21 Απριλίου, 2017

ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΠΡΟΔΩΣΕ Η ΧΟΥΝΤΑ

 

Ο μεγάλος Έλληνας ποιητής διέβλεπε όσα έμελλε να συμβούν στον Ελληνισμό. Μια ακόμη εθνική τραγωδία με την θαλασσοφίλητη Κύπρο να παίρνει τη θέση της, και χωρίς ίχνος υπερβολής, δίπλα στον εθνικό οδυρμό του 1453 και στα ματωμένα χώματα του 1922.

Οι απώλειες και οι πληγές της μεγίστης προδοσίας του 1974 έχουν κατά κύριο λόγο αναλυθεί, ωστόσο, 50 χρόνια μετά μένουν χωρίς απάντηση κρίσιμα ερωτήματα εκείνης της περιόδου που θα απαντηθούν μόνο όταν ανοίξει ο φάκελος της Κύπρου. Γνωρίζουμε, ωστόσο, τόσο για το «φιλί προδοσίας» που έδωσαν Παπαδόπουλος και Ιωαννίδης στον Ελληνισμό, λαμβάνοντας από τον υπέρτατο σύμμαχο τα «30 αργύρια» εκείνης της εποχής.  

«Η δεκαετία του 1950, στην οποία αναδύθηκε το κυπριακό πρόβλημα ως διεθνές, εκυριαρχείτο από την κορύφωση του Ψυχρού Πολέμου, ενώ, παράλληλα, εκτυλίσσονταν μεγάλες κρίσεις στη Μέση Ανατολή, όπως οι πρώτοι πόλεμοι μεταξύ Ισραήλ και Αράβων, αλλά και η κρίση του Σουέζ, που προσδιόρισαν την πολιτική ταυτότητα της εποχής και τη διασύνδεσή της με το Κυπριακό Πρόβλημα» σημειώνει στο NEWS 247 ο καθηγητής κ. Χριστόδουλος Γιαλλουρίδης. 

Επισημαίνοντας παράλληλα πως «στη δεκαετία του 1960 το Κυπριακό Πρόβλημα έλαβε διαστάσεις απειλής παγκόσμιας σύρραξης, όπου η κρίση της Κούβας το 1962 επέβαλε μια νέα σχέση συνύπαρξης των δύο υπερδυνάμεων, σχέση που αποτυπώθηκε και στην πυροσβεστική παρέμβαση και των δύο στην απειλή ελληνοτουρκικού πολέμου για την Κύπρο το 1964. 

Η δεκαετία που ακολούθησε αποτέλεσε και την πολεμική κορύφωση του Κυπριακού Προβλήματος, όπου, εν μέσω περιόδου ύφεσης στις σχέσεις των δύο υπερδυνάμεων, η τουρκική εισβολή και κατοχή της Κύπρου δεν αποτέλεσε κίνδυνο διεθνούς ανάφλεξης, ενώ, ευκόλως, η απειλή μιας ελληνοτουρκικής σύρραξης απετράπη με διεθνή χειρισμό της κρίσης που εκδηλώθηκε».

Τη δεκαετία 1964-1974 και κυρίως από το 1967 και μετά τα μικρονοϊκά σχέδια, που αποδείχθηκαν στη συνέχεια μεγαλοφυή για την καταστροφή της Κύπρου, ήταν αυτά που άλλαξαν το ρου ολόκληρου του Ελληνισμού. Αμερικανοί, Βρετανοί, Τούρκοι και σε ρόλο “Εφιάλτη” η συμμορία των συνταγματαρχών πρόδωσαν ότι πιο ιερό, για το έθνος, παραδίδοντας το παιδί της Ελλάδας στους φονιάδες του.

Οι πρωταγωνιστές εκείνης της περιόδου, Παπαδόπουλος και Ιωαννίδης από ελληνικής πλευράς έβαλαν Ελλάδα και Κύπρο σε απίστευτες περιπέτειες καθώς όχι μόνο διέλυσαν τον ελληνικό στρατό, αλλά κατάφεραν - ως αποδεδειγμένα πράκτορες της CIA και πιόνια του Κίσινγκερ- να παραδώσουν δεμένη χειροπόδαρα την Κύπρο, που ακόμη και σήμερα μετρά τις πληγές εκείνης της περιόδου.

