία της τουρκικής πλευράς.

Ο Παναγιώτης Ιωακειμίδης, Ομότιμος Καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Θεσμών του Πανεπιστημίου Αθηνών, είχε άμεση ανάμιξη στα της υποστήριξης της ενταξιακής διαδικασίας της Κύπρου. Ήταν πρεσβευτής-εμπειρογνώμων στο Υπουργείο Εξωτερικών, και πολύ στενός συνεργάτης εκεί του Γιάννου Κρανιδιώτη.

Χαρακτηρίζει «κρίσιμη αφετηριακή απόφαση» εκείνη της Συνόδου της Κέρκυρας διότι, όπως υπενθυμίζει, 1 χρόνο πριν, το 1993, είχε εκδοθεί η λεγόμενη «Γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής» επί της αίτησης ένταξης που η Κυπριακή Δημοκρατία είχε υποβάλει τον Ιούλιο του 1990. Και η γνώμη της τότε, λέει, ήταν «κομψά αρνητική» για την ένταξη της Κύπρου χωρίς την επίλυση του πολιτικού της προβλήματος.

Κατά συνέπεια, εκείνο που ουσιαστικά έλεγε τότε η Επιτροπή, ήταν ότι θα πρέπει να περιμένουμε να δούμε πως θα πάνε οι διακοινοτικές διαπραγματεύσεις για την επίλυση του Κυπριακού, και θα επανεξετάσουμε την αίτηση τον Ιανουάριο του 1995.

Επομένως, λέει ο Ιωακειμίδης, η απόφαση του ΕΣ της Κέρκυρας το 1994, άνοιξε τον δρόμο που επέτρεψε στην Κύπρο να συμπεριληφθεί  στην διαδικασία των διαπραγματεύσεων.

Εκείνο, συμπληρώνει,  που άλλαξε την γνωμοδότηση περί επανεξέτασης το 1995, ήταν ότι η Ελλάδα, με πρωτοβουλία τότε και του αείμνηστου Γιάννου Κρανιδιώτη, έκανε τις «διασυνδέσεις». Είπε, δηλαδή, ότι εάν δεν συμπεριληφθεί η Κύπρος στην ενταξιακή διαδικασία, τότε εγώ ως Ελλάδα δεν θα επιτρέψω να ξεκινήσει καμία άλλη διαδικασία διαπραγμάτευσης με τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης.

Έτσι, οι Ευρωπαίοι βρέθηκαν μπροστά σε ένα δίλημμα: Ή έπρεπε να αποδεχτούν την Κύπρο, ή δεν θα μπορούσε να ξεκινήσει την διαπραγμάτευση με τις χώρες του πρώην ανατολικού συνασπισμού που ήθελαν να ενταχθούν στην ΕΕ. 

«Ήταν μια δικαίωση και  για τον αείμνηστο Γιάννο Κρανιδιώτη που είχε αγωνιστεί για τη διαμόρφωση αυτής της πολιτικής γραμμής τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Λευκωσία», επιβεβαιώνει και ο Ευάγγελος Βενιζέλος.

Ως υπουργός Τύπου και κυβερνητικός εκπρόσωπος ήταν τότε  στο πλευρό του Ανδρέα Παπανδρέου στη σύνοδο της Κέρκυρας. Ήταν παρών στην πρώτη συνάντηση κορυφής ΕΕ - Κύπρου, με τον Ανδρέα Παπανδρέου και τον Ζακ Ντελόρ να εκπροσωπούν την ΕΕ και  τον Γλαύκο Κληρίδη να εκπροσωπεί την Κυπριακή  Δημοκρατία. Εκεί ήταν τότε και ο Ιωάννης Κασουλίδης.

«Η διαδρομή από την Κέρκυρα έως την υπογραφή της Συνθήκης των Αθηνών για την ένταξη, το 2004,  δεν ήταν εύκολη. Το πρώτο μεγάλο βήμα είχε όμως συντελεσθεί», λέει ο Βενιζέλος.   

Η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ε.Ε. αποτελεί τομή στην ιστορία του νησιού και μια μεγάλη επιτυχία της ελληνικής διπλωματίας, δηλώνει στο ΚΥΠΕ ο Δημήτρης Καιρίδης, Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Κατά τη γνώμη του, η Ελλάδα εκμεταλλεύτηκε την ιστορική συγκυρία της μεγάλης διεύρυνσης της ΕΕ το 2004 για να πετύχει την ένταξη της Κύπρου, παρά τις αντιρρήσεις των εταίρων της.

