29 Απριλίου, 2017

Η ΜΟΥΣΕΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΟΦΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΜΟΥΣΤΑΦΑ ΚΕΜΑΛ

 

Ο ιδρυτής της νέας Τουρκίας Μουσταφά Κεμάλ ήταν πρόσωπο θρησκευτικά αδιάφορο. Όμως χρησιμοποίησε τη θρησκεία του Ισλάμ για να συσπειρώσει τη μουσουλμανική πλειονότητα του πληθυσμού της Τουρκίας και να εκδιώξει τους «χριστιανούς» Συμμάχους από τη Μικρά Ασία για να ανατρέψει τη «Συνθήκη των Σεβρών» καιτο πέτυχε.

Την ίδια εποχή για να πραγματοποιήσει τα σχέδιά του «συναδελφώθηκε» επίσημα και με τους εχθρούς του τσάρου άθεους μπολσεβίκους, ενώ η γάγγραινα του Εθνικού Διχασμού των Ελλήνων επεκτάθηκε και στον εντολοδόχο των Συμμάχων ελληνικό στρατό που στάλθηκε στη δυτική Μ. Ασία για να προστατεύσει τους αλύτρωτους Ρωμιούς. 

Το Φανάρι το 1921 διαισθάνθηκε τον κίνδυνο από τις αθηνοκεντρικές δολοπλοκίες για τη παρατεταμένη χηρεία του Οικουμενικού Θρόνου. Το θεσμικό κέντρο της Εκκλησίας μας σε κρισιμότατη εποχή για το Γένος παρέμενε ακέφαλο από υπεύθυνο πνευματικό ηγέτη και γι’ αυτό ο τότε Τοποτηρητής Καισαρείας Νικόλαος και οι συνοδικοί του δεν δέχθηκαν να εισακούσουν τους αντιφρονούντες για την παράταση της χηρείας και προχώρησαν στην εκλογή του νέου Προκαθήμενου της Εκκλησίας. 

Τότε προβλήθηκαν τρις έξοχες προσωπικότητες ιεραρχών, όπως ήταν ο αγωνιστής Γερμανός Καραβαγγέλης, ο Τοποτηρητής Καισαρείας Νικόλαος και ο Μελέτιος Μεταξάκης, του οποίου οι οργανωτικές του ικανότητες είχαν δειχθεί στη Κύπρο, στην Αθήνα, στην Αμερική και στο Άγιο Όρος και απέκτησε διεθνή ακτινοβολία. Αυτός τελικά αναδείχθηκε το 1921 ως ο Πατριάρχη του Γένους. 

Αυτά συμβαίνουν όταν η κυβέρνηση των Αθηνών συντηρούσε τον Εθνικό διχασμό και στον εκκλησιαστικό χώρο ενώ επρόκειτο να συμβεί ότι και το 1261 για την ανάκτηση της Κωνσταντινουπόλεως. Τότε ακριβώς ο Μουσταφά Κεμάλ ως επιδέξιος ηγέτης φρόντιζε να δείξει στους «Συμμάχους» πόσο αξιόμαχες στρατιωτικές δυνάμεις στις διαταγές του για να εμποδίσει τον ερυθρό κίνδυνο για να φθάσει προς τις επίμαχες πετρελαιοφόρες περιοχές του Νότου! 

Όταν μετά ταύτα, οι διπλωματικές μηχανορραφίες του Κεμάλ πέτυχαν επισήμανε και το ποιητικό αίτιο της Καταστροφής των Ελλήνων λέγοντας: «Οι Έλληνες δεν νικήθηκαν, αλλά αυτονικήθηκαν»!  

Όταν πλέον περιήλθε πλήρως η εξουσία στα χέρια του Κεμάλ άρχισε να ξεκαθαρίζει ό,τι θεωρούσε πως το Ισλάμ εμπόδιζε τη πορεία της χώρας του για να συμβαδίσει με τη Δύση για να καταλάβει τη θέση που δικαιούταν μεταξύ των πολιτισμένων κρατών. 

Οι επάλληλες μεταρρυθμίσεις, γνωστές ως «Διομολογήσεις»,  οι οποίες επιβλήθηκαν από τους Ευρωπαίους στους σουλτάνους δεν απέδωσαν γιατί οι μουλάδες που επηρέαζαν τη σουλτανική εξουσία κατευθύνονταν από τον ιερό νόμο της σεριάτ.