Παρέδωσαν μια χώρα κυριολεκτικά στα συντρίμμια και θυσίασαν τις ζωές χιλιάδων Ελληνοκυπρίων στις προσταγές των ξένων, εξυπηρετώντας τη συνωμοσία κατά του Ελληνισμού. Πέτυχαν αυτό που έγκαιρα είχε προβλέψει, από το 1968,  ο Ευάγγελος Αβέρωφ ότι δηλαδή,  «δυστυχώς το καθεστώς των συνταγματαρχών θα καταρρεύσει επί των ερειπίων και του αίματος του Ελληνισμού!».

Ξεκινώντας ανάποδα, οι συνταγματάρχες με τελευταίο τον Ιωαννίδη έκλεισαν τον κύκλο της χούντας και δεν ήταν πλέον χρήσιμη, όταν με «αριστοτεχνικό» τρόπο εκτέλεσε το σχέδιο των Αμερικανών οι οποίοι ήδη από το 1964  μιλούσαν για διχοτόμηση της Κύπρου. Το γνωστό σε όλους σχέδιο Άτσεσον πρότεινε πολιτική λύση σε δύο βασικές παραλλαγές. 

Η πρώτη, προέβλεπε την εγκατάσταση τουρκικής βάσης κατά κυριαρχία σε ευρεία εδαφική ζώνη στη χερσόνησο της Καρπασίας ίση με το 10%-11% του εδάφους του νησιού ως αντάλλαγμα για την ένωση του υπολοίπου της Κύπρου με την Ελλάδα. Για τους Τουρκοκύπριους που δεν θα μετέβαιναν στην τουρκική ζώνη προβλεπόταν,  εκτεταμένη αυτοδιοίκηση σε καντόνια εντός της ελληνικής ζώνης. 

Ήταν μια λύση που προσέγγιζε περισσότερο στην έννοια της διπλής ένωσης και της διανομής του νησιού μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Καθώς το σχέδιο διέρρευσε στον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο και η Αθήνα αντελήφθη ότι ήταν αδύνατο να το υποστηρίξει εγκαταλείφθηκε άρον - άρον.

Η δεύτερη εκδοχή του σχεδίου που παρουσιάστηκε από τον Άτσεσον απέβλεπε στην ικανοποίηση της ελληνικής πλευράς, καθώς είχαν μεσολαβήσει οι τουρκικοί βομβαρδισμοί στη μεγαλόνησο και η Ουάσιγκτον επεδίωκε να ενισχύσει την τάση της Αθήνας προς συμβιβασμό. 

Έτσι προέβλεπε την παραχώρηση βάσης ίσης με το 5% του εδάφους της Κύπρου στην Τουρκία, αυτή τη φορά υπό καθεστώς εκμίσθωσης για 50 έτη κάτι που ήρθε σε πολύ χειρότερη βάση με την εισβολή των Τούρκων στη Μεγαλόνησο το 1974.

Περιορισμένη εισβολή
Με  την εισβολή του Αττίλα το 1974, την κατάληψη του 37% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, τον βίαιο εκτοπισμό του συνόλου του πληθυσμού που ήταν ελληνικός, τη μεταφορά Τουρκοκυπρίων από το νότο στο βορρά και τη μεταφορά και εγκατάσταση εποίκων της Ανατολίας. 

Ουσιαστικά επιτεύχθηκε «η πρώτη εθνοκάθαρση καθώς ήταν η πρώτη στρατιωτική εισβολή σε ευρωπαϊκό έδαφος μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο όπως χαρακτηριστικά σημειώνει το 1979 ο καθηγητής Ντίτερ Όμπερντόρφερ στο βιβλίο «Griechenland vor dem Beitritt in die EG».

Υπήρξαν, ωστόσο, δύο ακόμη σημαντικοί σταθμοί πριν φθάσουμε στη διεθνή συνωμοσία και προδοσία του 1974. Το 1957 με εντολή του Αντνάν Μεντερές εκπονήθηκε το σχέδιο του Νιχάτ Ερίμ (επικεφαλής της τουρκικής αντιπροσωπείας για τη σύνταξη και την επεξεργασία του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας) το οποίο επιχειρήθηκε να εφαρμοσθεί το 1963-64 κατά τη διάρκεια της Τουρκοκυπριακής ανταρσίας μετά τη γνωστή αποτρεπτική παρέμβαση Αμερικανών και Σοβιετικών. 