Είναι γεγονός, τονίζει,  ότι η ουδετεροφιλία που χαρακτήρισε την εξωτερική πολιτική της Κύπρου για μεγάλο διάστημα μετά το 1960 δεν απέτρεψε την έξωθεν επιβουλή. Άλλωστε, προσθέτει, η επιλογή της ουδετεροφιλίας είχε να κάνει περισσότερο με τους εσωτερικούς πολιτικούς συσχετισμούς και ανταγωνισμούς και λιγότερο με το μακροπρόθεσμο συμφέρον του κυπριακού ελληνισμού.

«Η ελληνική πλευρά επέμεινε και πέτυχε η ένταξη να αποσυνδεθεί από την προηγούμενη λύση του πολιτικού προβλήματος του νησιού. Η επιχειρηματολογία της βασίστηκε στον εύλογο ισχυρισμό ότι δεν μπορεί να δοθεί δικαίωμα βέτο στην Τουρκία για την ένταξη της Κύπρου, η οποία κατ’ επανάληψη παραβίασε τη διεθνή νομιμότητα.

Ούτε να εξαρτάται η απόφαση ενός κυρίαρχου κράτους, όπως είναι η Κύπρος, από τις διαθέσεις ενός τρίτου κράτους. Η Τουρκία απείλησε με προσάρτηση της Βορείου Κύπρου αλλά δεν την τόλμησε. Σε κάθε περίπτωση, εάν είχε καταστεί προϋπόθεση της ένταξης η λύση, το πιθανότερο είναι ότι δεν θα είχε επιτευχθεί ούτε η ένταξη ούτε η λύση», λέει ο Καιρίδης.

Την ίδια άποψη έχει ο Ευάγγελος Βενιζέλος: «Η θεωρία ότι θα έπρεπε να τεθεί ως όρος για την ένταξη της Κύπρου η προηγούμενη λύση του κυπριακού, αν γινόταν δεκτή, θα καθιστούσε την ευρωπαϊκή πορεία της Κύπρου όμηρο της Τουρκίας.

Τώρα θα συζητούσαμε και πάλι για το κυπριακό χωρίς η κυπριακή Δημοκρατία να έχει τον όποιο θώρακα της προσφέρει η ιδιότητα του κράτους μέλους της ΕΕ και της ευρωζώνης. Η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας θα είχε παραλληλισθεί με την ένταξη της Τουρκίας και όχι με την ομάδα των κρατών μελών που εντάχθηκαν το  2004».

Κατά την εκτίμηση του αναλυτή ευρωπαϊκών υποθέσεων Γιάννη Κουτσομύτη, η  ένταξη στην ΕΕ θωράκισε την Κυπριακή Δημοκρατία από πολλούς κινδύνους, και γεωστρατηγικούς και οικονομικούς.

Και προσθέτει πως η συμμετοχή της στις διαπραγματεύσεις αποτελεί μια θετική εξέλιξη, «η οποία μπορεί να αποτελέσει ακόμη και τον καταλύτη της επίλυσης, καθώς η Ένωση είναι σε θέση να παράσχει αξιόπιστες εγγυήσεις και σε οικονομικό επίπεδο αλλά και σε επίπεδο προστασίας του κράτους δικαίου, χωρίς τη συμμετοχή τρίτων παραγόντων».

Στις διαπραγματεύσεις που αρχίζουν στο Κραν Μοντάνα της Ελβετίας, η ΕΕ θα βρίσκεται στο τραπέζι με τα εμπλεκόμενα μέρη ως ουδέτερος παρατηρητής, κατά το πρωτόκολλο. Ο καθηγητής Παναγιώτης Ιωακειμίδης πιστεύει πως δεν θα είναι καθόλου ουδέτερος και διακοσμητικός ο ρόλος της, αλλά «μια παρουσία τεράστιας σημασίας».

Φρονεί δε πως εάν αυτή η παρουσία «αξιοποιηθεί  εμβληματικά και δυναμικά, κυρίως από την Λευκωσία, μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στο νέο σύστημα ασφάλειας που θα πρέπει να υπάρξει για την ομόσπονδη Κύπρο, μετά την επίλυση του προβλήματος».

Η ΕΕ, εξηγεί, έχει όλους τους μηχανισμούς, έχει την κοινή εξωτερική πολιτική, έχει την πολιτική ασφάλειας, έχει τη Συνθήκη της Λισαβόνας, που της προσφέρουν όπλα τα οποία μπορούν να αξιοποιηθούν για να έχουμε στην Κύπρο ένα σύγχρονο σύστημα ασφάλειας, χωρίς εγγυήσεις και αναχρονιστικά επεμβατικά δικαιώματα.

Κατά τη γνώμη του, η  ΕΕ θέλει να παίξει αυτόν τον ρόλο, και επομένως είναι πολύ σημαντική η παρουσία της την εβδομάδα αυτή στη νέα Διάσκεψη στο Κράνς Μοντάνα.

