10 Ιουνίου, 2017

ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΗΝ ΒΛΕΠΕΙ ΚΑΝΕΙΣ;

 

Η Γερμανία δήλωσε την Τετάρτη ότι θα αποσύρει τις δυνάμεις της από τη στρατιωτική βάση στη νότια Τουρκία, αφού η κυβέρνηση του Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αρνήθηκε να εγγυηθεί επισκέψεις στις εκεί δυνάμεις από Γερμανούς βουλευτές, βαθαίνοντας το χάσμα μεταξύ των δύο συμμάχων του ΝΑΤΟ.

Η απόφαση του γερμανικού υπουργικού συμβουλίου να μεταφέρει στην Ιορδανία τα στρατεύματα, τα αεροσκάφη επιτήρησης και τα αεροσκάφη ανεφοδιασμού από την  αεροπορική βάση Incirlik στην Τουρκία, ελήφθη όταν ο υπουργός Εξωτερικών Sigmar Gabriel απέτυχε να πείσει κάποιους στην τουρκική κυβέρνηση να εξασφαλίσουν τις επισκέψεις των Γερμανών εκπροσώπων.

Η Γερμανίδα υπουργός Άμυνας, Ursula von der Leyen, δήλωσε ότι τα γερμανικά αεροσκάφη επιτήρησης αποτελούν σημαντικό μέρος των επιχειρήσεων εναντίον του Ισλαμικού Κράτους. Παρόλα αυτά, η μη διάθεσή τους για δύο ή τρεις μήνες κατά τη διάρκεια της μετακίνησης, θα είχε περισσότερο συμβολικό, παρά πρακτικό αποτέλεσμα, θέτοντας όμως δυο συμμάχους του ΝΑΤΟ δημοσίως σε αντιπαράθεση, αντί συνεργασίας.

Η διαμάχη για την πρόσβαση στα στρατεύματα, "ψηνόταν" εδώ και μήνες, καθώς οι σχέσεις μεταξύ Τουρκίας και Γερμανίας επιδεινώθηκαν, όταν στην Γερμανία διαμένει η μεγαλύτερη τουρκική διασπορά στον κόσμο, με τρία εκατομμύρια κατοίκους τουρκικής καταγωγής.

Η κυβέρνηση του Βερολίνου έχει επικρίνει τον κ. Ερντογάν, ο οποίος έχει επεκτείνει σταθερά τις εξουσίες του, μετά από ένα αποτυχημένο πραξικόπημα τον Ιούλιο, φυλακίζοντας ή απολύοντας δεκάδες χιλιάδες ανθρώπων που θεωρούνται πολιτικοί του αντίπαλοι.

Τον Μάρτιο, ο κ. Ερντογάν και οι σύμμαχοί του κατηγόρησαν τη Γερμανία ότι χρησιμοποίησε «ναζιστικές πρακτικές» για να εμποδίσει τους Τούρκους αξιωματούχους από την προεκλογική εκστρατεία τους, πριν από ένα δημοψήφισμα σχετικά με συνταγματικές αλλαγές, για την επέκταση των προεδρικών εξουσιών.

Το Βερολίνο διατήρησε την εξωτερική του ηρεμία, αλλά εργάστηκε πίσω από τα παρασκήνια για να παροτρύνει τον Τούρκο ηγέτη, να σταματήσει τα ταξίδια στη Γερμανία των Τούρκων υπουργών του, οι οποίοι τα μετέτρεψαν σε συγκεντρώσεις υπέρ του δημοψηφίσματος.

Οι επισκέψεις των Τούρκων αξιωματούχων σταμάτησαν και οι χειρότερες από τις ναζιστικές συγκρίσεις δεν επαναλήφθηκαν, αλλά ακόμη και αφού ο κ. Ερντογάν επέτυχε οριακά τις συνταγματικές αλλαγές που επιδίωξε στο δημοψήφισμα, ο τόνος της Άγκυρας παρέμεινε συχνά ωμός και απορριπτικός.