Έκτοτε Αμερική, Βρετανία και Τουρκία προσπαθούσαν με επιμονή και σταθερότητα την επίτευξη της διχοτόμησης ως τελικής λύσης του Κυπριακού την ώρα που εμπιστευτικά βρετανικά  έγγραφα τα οποία δόθηκαν και στους Αμερικανούς έδειχναν ότι οι Τούρκοι είχαν ως στόχο μια γεωγραφικά χωριστή διοικητική και πολιτική δομή, με εξαναγκαστική μετακίνηση 35 χιλιάδων Ελληνοκυπρίων και 45 χιλιάδων Τουρκοκυπρίων. 

Ήταν όμως και η ίδια περίοδος που μετά το τελεσίγραφο του Ινονού στις ΗΠΑ και την στήριξη στο πρόσωπο του Μακάριου από τους Σοβιετικούς, υπήρξε αμερικανοβρετανικό σχέδιο για την προστασία των Τουρκοκυπρίων, ως ένα σχέδιο αποφυγής ενδονατοϊκού πολέμου.  

Ο Μακάριος δεν ήθελε καμία ειρηνευτική δύναμη ήταν αμετακίνητος φοβούμενος ότι μια ειρηνευτική δύναμη στα χέρια Δυτικών θα χρησιμοποιούνταν ώστε να ενισχυθεί η αποσχιστική πορεία των Τουρκοκυπρίων και οι ΗΠΑ εκπονούν το σχέδιο εισβολής των Τούρκων. Στο σχέδιο αυτό προκαθορίστηκαν οι περιοχές της Κύπρου που θα βρίσκονταν οι Τούρκοι και τους  Έλληνες να θεωρούν την εισβολή ως μια «περιορισμένη επέμβαση» με αποτέλεσμα να μην προχωρήσουν σε πόλεμο με την Τουρκία.

Οι Αμερικανοί μίλαγαν μάλιστα για «προσεκτικά ελεγχόμενη και πειθαρχημένη επέμβαση», σύμφωνα άλλωστε με τη Συνθήκη Εγγυήσεων, με το μεγάλο ερώτημα να παραμένει η Τουρκία για τον εάν δηλαδή και κατά πόσο θα πειθαρχούσε, ενώ όταν θα έφταναν στο νησί οι ειρηνευτικές δυνάμεις. 

Οι Τούρκοι θα έπρεπε να αποχωρήσουν, όπως σημειώνει στο υπόμνημά του στις 14.2.64 ο Αμερικανός πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα Φ. Τάλμποτ στον Αμερικανό υφυπουργό Εξωτερικών Τζ. Μπολ. Αυτή η τουρκική εισβολή ήρθε τελικά μετά από 10 χρόνια υπό άλλους και ευνοϊκότερους για τις ΗΠΑ και την Τουρκία όρους.

Νίξον και Χούντα
Το τι ακριβώς επιζητούσαν οι Αμερικάνοι φαίνεται ξεκάθαρα και από το διάλογο που  μεταφέρει ο δημοσιογράφος της Guardian, μεταξύ του υφ. Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζ. Μπολ και του  Βρετανού διοικητή των τριμερών περιπολιών ανακωχής Πάκαρντ, το 1964 του αναφέρει: «Λάθος το έχεις στο μυαλό σου.  

Υπάρχει μια μόνο λύση για αυτό το νησί και είναι η λύση της διχοτόμησης» και με τον τρόπο αυτό – για την Αμερική- δεν θα υπήρχε ο «Κόκκινος Κάστρο», ο Μακάριος, δηλαδή, να φλερτάρει με τους Σοβιετικούς. 

Ωστόσο, η σχέση της Χούντας με τις ΗΠΑ όχι απλά έπαιξε κυρίαρχο ρόλο στην κατάληψη της εξουσίας από τους συνταγματάρχες, αλλά και στην μετέπειτα πορεία της 7 ετίας.

Όπως αποκαλύπτει στο βιβλίο του ο Brendan O’ Malley “Η συνομωσία της Κύπρου” ο Νίξον από τις πρώτες μέρες της προεδρίας του έδειξε εξαιρετική θέρμη στη Χούντα. Στη κηδεία του Αϊζενχάουερ αρνήθηκε να συναντήσει τον εξόριστο τότε βασιλιά, συναντήθηκε όμως  με τον Παττακό.