Ο οποίος δεν επιτρέπει προσαρμογές στις εξελίξεις του Δικαίου, ούτε και αναγνωρίζει ανθρώπινα και εθνικά δικαιώματα στους λαούς που υποτάσσονται στο ξίφος του Ισλάμ. 

Έτσι ο Κεμάλ μόνον με την δόξα και ισχύ του σύγχρονου ανίκητου «πολέμαρχου», του «Γιαβούζ», άρχισε ως αδιάσειστος ηγέτης το ξήλωμα της οθωμανικής ισλαμικής Θεοκρατίας και των προσώπων που τότε την εκπροσωπούσαν. 

Πρώτος στόχος ήταν ο γηραιός Σεΐχ-ουλ-ισλάμης (τουρκ. Şeyh-​ül-​İslam) που ήταν ο ανώτατος θρησκευτικός λειτουργός του Ισλάμ και επόπτευε τη πιστή εφαρμογή των διατάξεων της ισλαμικής παραδόσεως στη λατρεία. 

Θεωρήθηκε ο υπεύθυνος για τον εκδοθέντα «φετβά», δηλαδή τηςψηλής ιερονομικής γνωμοδοτήσεως κατά όσων εναντιώθηκαν στη σουλτανική απόφαση για την Ανακωχή του 1918!

Μετά, τη 1η Νοεμβρίου 1922 η Εθνοσυνέλευση της Άγκυρας χώρισε το Οθωμανικό Σουλτανάτο από τη Χαλιφεία. Το ύπατο αυτό αξίωμα περιήλθε στους οθωμανούς στις αρχές του 16ου αιώνα από το σουλτάνο Σελήμ Β΄ που ένωσε στο πρόσωπο του σουλτάνου τα δύο Θεοκρατικά αξιώματα και μετέφερε τα κειμήλια του Μωάμεθ στο Ανάκτορό του Τόπ-Καπί, που βρίσκονται μέχρι σήμερα.

Ο μεν σουλτάνος Βαχιντεντίν Μωάμεθ Στ΄ τότε εκθρονίστηκε και με άκρα μυστικότητα επιβιβάστηκε με την οικογένειά του στον σιδηρόδρομο που πηγαίνει στη Βουλγαρία. 

Τότε ο Αβδούλ Μετζήτ Χάν, τελευταίος απόγονος της Δυναστείας των Οσμανιδών και του Πορθητή Μωάμεθ, ανακηρύχθηκε θρησκευτικός ηγέτης των μουσουλμάνων της Τουρκίας και του ανατίθεται σε πρώτη φάση τη Χαλιφεία του Ισλάμ προς κατεναυσμό των αντιδράσεων των μουσουλμανικών κρατών. 

Όμως στις 28 Φεβρουαρίου 1924 η Εθνοσυνέλευση της Άγκυρας αποφασίζει τη κατάργηση του Χαλιφάτου και στις 4 Μαρτίου 1924 επιβιβάζει τον πρώην Χαλίφη στο Sim­plonOri­antExpress και πάλι μυστικά για λόγους ασφαλείας από το σταθμό του Τσατάλτζακ με ένα πρόχειρο διαβατήριο.

Όπου έγραφε πως ήταν ο «Άβδούλ Μετζήτ εφέντης άνευ επαγγέλματος» και αυτό το υπέγραψε και ο Έλληνας λοχαγός Παυλίδης. Έτσι και αυτός ταξίδευσε εξόριστος στο πεπρωμένο του προς την Ευρώπη. Με αυτή την απόφασή της η σύγχρονη Τουρκία υπέγραψε τον επίλογο της μακράς σουλτανικής κυριαρχίας των 471 ετών των Οθωμανών στη Κων/​πολη από το 1453!

Όταν ο Κεμάλ αποδεσμεύθηκε από την ισλαμική τροχοπέδη υποβάθμισε το ρόλο του Ισλάμ στη χώρα του και πέτυχε σταδιακά να ενσωματώσει τους μουλάδες των πόλεων στις κρατικές δομές, για να ελέγχονται απόλυτα από τη «δεσποτεία» του. 