Τον Μάιο ο κ. Ερντογάν δήλωσε ότι η Τουρκία δεν θα προσπαθήσει να σταματήσει τη Γερμανία από το να εγκαταλείψει τη βάση, την οποία παρείχε η Τουρκία, όταν προσχώρησε στη συμμαχία εναντίον του Ισλαμικού Κράτους στα τέλη του 2014. «Αν η Γερμανία αποφασίσει να αποχωρήσει από το Incirlik, τότε θα πούμε αντίο», είπε.

Αυτά τα σχόλια ήρθαν μετά από παρόμοιες δηλώσεις από τον Τούρκο υπουργό Εξωτερικών, Mevlut Cavusoglu. «Αν θέλουν να φύγουν, εξαρτάται από αυτούς», δήλωσε ο κ. Cavusoglu. «Δεν πρόκειται να ικετεύσουμε. Ήταν αυτοί που ήθελαν να έρθουν και εμείς τους βοηθήσαμε».

Η κ. Von der Leyen έδωσε ένα πιο ήπιο τόνο την Τετάρτη, πριν από την απόφαση του υπουργικού συμβουλίου, σημειώνοντας ότι η Τουρκία εξακολουθεί να επιτρέπει επισκέψεις σε Γερμανούς στρατιώτες, που υπηρετούν σε στρατόπεδο του ΝΑΤΟ στο Ικόνιο.

Επιπλέον, ανέφερε ότι η Γερμανία και το ΝΑΤΟ εργάζονται «καλά και αθόρυβα» με την Τουρκία στο Αιγαίο, για να κρατήσουν τους πρόσφυγες από το να περνούν μαζικά στην Ευρώπη, όπως έκαναν το 2015. Η σχέση με την Τουρκία, η οποία υπήρξε μέλος του ΝΑΤΟ από το 1952 , "είναι πολυεπίπεδη", τόνισε η Γερμανίδα υπουργός Άμυνας.

Η Τουρκία ποτέ δεν έδωσε συγκεκριμένη εξήγηση για το λόγο μη εξασφάλισης του δικαιώματος επίσκεψης των βουλευτών ή τί θεώρησε προβληματικές σχετικά με αυτές τις επισκέψεις.

Αλλά η Γερμανία υπήρξε επικριτική της φυλάκισης των αντιπάλων του κ. Ερντογάν. Αρνήθηκε τα αιτήματα της Τουρκίας να εκδώσει κάποιους από αυτούς και προσέφερε άσυλο σε χιλιάδες Τούρκους, συμπεριλαμβανομένων δημοσιογράφων, διανοουμένων, στρατιωτικών αξιωματικών, διπλωματών και των οικογενειών τους.

Η Γερμανία επέμεινε επίσης, μέχρι στιγμής μάταια, για την απελευθέρωση δύο δημοσιογράφων που εργάζονται σε γερμανικά πρακτορεία ειδήσεων, οι οποίοι έχουν φυλακιστεί για εβδομάδες ή μήνες χωρίς κατηγορίες. Οι τουρκικές αρχές επέτρεψαν στους Γερμανούς διπλωμάτες πολύ περιορισμένη πρόσβαση στους κρατούμενους δημοσιογράφους, Deniz Yucel και Mesale Tolu.

Η πρόσβαση των Γερμανών βουλευτών στα στρατεύματα που βρίσκονται στο Incirlik, έχει περιοριστεί σημαντικά τους τελευταίους μήνες. Ο γερμανικός στρατός υπηρετεί με εντολή του Κοινοβουλίου και οι Γερμανοί θεωρούν ότι είναι απαραίτητο οι βουλευτές να μπορούν να επισκεφθούν τα στρατεύματα και να εκτιμήσουν εάν θα παρατείνουν την παραμονή τους.

