15 Ιουνίου, 2017

† ΟΣΙΟΥ ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ


Α. ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ:Τα παλαιότερα γραμματολογικά εγχειρίδια προσέδιδαν στον Όσιο Ιερώνυμο και την διπλή ονομασία Σωφρόνιος Ευσέβιος. Οι νεότερες έρευνες απέδειξαν ότι η προσθήκη της διπλής αυτής ονομασίας οφειλόταν σε παρανοήσεις και αυθαίρετες προσθήκες των αρχαίων αντιγραφέων και δεν ανταποκρινόταν στην αλήθεια.

 Ο Όσιος Ιερώνυμος (Hieronymus) ήταν ιλλυρικής καταγωγής. Γεννήθηκε το έτος 347 στη Στριδώνα της Δαλματίας. Οι γονείς του ήταν Χριστιανοί και αρκετά εύποροι. Σε ηλικία επτά ετών τον έστειλαν για σπουδές στη Ρώμη, όπου παρέμεινε για 15 περίπου χρόνια. 

Εκεί, σπούδασε φιλολογία και ρητορική κοντά σε επιφανείς διδασκάλους. Μελέτησε τη φιλοσοφία και συνδέθηκε φιλικά με τον Ρουφίνο. Ύστερα, όμως, από αρκετά χρόνια, θα ερίσει με το επιστήθιο φίλο του, επειδή ο Ιερώνυμος αποκήρυξε την ωριγένεια θεολογία, ενώ ο Ρουφίνος τη θαύμαζε. Βαπτίστηκε Χριστιανός σε ηλικία δεκαεννέα ετών από τον Λιβέριο Ρώμης. 

Το έτος 367 αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στα Τρεβήρους. Ακολούθως, το 372, μετέβη για τον ίδιο λόγο στην Ιταλία, στην πόλη της Ακυλείας (Τεργέστη). Στις περιοχές αυτές μυήθηκε στην ασκητική ζωή, αλλά οι απολαύσεις της νεανικής ηλικίας δεν του επέτρεψαν ακόμα την οριστική αφοσίωση σε αυτή.

Το έτος 373 αποφάσισε να επισκεφθεί τους Αγίους Τόπους, αλλά καθηλώθηκε στην Αντιόχεια, εξαιτίας μίας σοβαρής ασθένειας. Θεραπεύτηκε με την επέμβαση του Θεού και μετανόησε για τον προηγούμενο έκλυτο βίο του. Από τη στιγμή εκείνη αφιερώθηκε ολόψυχα στην εν Χριστώ ζωή. 

Μόνασε στην έρημο της Συρίας και το 378 πήγε στην Αντιόχεια, όπου το επόμενο έτος (379) χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον επίσκοπο της πόλης Παυλίνο. Η ιεροσύνη του όμως υπήρξε ανενέργητη, αφού ποτέ στη ζωή του δε διακόνησε το θυσιαστήριο του Κυρίου.

Το 380 ο Ιερώνυμος βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου παρέμεινε για δύο χρόνια. Εκεί, συνδέθηκε φιλικά με το Γρηγόριο Νύσσης και τον Αμφιλόχιο Ικονίου. Η παραμονή του στην Ανατολή υπήρξε καθοριστική τόσο για την πνευματική του ανάνηψη όσο και για την εκμάθηση της ελληνικής και εβραϊκής γλώσσας.

Από το έτος 382 μέχρι και το 384 εγκαταστάθηκε στη Ρώμη, όπου έγινε γραμματέας του πάπα Δάμασου και δίδαξε την ασκητική ζωή σε Χριστιανές κυρίες της ρωμαϊκής αριστοκρατίας. Από αυτές, συνδέθηκε περισσότερο πνευματικά με την Παύλα, την Ευστοχία και τη Μαρκέλλα. 

Πίστεψε πως θα διαδεχόταν το Δάμασο στον επισκοπικό θρόνο της Ρώμης. Αυτό όμως δε συνέβη, εξαιτίας κάποιων διαβολών από μερίδα του ρωμαϊκού κλήρου. Πικραμένος, τότε, ξαναγύρισε στην Ανατολή, συνοδευόμενος από τις τρεις παραπάνω κυρίες.

Το έτος 385 εγκαταστάθηκαν στη Βηθλεέμ, όπου με τη χρηματική προσφορά της Παύλας ίδρυσαν δύο μοναστήρια. Ένα ανδρικό υπό τον Ιερώνυμο και ένα γυναικείο με ηγουμένη την Παύλα.

Μέχρι το τέλος της ζωής του, 30 Σεπτεμβρίου του έτους 420, παρέμεινε στη μονή ως ηγούμενος και επιδόθηκε στη μελέτη, τη συγγραφή και τη διδασκαλία. Οι κρίσεις των γραμματολόγων για το πρόσωπο του Ιερώνυμου ποικίλλουν. Πολλοί τον θεωρούν εριστικό και εμπαθή, άλλοι μισαλλόδοξο και εγωιστή, ενώ άλλοι αγνό, σοφό, ζηλωτή και εραστή της άσκησης. 

Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία του απένειμε τον κατεξοχήν τιμητικό χαρακτηρισμό τού Μεγίστου Διδασκάλου. Η προσφορά του υπήρξε αληθινά μεγάλη και ουσιαστική, χωρίς νόθευση της Καθολικής πίστης.Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις 15 Ιουνίου και η Ρωμαιοκαθολική την ημέρα της κοίμησής του.

Β. ΕΡΓΑ
Η συγγραφική παραγωγή του Ιερώνυμου υπήρξε πολύ πλούσια. Η χρήση της λατινικής γλώσσας ήταν υποδειγματική και συνέβαλε καθοριστικά στη μεταγενέστερη εξέλιξή της. 

Ασχολήθηκε κυρίως με το μεταφραστικό έργο, αλλά και με συγγραφές ιστορικές, αγιολογικές, ερμηνευτικές, δογματικές, αντιαιρετικές, καθώς και με την επιστολογραφία. Διασώζεται ικανός αριθμός Επιστολών του, μερικές από τις οποίες αποτελούν είδος πραγματείας.

Ο Ιερώνυμος αναθεώρησε αρχικά τις αρχαίες λατινικές μεταφράσεις της Αγίας Γραφής (Vetus Latina), στηριζόμενος στα Εξαπλά του Ωριγένη. Αργότερα, προχώρησε σε νέα μετάφραση, ολόκληρης της Αγίας Γραφής, βασιζόμενος στις πρωτότυπες γλώσσες, την εβραϊκή και ελληνική. 

Η μετάφραση αυτή ονομάστηκε Βουλγάτα (Vulgata δηλαδή “κοινή, δημώδης”).Προλόγισε όλα τα βιβλία της Αγίας Γραφής, ενώ εκπόνησε ερμηνευτικά υπομνήματα στα περισσότερα βιβλία της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης.

Μετέφρασε έργα του Ωριγένη, του Ευσεβίου Καισαρείας, του Διδύμου του Τυφλού, του Παχωμίου και των διαδόχων του, του Επιφανίου Σαλαμίνας Kύπρου, του Θεοφίλου Αλεξανδρείας και αρκετά έργα από την Απόκρυφη γραμματεία.

Γ. ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ
Ο Ιερώνυμος δεν παρουσίασε κάποια θεολογική πρωτοτυπία στη διδασκαλία του, ώστε να θεωρηθεί συμβολή στην προαγωγή της δογματικής διατύπωσης της πίστης. Κινήθηκε αποκλειστικά στη βιβλική θεμελίωση των απόψεών του και στην παράδοση της Εκκλησίας. Υϊοθέτησε την παραδοσιακή εκκλησιολογία του Ιγνατίου Αντιοχείας, του Ειρηναίου Λουγδούνου και του Κυπριανού Καρχηδόνας. 

Θεώρησε απαραίτητη, για τη σωτηρία, την παραμονή του ανθρώπου στο σώμα της Εκκλησίας και τη μετοχή στα μυστήριά της. Υπερασπίστηκε την Καθολική πίστη, έναντι των αιρετικών, υποστηρίζοντας πως οι ομάδες τους συνιστούσαν παρασυναγωγή και οδηγούνταν από τον Αντίχριστο.

Κατηγορήθηκε από ορισμένους μοναχούς ως Σαβελλιανιστής, επειδή στην τριαδολογία χρησιμοποιούσε τον όρο πρόσωπον και όχι υπόστασις. Η κατηγορία όμως αυτή δεν ίσχυε, γιατί ο Ιερώνυμος δεν υιοθέτησε ποτέ τη διδασκαλία του Σαβέλλιου.Το ίδιο συνέβη και με την ωριγένεια θεολογία.

Στην ουσία δεν υπήρξε ποτέ Ωριγενιστής, ασχέτως αν έτρεφε σεβασμό προς το μεγάλο ανάστημα του Αλεξανδρινού θεολόγου. Αναγκάστηκε για το λόγο αυτό να ερίσει με το φίλο του Ρουφίνο και να καταδικάσει τις θεολογικές επιδράσεις που δέχτηκε από τον Ωριγένη, τόσο αυτός όσο και ο Ιωάννης Ιεροσολύμων.

Όταν ανέκυψε το πρόβλημα της αίρεσης του Πελαγιανισμού, ο Ιερώνυμος ακολούθησε την πατερική διδασκαλία της Ανατολής και υποστήριξε πως η σωτηρία του ανθρώπου είναι αποτέλεσμα του έργου της χάρης του Θεού σε συνεργασία με την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου.

Ο Ιερώνυμος διακρίθηκε ως ερμηνευτής της Αγίας Γραφής. Στην ερμηνευτική του μέθοδο υιοθέτησε την αλεξανδρινή αλληγορία, αλλά και την ιστορικοφιλολογική προσέγγιση των ιερών κειμένων.

Ήταν άνθρωπος της ολόθερμης προσευχής και της αυστηρής άσκησης. Εκτίμησε υπέρμετρα την παρθενία και έφτασε στο σημείο της περιφρόνησης του γάμου, χωρίς όμως ιδιαίτερες ακρότητες.

Δημοσίευση σχολίου