Το μέγιστο μέρος των χριστιανών στην οθωμανική επικράτεια το είχε πλέον ξεκληρίσει και τούτο διότι θεωρούσε τους Ελληνορθοδόξους, τους Αρμενίους και τους Συροιακωβίτες εντελώς ακατάλληλους για να εγκολπωθούν τη «Μεγάλης Ιδέας», του «κεμαλικής εκδόσεως τουρκισμού». που θα επιβαλλόταν ως η μοναδική επιτρεπτή ιδεολογία στο νέο κράτος. 

Πίστευε πως με την απομάκρυνση των χριστιανών θα πετύχαινε την πολιτική, εδαφική, γλωσσική, φυλετική και ιστορική ενότητα των Μικρασιατικών εθνών υποτιμώντας την θρησκευτική και πολιτιστική παράδοση αυτών των λαών που πέρασαν από αυτά τα εδάφη και άφησαν βαθιά τη γονική θρησκευτική ρίζα των γενεών τους.

Όμως αυτοί που δεν εξισλαμίστηκαν με τη βία ή με τα προσφερθέντα σαγηνευτικά δέλεαρ της κυρίαρχης εξουσίας παρέμειναν σιωπηρά πιστοί στις προγονικές πεποιθήσεις τους και απέκρυψαν στη καρδία τους τις μύχιες πεποιθήσεις τους. 

Όμως ο υπερβολικός εγκλωβισμός στις υπερτιμήσεις των νεότερων εθνικών στοιχείων φορτωμένων με πρόσκαιρες ιδεοληψίες και φανατισμούς κατέληξε στην εκτροπή του «Σοβινισμού», ο οποίος συνήθως έχει καταστροφικές συνέπειες στη πορεία του αποξενωμένου από τις ρίζες του και τη πραγματικότητα λαού, 

Από τα γεγονότα των τελευταίων δεκαετιών ο Κεμάλ γνώριζε πως το θρησκευτικό κέντρο των Ελλήνων, Βουλγάρων και Ρώσων και όλων γενικά των Ορθοδόξων στην Ανατολή και στη Δύσεως είναι το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Και γι’ αυτό επεδίωξε στη Λωζάννη να το εμπλέξει με την Ανταλλαγή των πληθυσμών για να το απομακρύνει από τη διαχρονική έδρα του. Όμωςσυνάντησε την ομόθυμη αντίδραση των αντιπροσώπων των κρατών που συνήλθαν τη Διάσκεψη Ειρήνης. 

Ο πρόεδρος της Διασκέψεως δήλωσε τότε προς την Άγκυρα ότι αν δεν απέσυρε τη πρότασή της θα επαναλαμβανόταν ο πόλεμος με συνέπεια την επανάληψη του πολέμου για την απελευθέρωση της Κων/πόλεως και τότε θα συμμετείχε η ετοιμοπόλεμη και πανίσχυρη ελληνική Στρατιά του Έβρου!

Τα συμβάντα κατά τη περίοδο της Κατοχής της Κων/​πόλεως το 1918 – 1923 από τους Συμμάχους ανέδειξε ως ύψιστο κίνητρο για την απελευθέρωση της κάποτε βασιλίδος Πόλεως της Ανατολής ήταν η επιστροφή στους δικαιούχους της Αγίας Σοφίας και η μελλοντική τύχη αυτού του μνημειακού ναού. 

Η διεκδίκηση της επιστροφής της αυτής της βασιλικής αποτελούσε βασικό αίτημα του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των Ορθοδόξων της Ανατολικής Ευρώπης. Σ’ αυτό παρενέβη με διάβημά του προς τους «Συμμάχους» υπέρ της Αγίας Έδρας.

Καθώς και ο πανίσχυρος Γραμματέας του κράτους του πάπα Βενεδίκτου ΙΕ΄ καρδινάλιου Πέτρος Γκάσπαρι και με την ενέργεια αυτή το θέμα της Αγίας Σοφίας καταστάθηκε αίτημα όλης της Χριστιανοσύνης. (*Αρ. Πανώτη. Συνοδικόν τ. Β΄ σσ.470 – 472.) 

