24 Ιουνίου, 2017

ΙΔΟΥ ΠΩΣ ΕΜΠΑΙΖΕΙ ΚΑΘΕ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟ 1997 ΤΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ ΣΥΜΒΑΣΙΟΥΧΟΥΣ

 

50.000 συμβασιούχοι απειλούνται με απόλυση.
Σπανίως μια δικαστική απόφαση χαρακτηρίζεται «ιστορικής σημασίας». Σπανιότατα οι συνέπειές της είναι διαχρονικές και τόσο ουσιαστικές που μπορεί κανείς να κάνει λόγο για «επανάσταση» στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου τομέα.

Και όμως, μια απόφαση που εκδόθηκε πρόσφατα από τον Άρειο Πάγο ανατρέπει κεκτημένα, μεταβάλλει άρδην το σκηνικό των προσλήψεων στο Δημόσιο αλλά και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Προκαλώντας αλυσιδωτές αντιδράσεις οι οποίες θα δημιουργήσουν πονοκεφάλους στην κυβέρνηση, στις συνδικαλιστικές ηγεσίες αλλά και στους χιλιάδες ενδιαφερόμενους.

Είναι μια απόφαση που ανατρέπει το δόγμα «ουδέν μονιμότερον του προσωρινού». Έτσι αποκλείεται, οριστικά και αμετάκλητα, οι έκτακτοι και οι συμβασιούχοι του Δημοσίου να μετατραπούν κάποτε σε μόνιμους υπαλλήλους.

Αν, λοιπόν, οι πόρτες του Δημοσίου φαίνεται ότι ουσιαστικά είχαν κλείσει από τότε που ψηφίστηκε ο νόμος 2190/94, γνωστός και ως «νόμος Πεπονή», τα «παραθυράκια» για προσλήψεις στο Δημόσιο πάντα υπήρχαν.

Υπήρχαν τουλάχιστον ως την ώρα που εκδόθηκε αυτή η απόφαση. Πολιτικοί, βουλευτές, διαχειριζόμενοι το δημόσιο χρήμα και κατέχοντες υπουργικούς θώκους και υψηλόβαθμες θέσεις σε δημόσιους οργανισμούς.

Προσπαθώντας να ικανοποιήσουν δίκαια τις περισσότερες φορές αιτήματα χιλιάδων ψηφοφόρων για μια θέση εργασίας, προσέφευγαν σε νομικές κατασκευές και σε μεθοδεύσεις, προκειμένου να παρακαμφθούν απαγορεύσεις του νόμου για προσλήψεις στο Δημόσιο.

Η παλιά και δοκιμασμένη συνταγή («Πέρασε την πόρτα του Δημοσίου, προσωρινά έστω, και σίγουρα θα μείνεις») και στις μέρες μας πάντα απέδιδε.

Οι προσλήψεις εκτάκτων οι οποίοι μετά από καιρό μονιμοποιούνται είναι μια τακτική που έχει μακρά παράδοση και σύγχρονη εφαρμογή, επιβαρύνοντας χρόνια τώρα τον δημόσιο κορβανά και αυξάνοντας τους υπεράριθμους ήδη δημοσίους υπαλλήλους. 

Η απόφαση όμως που εκδόθηκε πρόσφατα από το ανώτατο δικαστήριο της χώρας σφραγίζει οριστικά τις όποιες χαραμάδες για προσλήψεις από το «παράθυρο».

Αποκλείει κάθε πιθανότητα, στο εξής, οι έκτακτοι να «μεταβάλλονται» σε μονίμους. Τουτέστιν, όποιος προσλαμβάνεται ως έκτακτος δεν μονιμοποιείται ποτέ! Ούτε στο Δημόσιο ούτε στις επιχειρήσεις του δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αλλά ούτε και στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης.

Με άλλα λόγια, με την απόφαση που πρόσφατα εξέδωσε το Β' Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, αποκλείονται τακτοποιήσεις ημετέρων παρά τον νόμο, με το πρόσχημα των προσλήψεων εκτάκτων για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών.