Αυτή ήταν η συνάντηση που ενδυνάμωσε τη σχέση των δυο μερών, ενώ όπως αναφέρει το 1976 ο Χένρι Τάσκα, ο Αμερικανός πρέσβης στην Αθήνα από το 1970 έως το 1974, «το 1968 η Χούντα είχε χρηματοδοτήσει την εκλογική εκστρατεία του Νίξον μέσω ενός υποστηρικτή του, του Τομ Πάππας επιχειρηματία με σημαντικές επενδύσεις στην Ελλάδα». Μάλιστα έκθεση της CIA ανέλυσε τον τρόπο που χρησιμοποιούσε τις επιχειρήσεις του για την κάλυψη των δραστηριοτήτων της.

Τόσο όμως οι συνταγματάρχες όσο και ο Νίξον έβλεπαν ως “κόκκινο πανί” τον Μακάριο. ΗΠΑ και Ελλάδα τον θεωρούσαν επικίνδυνο και οι χουντικοί έκαναν τα πάντα για βγάλουν το «πρόβλημα», που άκουγε στο όνομα Μακάριος, από τη μέση. Δολοφονικές απόπειρες ή και απομάκρυνση με τη βία, ήταν πάντα εν γνώσει των αμερικανών με κλιμάκιο της CIA στην Αθήνα να έχει μετατραπεί σε κέντρο δολοφονικών σχεδιασμών του Μακάριου.

«Αυτό το κάθαρμα (ο Μακάριος) πρέπει να δολοφονηθεί, πριν συμβεί κάτι στην Κύπρο» ανέφερε ο αν. υπουργός των Εξωτερικών των ΗΠΑ Μπολ, όπως σημειώνει Brendan O’ Malley και ο καλύτερος σύμμαχος για να βγει από τη μέση ο Μακάριος ήταν η Χούντα καθώς οιαδήποτε εμπλοκή της Τουρκίας θα προκαλούσε την αντίδραση των σοβιετικών.

Έτσι και εγένετο.
Ο Παπαδόπουλος ζήτησε από τον Μακάριο να προσφέρει διευκολύνσεις προς τους Τουρκοκύπριους  με το σχέδιο να έχει εγκριθεί, σε μυστικές συνομιλίες του ΝΑΤΟ, από τους αμερικανούς, εν γνώσει των Τούρκων ως ένα μέρος συνωμοσίας για την εξολόθρευση του Μακάριου.

Μάλιστα η Χούντα φέρεται να ενημέρωσε απευθείας την Τουρκία πως «όσο είναι ο Γρίβας στο νησί δεν θα χυθεί τουρκικό αίμα». Κατά τον ανταποκριτή του BBC, Λέσλι Φίσερ ο Γρίβας ως αρχηγός της ΕΟΚΑ – Β΄ είχε σταλεί με σκοπό τη δημιουργία ταραχών ώστε να επέμβουν οι συνταγματάρχες και να «αποκαταστήσουν την τάξη», κάτι που σε καμία περίπτωση δεν θεωρούν ότι συνέβη όσοι συνεργάτες του Γρίβα μίλησαν εκ των υστέρων για την επιστροφή του στην Κύπρο.

Όπως είπαν «ο Γρίβας, δεν λειτουργούσε για λογαριασμό τους», ενώ άλλοι ερευνητές, σημειώνουν πως «η ΕΟΚΑ –Β υπήρξε ο πέμπτος τροχός της πραξικοπηματικής άμαξας. Χαρακτηριστικά όσα γράφει ο πολιτικός αρθογράφος Μάριος Ευρυβιάδης: «Το πραξικόπημα οργανώθηκε από την Αθήνα και υλοποίησαν οι χουντικοί αξιωματικοί στην Κύπρο. 

Αιχμή πυρός των πραξικοπημάτων υπήρξε, δυστυχώς, η ΕΛΔΥΚ και επίλεκτες μονάδες της Κυπριακής Εθνοφρουράς υπό την ηγεσία χουντικών αξιωματικών». Ωστόσο, μετά το θάνατο του Γρίβα (27.1.74) συνεργάτες του ανέπτυξαν σχέσεις με το καθεστώς  με τον Πάτροκλο Σταύρου, επί δεκαετίας ως υφυπουργός παρά τω προέδρω της Κυπριακής Δημοκρατίας, να γράφει στο Βήμα στις 17/1/99 ότι «πίσω από την ΕΟΚΑ –Β ήταν αφεντικό ο Κίσινγκερ».