Όταν τελικά οι Δυτική «Σύμμαχοι» επέστρεψαν την κυριαρχία Κων/πόλεως στους Τούρκους ο Κεμάλ είδε ότι το παγχριστιανικό αυτό αίτημα για τον ιστορικό ναό θα συνεχίσει να αποτελεί ανεκπλήρωτη προσδοκία λαών και επομένως συνεχή απειλή για τη πλήρη τουρκοποίηση της Πόλεως, τότε αποφάσισε ως μεσαία λύση να τον μουσειοποιήσει. 

Το Ιουστινιάνειο μεγαλούργημα της τρουλλαίας βασιλικής της του Θεού Σοφίας, που στέκεται όρθιο επί σεισμογενούς εδάφους επί 15 αιώνες είναι όχι μόνον το κάλλιστο σύμβολο των Ορθοδόξων λαών, αλλά προσελκύει η σύλληψη της μορφής του και η ιστορία του το ενδιαφέρον και όλης της ανθρωπότητος. 

Είναι το ζωντανό και έμψυχο σύμβολο της Ορθοδοξίας και γύρω του υφαίνεται η οικουμενική συνείδηση της Ρωμιοσύνης και η πολιτιστική ταυτότητα των λαών της Ανατολικής Ευρώπης και της Θράκης και Μικρασίας. 

Αποτελεί βαθιά έκφραση της ιδιότητας της Πανσοφίας του Θεού δια του σαρκωθέντος Λόγου Του, του Ιησού Χριστού και γι’ αυτό απετέλεσε τη καρδιά της Μεγάλης Εκκλησίας της Κων/πόλεως και καθέδρα του αποστολικού θεσμού της Εκκλησίας μας.

Ο Μουσταφά Κεμάλ με το κύρος του Πατέρα της Αντιστάσεως κατά του διαμελισμού της Τουρκίας με τη «Συνθήκη των Σεβρών», σκέφθηκε να τον καταστήσει επισκέψιμο χώρο κοντά στο ήδη υφιστάμενο Αρχαιολογικό Μουσείο στο λόφο του αρχαίου Βυζαντίου για να αποθαρρύνει κάθε πίεση διεκδικήσεώς του. 

Έτσι μεθοδικά ξεκίνησε την απαλλοτρίωση από τα πρόσθετα ξύλινα κτίσματα όλου του γύρω χώρο από την Αγία Σοφία και τον Ιππόδρομο με τη πρόθεση να ενοποιηθεί το ιστορικό κέντρο της Πόλεως, που κάποτε υπήρξε η καρδιά δύο αυτοκρατοριών, προκειμένου να διενεργηθούν εκεί αρχαιολογικές ανασκαφές. 

Μάλιστα ανέλαβε να εγκαινιάσει την έναρξη αυτών των εργασιών στη περιοχή και έφθασε από την Άγκυρα για κάποιο επετειακό εορτασμό στην Κων/​πολη τον Σεπτέμβριο του 1926. Ειδοποίησε τον διευθυντή του Αρχαιολογικού Μουσείου της Πόλεως Αζίζ Ογκάν και τον τότε βαλή-Χαϊδάρ μπέη ότι επιθυμεί να επισκεφθεί την «Ayasófya», όπως αποκαλούσαν οι Οθωμανοί το ιερό καθίδρυμα των Ορθοδόξων.

Την επομένη ημέρα συνοδευόμενος από τον υπασπιστή του και τον αρχαιολόγο Ογκάν έφθασε έξω από τον ναό της Αγίας Σοφίας. Εκεί τον περίμενε ο Ογκάν ο οποίος ανέλαβε να τον ξεναγήσει ως ο αρμόδιος υπηρεσιακός παράγοντας του γειτνιάζοντος Αρχαιολογικού Μουσείου. 

Αρχικά γνωρίζουμε ότι αναφέρθηκε στην ιστορική διαδρομή του ναού που έγινε τέμενος το 1453 και επισήμανε πως η «Άϊ Σοφιά» έγινε πηγή εμπνεύσεως της γνωστής αρχιτεκτονικής Σχολής της σουλτανικής περιόδου μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα. 