Μετά την ετυμηγορία των ανώτατων δικαστών μας, οι συμβάσεις των εκτάκτων, έστω και αν ανανεωθούν δεκάδες φορές, δεν πρόκειται ποτέ να μετατραπούν σε αορίστου χρόνου!

Η απόφαση, που χαρακτηρίζεται από δικαστικούς κύκλους «ιστορική», φέρει τον αριθμό 1331/1997 και το περιεχόμενό της παρουσιάζεται σήμερα 9/11/1997 από «Το Βήμα», ενώ σχολιάζεται από τον καθηγητή του Εργατικού Δικαίου κ. Αλ. Μητρόπουλο, στον οποίο απευθυνθήκαμε λόγω της σημαντικότητάς της.

*Κλείνουν τα «παραθυράκια»
Το ανώτατο δικαστήριο της χώρας, λοιπόν, με εισηγητή τον αρεοπαγίτη κ. Χαρ. Γεωργακόπουλο, αποφάσισε ότι οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου αλλά και έργου σε καμία περίπτωση δεν οδηγούν στη μονιμοποίηση. Πρόσθεσε όμως και κάτι ακόμη πιο σημαντικό.

Δεν μονιμοποιούνται οι έκτακτοι του Δημοσίου ούτε και όταν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες! Προτού όμως αναφερθούμε εκτενώς στην απόφαση του Αρείου Πάγου και στο «δια ταύτα» της, ας δούμε πώς την σχολιάζει ο κ. Μητρόπουλος, στον οποίο θέσαμε υπόψη το περιεχόμενο της αποφάσεως.

«Η απόφαση αυτή», επισημαίνει ο καθηγητής του Εργατικού Δικαίου, «παρεμβαίνει αμετάκλητα στο ζήτημα της μετατρεψιμότητας των συμβάσεων έργου και χρόνου, όπου ο εργοδότης είναι υπηρεσία του Δημοσίου, Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου και Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης. 

Κλείνει συνεπώς τον δρόμο της μετεξέλιξης των πιο πάνω συμβάσεων σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ανεξαρτήτως χρόνου προϋπηρεσίας και ανεξαρτήτως αν οι συμβασιούχοι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες».

Ο κ. Μητρόπουλος, τονίζοντας τη σημασία της αποφάσεως, υπογραμμίζει: «Τη σημαντική αυτή απόφαση για την ελληνική έννομη τάξη δεν νομίζω ότι έχουν αντιληφθεί ούτε οι συνδικαλιστικές ηγεσίες ούτε οι ενδιαφερόμενοι. 

Μοναδική δυνατότητα μετατροπής, στο εξής, των συμβάσεων αυτών παραμένει η νομοθετική μετατροπή τους σε αορίστου χρόνου, όπως έγινε πρόσφατα με τον νόμο 2508/97, που μονιμοποίησε εκτάκτους με συμβάσεις από 12 μήνες και πάνω».

Πόσους αφορά άμεσα η απόφαση του ανωτάτου δικαστηρίου που απαγορεύει ρητά τη μετατροπή των συμβασιούχων υπαλλήλων σε μονίμους; Περίπου 50.000! Να τι λέγει επ' αυτού ο κ. Μητρόπουλος: 

«Πόσο έχει απασχολήσει άραγε τους αρμοδίους το εργασιακό μέλλον των 50.000 συμβασιούχων, οι οποίοι θα κληθούν προσεχώς να εγκαταλείψουν τις υπηρεσίες τους αυτοδικαίως και, μάλιστα, χωρίς αποζημίωση, όπως αποφαίνεται ο Άρειος Πάγος; Είναι το μεγάλο ζητούμενο αυτή τη στιγμή...».

*Απολύονται αυτοδικαίως
Η υπόθεση που έφθασε στο ανώτατο δικαστήριο (ασφαλώς δεν είναι η μόνη) αφορούσε συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που είχαν ανανεωθεί πολλές φορές από το 1985, όταν για πρώτη φορά προσλήφθηκε, ως ηλεκτρολόγος, ο ενδιαφερόμενος στην «5η ΜΟΜΑ» της Πάτρας. 