Εκείνη την περίοδο ο Παπαδόπουλος διατάζει για ακόμη μια φορά τον Μακάριο να παραδώσει τα όπλα, που είχε λάβει από την Τσεχοσλοβακία και του στέλνει το εξής τελεσίγραφο: «Παρέδωσε τα όπλα, διώξε όλους τους αριστερούς από τη κυβέρνηση και απέλυσε όσους υπουργούς είναι αντίθετοι στη Χούντα, συμπεριλαμβανομένων και του ΥΠΕΞ Κυπριανού». 

Του ζήτησε επίσης να σχηματίσει μια κεντροδεξιά κυβέρνηση εθνικής ενότητας συμπεριλαμβάνοντας και προσκείμενα πρόσωπα στον Γρίβα.  Ο Παπαδόπουλος είχε ήδη καταστρώσει το πραξικόπημα στην Κύπρο. Τα πρώτα σχέδια αποκαλύφθηκαν τρεις μήνες μετά και τελικά τέθηκε σε αναμονή από τις ΗΠΑ.

Ωστόσο, σαν κίνηση ελιγμού και των προβλημάτων που είχε ο Μακάριος, έκανε τις αλλαγές στην κυβέρνηση απομακρύνοντας 7 υπουργούς και ένα ακόμη σχέδιο του Παπαδόπουλου με τη χρήση τανκς, οβίδων και πυροβόλων κατά του Μακάριου, τον Ιούλιο του 1972, απέτρεψε η Κυπριακή Υπηρεσία Πληροφοριών.

Οι επιθέσεις της ΕΟΚΑ συνεχίστηκαν μέχρι και με βομβιστική επίθεση στο σπίτι του υπουργού Εσωτερικών Γ.Ιωαννίδη, ενώ μόνο σε μια μέρα έγιναν 32 εκρήξεις στην Πάφο, στη Λεμεσό και στην Λάρνακα, με αποκορύφωμα να απαχθεί τον Ιούλιο ο υπουργός Δικαιοσύνης Χρήστος Βάκης.

Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Brendan O’ Malley η τέταρτη συνομωσία δεν αποκλείεται να ήταν ύστερα από τουρκική πίεση καθώς «η Χούντα δεν κατάφερε, όπως διαβεβαίωνε, να επιβάλλει την λύση στο θέμα του Μακάριο» και ζήτησαν μέσω της διάσκεψης της Βιέννης να τους διασφαλίσουν εδαφικές παραχωρήσεις ή να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες.

Όλες οι πλευρές ήταν ενήμερες, φυσικά και οι ΗΠΑ, οι οποίες είχαν έναν και μοναδικό σκοπό. Να ρίξουν τον Μακάριο. Τελικά ο Παπαδόπουλος δεν κατάφερε ποτέ να τον ανατρέψει, «έπεσε»  και το βρώμικο παιχνίδι εκτέλεσε, ο έτερος συνεργάτης της CIA, ταξίαρχος Ιωαννίδης, αρχηγός της ΕΣΑ. 

Η CIA χρηματοδοτεί τον Ιωαννίδη 
Από τα μέσα του 1972 οι παραστρατιωτικές οργανώσεις της χούντας στην Κύπρο δαπανούσαν 6χιλ. δολάρια την ημέρα για όπλα και άλλες επιχειρήσεις όπως αποκαλύπτουν τα κείμενα από τις ηχογραφήσεις των μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ, ενώ όπως έχει δηλώσει ο Βάσος Λυσσαρίδης «είχαμε πολλές αποδείξεις ότι η ΕΟΚΑ –Β΄ χρηματοδοτούνταν από τη CIA», κάτι που επιβεβαίωσε και στη συνέχεια ο τότε πρέσβης των ΗΠΑ στην Κύπρο Τέιλορ Μπέλτσερ.