Τότε ο σουλτάνος Αβδούλ Μετζίτ ανέθεσε την επισκευή του το 1847 – 49 στους Ελβετούς αρχιτέκτονες Γκάσπαρ και Ιωσήφ Φασσάτι, που είχαν φθάσει στην Πόλη το 1841 για να αναστηλώσουν το κατεστραμμένο από φωτιά ναό Πέτρου και Παύλου των Καθολικών. Αυτοί κλήθηκαν τότε και από το σουλτάνο να μελετήσουν την ευστάθεια της αρχαίας βασιλικής για την ανακαίνισή της. 

Κατά τις εργασίες που άρχισαν οι Φοσσάτι διαπίστωσαν ότι κάτω από τους ασβεστωμένους τοίχους με κάποιο μείγμα γύψου καλύπτονταν ψηφιδωτά μερικά των οποίων αποτελούσαν μεγάλης ιστορικής και αισθητικής αξίας έργα όπως εκείνα που ήξεραν από τις σπουδές τους. 

Οι εργασίες που τότε έκαμαν ήταν τόσο σημαντικές ώστε όταν συνέβη ο μεγάλος σεισμός του 1894 ο ναός υπέστη ελάχιστες ζημιές, ενώ μεγάλο μέρος της ποίο πέρα Κλειστής Αγοράς και πολλά άλλα τεμένη κατέρρευσαν με πολλά θύματα. 

Βέβαια το μεγαλείο του μνημείου το ζημίωναν οι εξωτερικές υποστυλώσεις και τα γύρω του πρόσθετα σουλτανικά μαυσωλεία, καθώς και οι δεκαπέντε αιώνες της ιστορίας του, κάτι που πρόσεξε ο Κεμάλ. Όταν προχώρησαν στο νάρθηκα και έφθασαν στο κατώφλι της βασιλικής πύλες της ο Κεμάλ εντυπωσιάστηκε από το μεγαλείο του χώρου. 

Ο Αζίζ Ογκάν του εξήγησε πως οι Μικρασιάτες αρχιτέκτονες συνδύασαν το περίκεντρο και το κατά μήκος κτίσμα της βασιλικής για να τεθεί κάτω υπό ένα φωταγωγημένο και αιωρούμενο νευρώδη τρούλλο με 40 παράθυρα που κρεμάται από ουρανό για να «αναγελά αεί η ημέρα»» κατά τον ιστορικό Προκόπιο. 

Αυτός ο τρούλος υπενθύμιζε τον «θόλο» του σύμπαντος και κάλυπτε τον χώρο των προσευχόμενων που πρέπει αριθμούσαν περί τους 14.000 πιστούς. Αλλά και οι διάτρητες επιφάνειες των μαρμαρώσεων των τοίχων θύμιζαν τα παραπετάσματα που κρέμονταν και κάλυπταν το δάσος των κιονοστοιχιών! 

Του έδειξε και τα υπερώα με τα ψηφιδωτά που ήταν εν μέρει γνωστά σε παλαιούς περιηγητές από το 1738 και τώρα άρχισαν να εμφανίζονται μόνα τους και πάλι αφού έπεφταν τα πρόσθετα ασβεστοκονιάματα από το γύψο! 

Η εντύπωση όλων αυτών ήταν συγκλονιστική για τον Κεμάλ. Σκεπτόταν πως ήταν εύλογη η γοητεία που ασκούσε στους πολιτισμένους λαούς η Αγία Σοφία και έπρεπε αυτό «να συντελέσει στην αναθεώρηση των αντιλήψεων της διεθνούς κοινής γνώμης για τη Τουρκία».

Η αξιοποίηση αυτή του μνημείου επέβαλε την αρχαιολογική και καλλιτεχνική έρευνά του για την ανάδειξη του μνημείου που θαυμάζει όλη η ανθρωπότητα! Με την εντολή του Κεμάλ για να περιέλθει πλήρως το κτίσμα στην αρμοδιότητα της αρχαιολογικής υπηρεσίας και να αρχίσουν και σ’ αυτό οι μελέτες και οι εργασίες, ευθύς παραδόθηκαν τα κλειδιά του τεμένους στον Αζίζ Ογκάν.

Ο οποίος με σειρά μυστικών ενεργειών απέσπασε την «Άϊ Σόφια» από το κτηματολόγιο των «εβκαφίων» και το ενέταξε σε εκείνο της αρχαιολογικής υπηρεσίας. Αμέσωςανατέθηκε η ευθύνη της διαφυλάξεώς του σε υπαλλήλους της υπηρεσίας του. 