Η εκτέλεση τεχνικών έργων στην περιοχή Δυτικής Πελοποννήσου ήταν το αντικείμενό του. Κάλυπτε, όπως υποστήριζε ο ίδιος, «πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του και η πρόσληψή του ήταν απολύτως απαραίτητη και αναγκαία για το έργο και τον σκοπό της ως άνω υπηρεσίας.

Λόγω της καθημερινώς υφισταμένης ανάγκης της ειδικότητάς του και ανανεωνόταν η εκάστοτε σύμβαση μετά τη λήξη της».Κάποια στιγμή όμως, το 1990, η σύμβαση δεν ανανεώθηκε όπως γινόταν πάντα. 

Ο συμβασιούχος προσέφυγε στη δικαιοσύνη κατηγορώντας το Δημόσιο για καταστρατήγηση της εργατικής νομοθεσίας (νόμος 2120/20), υποστηρίζοντας ότι οι συμβάσεις του είχαν καταστεί αορίστου χρόνου μιας και είχαν ανανεωθεί πολλές φορές και, κυρίως, γιατί κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Η απάντηση όμως που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο (το ίδιο είχε αποφανθεί και το Εφετείο) ήταν κατηγορηματική: 

«Δεν υπάρχει απο τον νόμο ευχέρεια μετατροπής τους σε συμβάσεις αορίστου χρόνου σε καμία περίπτωση, έστω και αν με την επίκληση των παραπάνω διατάξεων έγιναν προσλήψεις για την κάλυψη παγίων αναγκών συγκεκριμένων υπηρεσιών και διαδοχικές ανανεώσεις των ορισμένου χρόνου συμβάσεων προσωπικού».

* Χωρίς αποζημίωση
Αφού λοιπόν ο συμβασιούχος παραμένει συμβασιούχος ορισμένου χρόνου, το Δημόσιο έχει δικαίωμα, σύμφωνα με την απόφαση, να διακόψει τη σύμβασή του, να τον απολύσει χωρίς να καταβάλει αποζημίωση. Λύεται η σύμβαση αυτοδικαίως. 

Το Β' Τμήμα του ανωτάτου δικαστηρίου, το οποίο εξέτασε λεπτομερώς την υπόθεση λαμβάνοντας υπόψη του όχι μόνο τον νόμο 2120 αλλά και άλλες ρυθμίσεις (Προεδρικό Διάταγμα 410/88) και διατάξεις του Αστικού Κώδικα (άρθρα 648, 649, 672), έκρινε ότι το Εφετείο είχε δικαίως κρίνει ότι ο συμβασιούχος που προσέφυγε στη δικαιοσύνη είχε σύμβαση ορισμένου έργου και χρόνου, η οποία δεν είχε μετατραπεί σε αορίστου και ορθά απολύθηκε χωρίς αποζημίωση.

Με την έκδοση της αποφάσεως, που ασκεί επιρροή (νομολογία) στον τρόπο που κρίνουν παρόμοιες υποθέσεις τα πρωτοβάθμια και τα δευτεροβάθμια δικαστήρια, είναι βέβαιον ότι συμβασιούχοι ορισμένου χρόνου ή έργου δεν θα δικαιώνονται όταν θα προσφεύγουν στη δικαιοσύνη υποστηρίζοντας ότι οι συμβάσεις τους έχουν μετατραπεί σε αορίστου χρόνου. 

Η σημασία της όμως επεκτείνεται πέραν των ορίων της νομολογίας. Σηματοδοτεί, νομιμοποιεί θα λέγαμε, την αυτοδίκαιη διακοπή των συμβάσεων έργου ή χρόνου χωρίς αποζημίωση μόλις αυτές λήξουν. Κάτι που αφορά χιλιάδες συμβασιούχους του Δημοσίου, του ευρύτερου δημόσιου τομέα αλλά και των ΟΤΑ.

Εκτός αν η κυβέρνηση (στην οποία μετατίθεται αποκλειστικά πλέον η ευθύνη) με νόμο μονιμοποιήσει τους εκτάκτους.

Τομέας Ενημέρωσης: Voiotosp.blogspot.gr 

Δημοσίευση σχολίου