Για την Ουάσινγκτον ο Ιωαννίδης ήταν ένας παρανοϊκός και για να μην προβεί σε πόλεμο με την Τουρκία, το σχέδιο για την Κύπρου ήταν έτοιμο να εφαρμοσθεί. Διπλός, λοιπόν, ο ρόλος της τοποθέτησης του Ιωαννίδη τόσο για να μην προβεί σε θερμό επεισόδιο και πόλεμο στο Αιγαίο με τους Τούρκους, όσο και για να εκτελέσει το σχέδιο αφανισμού του «Κάστρο της Μεσογείου».

Φθάνοντας στον «μαύρο» Ιούλιο, από τις πρώτες κιόλας μέρες ο Μακάριος και πριν στείλει τη γνωστή επιστολή στον Γκιζίκη όπου διαμαρτύρεται για την πολιτική του καθεστώτος, ενώ ταυτόχρονα λέει πως οι Συνταγματάρχες και ο Γρίβας συνωμοτούσαν για την ανατροπή του,  μειώνει το χρόνο της θητείας στην Εθνική Φρουρά.  

Παράλληλα, απαίτησε να απομακρυνθούν οι αξιωματικοί της Εθνικής Φρουράς και να αντικατασταθούν με νέους, με το πρωινό της 15ης Ιουλίου να πραγματοποιείται η σημαντικότερη απόπειρα δολοφονίας του. Το Προεδρικό Μέγαρο περικυκλώθηκε με τανκς και σφυροκόπησαν το κτήριο λυσσαλέα.

Πυροβολισμοί ακουγόντουσαν στην πρωτεύουσα, ενώ και άλλα κτήρια είχαν τυλιχθεί στις φλόγες. Η Προεδρική Φρουρά αντιστάθηκε για ώρα με το κυπριακό ραδιόφωνο να αναφέρει λανθασμένα ότι ο Μακάριος είναι νεκρός. 

Ο Μακάριος σώθηκε και μάλιστα κατάφερε μέσω Μάλτας να βρεθεί στο Λονδίνο. Το πραξικόπημα της Χούντας ήταν όμως γεγονός και πέντε μέρες αργότερα την 20η Ιουλίου οι Τούρκοι μπαίνουν στην Κύπρο, αποβιβάζοντας 30.000 στρατιώτες.

Την 19η Ιουλίου του 1974 ο Μακάριος στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ., ανέφερε μεταξύ άλλων: «Τα όσα συμβαίνουν στην Κύπρο, από την περασμένη Δευτέρα το πρωί, είναι μία πραγματική τραγωδία. Το στρατιωτικό καθεστώς της Ελλάδας παραβίασε κατάφωρα την ανεξαρτησία της Κύπρου.

Χωρίς ίχνος σεβασμού για τα δημοκρατικά δικαιώματα του κυπριακού λαού, χωρίς ίχνος σεβασμού για την ανεξαρτησία και την κυριαρχία της Δημοκρατίας της Κύπρου, η ελληνική χούντα επεξέτεινε τη δικτατορία στο κυπριακό έδαφος. Είναι γεγονός, ότι εδώ και λίγο καιρό η πρόθεσή τους είχε γίνει φανερή. 

Ο κυπριακός λαός είχε την αίσθηση, εδώ και πολύ καιρό, ότι ετοιμαζόταν πραξικόπημα από την ελληνική χούντα, και η αίσθηση αυτή έγινε ακόμα εντονότερη τις τελευταίες εβδομάδες, όταν η τρομοκρατική οργάνωση "ΕΟΚΑ Β", υποκινούμενη από την Αθήνα, πολλαπλασίασε τις βιαιότητές της. Ανέκαθεν γνώριζα, ότι η παράνομη αυτή οργάνωση είχε τις ρίζες και τις πηγές ανεφοδιασμού της στην Αθήνα. 

Εδώ και καιρό αντιλήφθηκα, ότι οι Έλληνες, που υπηρετούσαν και διοικούσαν την εθνοφρουρά, στρατολογούσαν μέλη της οργάνωσης αυτής και την υποστήριζαν με διάφορους τρόπους, μέχρι που τη βοηθούσαν να έχει πρόσβαση στις αποθήκες πυρομαχικών της εθνοφρουράς. 

Στα στρατόπεδα της εθνοφρουράς, οι Έλληνες αξιωματικοί έκαναν ανοικτή προπαγάνδα υπέρ της παράνομης αυτής οργάνωσης, και μετέτρεψαν την εθνοφρουρά, από κρατικό όργανο, σε όργανο ανατροπής της εξουσίας. 