Έτσι ο ναός που διεξαγόταν εκεί η ισλαμική λατρεία από το 1453 έπαυσε πλέον να χρησιμοποιείται και από τότε η φωνή του μουεζίνη δεν ακούστηκε γιατί η εντολή του Κεμάλ ήταν τότε νόμος και κανείς δεν τόλμησε από τους μουσουλμάνους να την αμφισβητίσει. 

Μόλις άρχισε με την εντολή του Κεμάλ να υλοποιείται ο κύκλος των εργασιών στο ναό και στη γύρω περιοχή το Υπουργικό Συμβούλιο της Άγκυρας στις 24 Οκτωβρίου 1934 εξέδωσε το υπ’αρίθμ 241589 Διάταγμα στις 4 Νοεμβρίου 1934,. με το οποίο μετατρέπεται στο μέλλον η «Ayasófya», σε μουσείο. 

Ο Αζίζ Ογκάν απήλλαξε και το εσωτερικό του ναού από τους πέντε πελώριους δίσκους με επιγραφές των ιερών προσώπων του Ισλάμ που έγιναν επί Αχμέτ Γ (1703−1730) από τον καλλιγράφο Τεκνετζί ζαντέ Ιμπραήλ για να φαίνονται οι μοναδικές ορθομαρμαρώσεις των πλευρών του κεντρικού κλίτους και παραχώρησε τα χαλιά και τα κινητά έπιπλά της ισλαμικής λατρείας σε άλλα τεμένη. 

Από τότε άρχισαν οι μελέτες για την κατάσταση του μνημείου, ενώ οι ανασκαφικές έρευνες επεκτάθηκαν και στην περιοχή του Μιλλίου και του Ιπποδρόμου που έφερε στο φως τη πλατεία του Αυγουσταίου και τα θεμέλια ναών κτλ. που επισήμανε την ιστορική μνήμη της μακράς περιόδου ακμής της Κων/​πόλεως. 

Από τότε άρχισαν οι μελέτες για την κατάσταση του μνημείου, ενώ οι ανασκαφικές έρευνες επεκτάθηκαν και στην περιοχή του Μιλλίου και του Ιπποδρόμου που έφερε στο φως τη πλατεία του Αυγουσταίου και τα θεμέλια ναών κτλ. που επισήμανε την ιστορική μνήμη της μακράς περιόδου ακμής της Κων/​πόλεως. 

Από τη 1η Φεβρουαρίου 1935 το επισκέπτεται επίσημα ο Μουσταφά Κεμάλ ως πρόεδρος της Τουρκικής Δημοκρατίας και αποθαυμάζει τα αποκαλυφθέντα με τη πρωτοβουλία του ψηφιδωτά και όλο το μοναδικό μεγαλείο του μνημείου. Τότε ο Ογκάν κατ’ εντολή του Κεμάλ αναζήτησε τους καλύτερους μελετητές και τεχνικούς των ψηφιδωτών για τη συντήρηση και αποκάλυψή τους.

Σε αυτό τον βοήθησε από το 1930 το Αμερικανικό Tεχνολογικό Ινστιτούτο Βυζαντινολογίας του Prince­ton με διευθυντή τον Θωμά Ουϊτμωρ (ThomasWhit­te­more† 1950) και οι δύο Ιταλοί ψηφιδογράφοι Γκρεγκορίνη και Μπενβενούτη που προσέλαβαν ως εργάτες και Ρωμιούς.

Η αποκάλυψη των εντοίχιων ψηφιδωτών άρχισε τον Απρίλιο του 1932 από τον εσωνάρθηκα και προχώρησε στο ναό και στα υπερώα που συνεδρίαζε η Μεγάλη Σύνοδος της Κων/​πόλεως και από εκεί εισερχόσουν με τον διάδρομο προσβάσεως στον «Θετταλό Τρίκλινο» της κατοικίας του Πατριάρχη.

Ο διάδρομος αυτός σήμερα είναι κλειστός για το κοινό και διατηρεί αδημοσίευτα ψηφιδωτά Πατριαρχών και χρησιμεύει μόνον ως αποθήκη εικόνων, ενώ κτίσθηκε η πύλη που εισερχόσουν στα καταδαφισθέντα κτίσματα των Πατριαρχείων. 