Η τελευταία επίσκεψη πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο, μετά από μήνες διενέξεων, ύστερα από δήλωση του γερμανικού κοινοβουλίου, η οποία κήρυξε τις δολοφονίες των Αρμενίων υπό οθωμανική κυριαρχία το 1915 ως «γενοκτονία», όρος που η Τουρκία απορρίπτει.

Η κ. Von der Leyen ανέφερε ότι η μεταφορά σε βάση στην Ιορδανία, την οποία επισκέφθηκε την περασμένη Παρασκευή, θα χρειαζόταν τουλάχιστον δύο μήνες. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι γερμανικές πτήσεις επιτήρησης στον αγώνα κατά των δυνάμεων του Ισλαμικών Κράτους θα σταματήσουν, είπε.

Δεν υπήρξε άμεση αντίδραση της Τουρκίας την Τετάρτη. Ωστόσο, ο πρωθυπουργός Binali Yildirim δεν φάνηκε να ανησυχεί, σε μια σύντομη αναφορά στη Γερμανία σε ομιλία του την Τρίτη. «Μπορούν να κάνουν ό, τι θέλουν», είπε.

Από τη μία, έχουμε την αποτυχημένη επίσκεψη Ερντογάν στην Ουάσιγκτον - κατά την οποία, εκτός των άλλων, με την επίθεσή του σε Κούρδους διαδηλωτές κατάφερε να εξοργίσει το αμερικανικό κογκρέσο -, αλλά και τον εξοπλισμό των Κούρδων των SDF στη Συρία απο τις ΗΠΑ.

Από την άλλη, τις στενότατες σχέσεις της Τουρκίας με το εξοβελισθέν Κατάρ, οι οποίες, μεταξύ άλλων, αποκαλύπτουν και στους πλέον δύσπιστους δυτικούς, την υποστήριξη των δύο χωρών στην ισλαμική τρομοκρατία των Αδελφών Μουσουλμάνων.

Κερασάκι στην τούρτα, η προκλητικά αντισυμμαχική στάση του Ερντογάν, απέναντι στη Γερμανία, τις δυνάμεις της οποίας στην ουσία εκδιώκει από το Ιντσιρλίκ, εν μέσω της συμμαχικής αντεπίθεσης στη Raqqa.

Η Τουρκία βλέπει όλους τους - ιδεολογικά συγγενείς της - Αδελφούς Μουσουλμάνους, οι οποίοι ήταν επικεφαλής χωρών της Μέσης Ανατολής, ένας ένας να ανατρέπονται ή να απομονώνονται. Μετά τον Μόρσι, ακολούθησε το Κατάρ.

Τι θα γίνει άραγε τώρα με τις αντιπολιτευτικές ένοπλες ομάδες στη Συρία, που υποστηρίζονται απο την Τουρκία; Τα χαρτιά του Ερντογάν στο πόκερ της περιοχής εξαντλούνται. Στην ελληνική πλευρά, βλέπει κανείς αυτό το κενό που αφήνει πίσω της η Τουρκία, αποσυρόμενη από τα δυτικά συμφέροντα;

Θυμάται κανείς, τα τελευταία 40 χρόνια, πιο ιδανική γεωπολιτική συγκυρία για τη χώρα μας; Θα κινηθεί η ελληνική κυβέρνηση προς μια στενότερη στρατηγική στρατιωτική και πολιτική συνεργασία με τις ΗΠΑ, τώρα που ο Ερντογάν λοξοκοιτά προς Πούτιν και ισλαμιστές τρομοκράτες;

Αν δεν αιτηθούμε αμερικανική στρατιωτική εξοπλιστική βοήθεια τώρα, που τα δημοσιονομικά μας δυσκολεύονται, τότε πότε;Θα προσφέρει η Αθήνα στη Γερμανία στρατιωτικές διευκολύνσεις, με ευκόλως εννοούμενες αντιπαροχές;


Δημοσίευση σχολίου