ΕΡ: Και μπορεί αυτή η εγγύηση να δοθεί και χωρίς καμία στρατιωτική παρουσία στο νησί;

ΑΠ: Προφανώς  τα στρατεύματα θα πρέπει να αποχωρήσουν, αλλά το θέμα μιας ορισμένης στρατιωτικής δύναμης, που μπορεί να είναι πολυεθνική, ή να προέρχεται από τις χώρες-μέλη της ΕΕ που θα είναι σε ένα πλαίσιο το οποίο να μην υπάρξει καμία ξένη στρατιωτική δύναμη στο νησί. 

Λίγο-πολύ κάτω από την αιγίδα και την παρακολούθηση της ΕΕ, για κάποιο ορισμένο χρονικό διάστημα, θα μπορούσε να ήταν μία λύση, ώστε να αποκατασταθεί αρχικώς η εμπιστοσύνη μεταξύ των δύο πλευρών, η οποία θα επιτρέψει τελικώς την πλήρη απαλλαγή από οποιαδήποτε στρατεύματα.

Ένα άλλο ερώτημα που τίθεται αρκετές φορές, είναι αν δεν έμπαινε τελικά η Κύπρος στην ΕΕ τότε, ποια θα ήταν η εξέλιξη του εθνικού της θέματος, δεδομένου ότι, τελικά, άλυτο ήταν τότε, άλυτο παραμένει και τώρα; Ο κ. Ιωακειμίδης τονίζει πως παρόλο που θεωρεί ότι ήταν ιστορικά αποφασιστική η κίνηση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Ελσίνκι το 1999, όπου αποφασίστηκε ότι:

Η Κύπρος μπορεί να ενταχθεί στην ΕΕ χωρίς την προηγούμενη επίλυση του Κυπριακού προβλήματος, εντούτοις η αντίληψη των Ευρωπαίων τότε – και το λέει αυτό διότι συμμετείχε άμεσα ο ίδιος στην διαδικασία -  ήταν ότι «η επίλυση δεν θα συντελεστεί, όχι με ευθύνη της ελληνικής πλευράς, αλλά με ευθύνη της άλλης πλευράς, δηλαδή των Τουρκοκυπρίων, και πολύ περισσότερο της Τουρκίας». 

Και επομένως, συμπληρώνει, δεν θα ήθελαν κατά κάποιο τρόπο να αναγνωρίσουν ένα ντε φάκτο βέτο στην Άγκυρα. «Βέβαια, η ειρωνεία της ιστορίας», συνεχίζει, « είναι ότι η ένταξη όντως έγινε χωρίς την προηγούμενη επίλυση, αλλά η μη επίλυση όμως έγινε με ευθύνη της ελληνοκυπριακής πλευράς που  ήταν εκείνη, και όχι η τουρκοκυπριακή, που απέρριψε τη λύση στο δημοψήφισμα επί του Σχεδίου Ανάν. 

Αυτό οι Ευρωπαίοι, ομολογουμένως, δεν το είχαν εκτιμήσει».«Για αυτό και μεταγενεστέρως, έχουν και την κρυφή άποψη ότι εάν δεν είχε συντελεστεί η επικύρωση της ένταξης πριν το δημοψήφισμα (στις 24 Απριλίου του 2004), τότε ενδεχομένως τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος να ήσαν διαφορετικά».

Ο Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων Δημήτρης Καιρίδης, επισημαίνει από την άλλη ότι η ένταξη αποδείχτηκε ότι διευκολύνει καταρχήν τη λύση για την ελληνοκυπριακή πλευρά με τρεις τουλάχιστον τρόπους:

1ον)Η συμμετοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ε.Ε. ενισχύει την ελληνοκυπριακή πλευρά διπλωματικά και εξισορροπεί, σε έναν βαθμό, το δυναμικό της τουρκικής ισχύος στο νησί.

2ον)Η συμμετοχή της Κύπρου στην Ε.Ε. διατηρεί το πρόβλημα της διχοτόμησης στην επικαιρότητα αφού εκ των πραγμάτων το συνδέει με ευρύτερα προβλήματα που κυριαρχούν στην επικαιρότητα, όπως οι ευρω-τουρκικές σχέσεις και η σχέση Ε.Ε. και ΝΑΤΟ. Και,

3ον) Η συμμετοχή της Κύπρου στην Ε.Ε. προδιαθέτει για μια λύση λιγότερο διχοτομική, αφού η όποια λύση θα πρέπει να είναι συμβατή με το κοινοτικό κεκτημένο.

Δημοσίευση σχολίου