Κάθε φορά που, κατά καιρούς, παραπονέθηκα στην Αθήνα για την ανάρμοστη συμπεριφορά των Ελλήνων αξιωματικών της εθνοφρουράς, η απάντηση ήταν ότι, εάν παρουσίαζα ισχυρές αποδείξεις, οι ένοχοι θα ανακαλούντο στην Ελλάδα. 

Από την όλη στάση της μού δημουργήθηκε η ορθή εντύπωση, ότι η μόνιμη απάντησή της αποτελούσε προσποίηση αθωότητας. Εδώ και λίγες ημέρες έφθασαν έγγραφα στα χέρια της αστυνομίας, που αποδεικνύουν σαφέστατα, ότι η "ΕΟΚΑ Β" δεν ήταν παρά παράρτημα του καθεστώτος των Αθηνών.

Η κυβέρνηση των Αθηνών χορηγούσε οικονομική βοήθεια για τη συντήρηση της οργάνωσης, και τής έδινε λεπτομερείς οδηγίες για τις δραστηριότητές της. Θεώρησα αναγκαίο να στείλω μία επιστολή στον πρόεδρο της Ελλάδας, στρατηγό Γκιζίκη, ζητώντας του να δώσει εντολή για την κατάπαυση της βίας και της αιματοχυσίας και για τη διάλυση της "ΕΟΚΑ Β". 

Επίσης, τού ζήτησα να ανακληθούν οι Έλληνες της κυπριακής εθνοφρουράς, προσθέτοντας ότι σκοπεύω να μειώσω την αριθμητική δύναμη του σώματος αυτού και να το μεταφέρω σε κρατικό όργανο. Είχα την εντύπωση, ότι το καθεστώς των Αθηνών δεν επιθυμούσε τη μείωση των μελών της εθνοφρουράς, ούτε, βέβαια, την απομάκρυνση των Ελλήνων αξιωματικών.

Ακολούθως, με επισκέφθηκε ο Έλληνας πρεσβευτής στην Κύπρο, κατόπιν εντολής της κυβερνήσεώς του, για να μού εξηγήσει, ότι η αριθμητική μείωση των μελών της εθνοφρουράς ή η αποχώρηση των Ελλήνων αξιωματικών θα οδηγούσαν στην εξασθένιση της κυπριακής άμυνας, σε περίπτωση τουρκικού κινδύνου. 

Αυτό το επιχείρημα, παρόλο που φαινόταν λογικό, δεν ήταν καθόλου πειστικό, διότι γνώριζα, ότι πίσω από αυτό εκρύβοντο άλλα συμφέροντα. Απάντησα ότι, όπως έδειχναν να εξελίσσονται τα πράγματα, θεωρούσα τον τουρκικό κίνδυνο πιο ασήμαντο από τον ελληνικό. Και, όπως αποδείχθηκε, οι φόβοι μου ήσαν δικαιολογημένοι.

Το Σάββατο, 13 Ιουλίου, πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα συνάντηση υπό την προεδρία του στρατηγού Γκιζίκη, η οποία διήρκεσε πολλές ώρες. Παρόντες ήσαν ο Έλληνας διοικητής των ενόπλων δυνάμεων, ο πρεσβευτής της Ελλάδας στην Κύπρο, ο διοικητής της Εθνοφρουράς και άλλοι αξιωματούχοι. 

Σκοπός της συνάντησης αυτής ήταν να συζητηθεί το περιεχόμενο της επιστολής μου. Το σχετικό ανακοινωθέν, που εξεδόθη στο τέλος της συνάντησης, ανέφερε ότι η συνάντηση θα επαναληφθεί στις 15 Ιουλίου, ημέρα Δευτέρα. Αυτή η αναφορά ήταν παραπλανητική. 

Διότι, ενώ τη Δευτέρα περίμενα την απάντηση στην επιστολή μου, η απάντηση που ήρθε ήταν το πραξικόπημα. Την ημέρα εκείνη επέστρεψα από την εξοχική μου κατοικία στο βουνό Τρόοδος, όπου βρισκόμουν το Σαββατοκύριακο, και στις 8:00 π.μ. έφθασα στο γραφείο μου, στο προεδρικό μέγαρο. 