Τα καθαρισθέντα ψηφιδωτά από την τελευταία κάλυψή τους το 1786 είναι όλα της Μεταεικονομαχικής περιόδου, γιατί τα Ιουστινιάνεια που ιστορήθηκαν κατά την οικοδόμηση του ναού αποσβέστηκαν κατά την Εικονομαχία και είχαν αντικατασταθεί με γυμνούς Σταυρούς στο χρυσό φόντο!

 Η ποιότητα των αρχικών ψηφιδωτών ήταν ισάξιας τέχνης με τα ψηφιδωτά της Ραβέννας, της ίδιας προελεύσεως και περιόδου! Αλλά και τα διασωθέντα θεωρήθηκαν σπουδαία για την ιστορική και υψηλή ποιότητα της τέχνης τους και ευθύς απέκτησαν παγκόσμιο επιστημονικό ενδιαφέρον! *Στεφ. Παπαδόπουλου, Αναμνήσεις από την Πόλη, Αθήναι 1978 , σσ. 117 – 124, 191 – 193 

Βέβαια κατά καιρούς το αίτημα για «ναμάζι» στο χώρο του ναού προερχόταν μόνον από αντικεμαλισμό η φονταμενταλισμό μερικών φανατικών και απορριπτόταν, δεδομένου ότι πλησίον υπάρχει το τέμενος Σουλτάν Αχμέτ για προσευχή. Η βασιλική «της του Θεού Σοφίας» ήταν ο πυρήνας της Αποστολικής Καθέδρας της Νέας Ρώμης, ισάξια κανονικά και νομικά στη Οικουμένη. 

Η Πρωτόθρονη Εκκλησία της Ανατολής λειτουργούσε από εκεί ως το θεσμικό κέντρο της κατ’ Ανατολάς Εκκλησίας και αυτό δεν διαγράφεται από την Πανορθόδοξο Συνείδηση, όπως και δεν μπορούν να αμφισβητήσουν οι σήμερα φυλάσσοντες κουστωδοί ότι το πλήθος των μυριάδων ορθοδόξων πάντα τον διεκδικούν για να τον επαναλειτουργήσουν. 

Μέχρι σήμερα από το 1453 ουδείς «εν ενεργεία» Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως και Οικουμενικός Πατριάρχης τον επισκέφθηκε ποτέ επίσημα. Εξαίρεση μοναδική ήταν η γονυπετής προσευχή στο κέντρο του πάπα Παύλου ΣΤ στις της 25ης Ιουλίου 1967. 

Μόνον σιωπηρά προσευχόμενοι των επισκέπτονται οι ομόδοξοι Πατριαρχές, ιεράρχες και κληρικοί, καθώς και οι ευσεβεις ψυχές είναι μνήμονες των τελετουργιών που άλλοτε διεξήγοντο στο έμψυχο αυτό αριστούργημα της ορθοδόξου πίστεώς μας. 

Ακόμη άξια σεβασμού και επαίνου είναι και η συνεχιζόμενη εκεί προσκυνηματική επίσκεψή του από ετεροδόξους και αλλοθρήσκους της Οικουμένης, που μέσα σ’ αυτόν τον πανσεπτό χώρο κατανύσσεται η καρδιά τους, γιατί δεν μολύνθηκε από την βίαιη ετερόδοξη ή ετερόθρησκη χρήση του, όσο από τη κόγχη του κατοπτεύει τους πάντες η Πλατυτέρα των Ουρανών και Υπέρμαχος στρατηγός του Γένους μας.- 

ΥΓ. Πλήρης έλληνική και διεθνής βιβλιογραφία μέχρι το 1983 περί της Αγίας Σοφίας και των ψηφιδωτών της βλ. στο επανεκδοθέν από τις εκδόσεις Β. Γρηγοριάδη «Συμπλήρωμα» των τριών τόμων του κλασσικού έργου του Ευγενίου Άντωνιάδη «Έκφρασις της Αγίας Σοφίας». 

Τομέας Ενημέρωσης: Voiotosp.blogspot.gr

 


Δημοσίευση σχολίου