Μισή ώρα αργότερα υποδέχθηκα στην αίθουσα δεξιώσεων μία ομάδα αγοριών και κοριτσιών, μελών της Ελληνικής Ορθόδοξης Νεολαίας Καίρου, που είχαν έρθει στην Κύπρο ως προσκεκλημένοι μου, για λίγες ημέρες. Καλά-καλά δεν πρόλαβα να τους καλωσορίσω, όταν ακούσθηκαν οι πρώτοι πυροβολισμοί. 

Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα οι πυροβολισμοί πολλαπλασιάσθηκαν, και ένα μέλος της προεδρικής φρουράς με πληροφόρησε ότι τεθωρακισμένα άρματα και οχήματα είχαν περάσει την έξω πύλη και βρίσκοντο ήδη στο προαύλιο του προεδρικού μεγάρου, που εσείετο από τους βομβαρδισμούς. 

Σύντομα η κατάσταση έγινε κρίσιμη. Προσπάθησα να συνδεθώ τηλεφωνικά με το κτίριο της Κυπριακής Ραδιοφωνίας, για να στείλω ειδική ανακοίνωση ότι γινόταν επίθεση στο προεδρικό μέγαρο, αλλά αντιλήφθηκα ότι οι τηλεφωνικές γραμμές είχαν διακοπεί. 

Οι πυροβολισμοί αυξάνοντο συνεχώς. Νομίζω, ότι σώθηκα ως εκ θαύματος της θείας πρόνοιας. Όταν πλέον βρέθηκα στην περιοχή της Πάφου, απέστειλα ραδιοφωνικό μήνυμα στο λαό από έναν τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό, πληροφορώντας τον ότι είμαι ζωντανός και ότι θα αγωνισθώ μαζί του ενάντια στη δικτατορία, που προσπαθεί να επιβάλει το ελληνικό καθεστώς.

Δεν σκοπεύω να απασχολήσω περισσότερο τα αξιότιμα μέλη του Συμβουλίου με την προσωπική μου περιπέτεια. Απλώς θα ήθελα να προσθέσω, ότι τη δεύτερη ημέρα της ένοπλης επίθεσης τα τεθωρακισμένα κατευθύνθηκαν προς την Πάφο, ενώ ταυτόχρονα ένα μικρό πολεμικό πλοίο της εθνοφρουράς άρχισε να βομβαρδίζει τη μητρόπολη της Πάφου, όπου έμενα. 

Υπ'αυτές τις συνθήκες, θεώρησα φρονιμότερο να εγκαταλείψω την Κύπρο, παρά να πέσω στα χέρια της ελληνικής χούντας. Είμαι ευγνώμων στη βρετανική κυβέρνηση, που μού χορήγησε ελικόπτερο, το οποίο με μετέφερε από την Πάφο στις βρετανικές βάσεις, και αεροπλάνο από τις βάσεις στο Λονδίνο, μέσω Μάλτας».

Ο Ετσεβίτ, ωστόσο, πέτυχε τον σκοπό του «καπηλεύτηκε» την κυπριακή ανεξαρτησία και σταμάτησε μόλις κατέκτησε το 1/3 της έκτασης της Κύπρου, με την καθοδήγηση – συνολικό σχεδιασμό του Κίσινγκερ όπως έχει αποκαλυφθεί, εκτός των άλλων,  στο βιβλίο του Μιχάλη Ιγνατίου και του Κώστα Βενιζέλου.

Ο Μακάριος πλέον είναι στο Λονδίνο και οι ΗΠΑ διαπραγματεύονται με τον Νίκο Σαμψών, ο οποίος συλλαμβάνει πάνω από 1000 αντιπάλους του, αριστερούς και φίλους του Μακάριου.

Η Εθνική τραγωδία μόλις έχει ολοκληρωθεί και η Χούντα αρνιόταν οποιαδήποτε σχέση, ενώ κάθε προσπάθεια να κατηγορήσουν οι ξένες δυνάμεις την Ελλάδα για το πραξικόπημα έπεσε στο κενό μετά από τις πιέσεις των Αμερικανών. 

Χαρακτηριστικό όλων η ομολογία του Στέιτ Ντιπάρμεντ - όπως αποκαλύπτει το βιβλίο “Η συνωμοσία της Κύπρου”  που παραδέχθηκε ότι υπήρξε εξωτερική επέμβαση στην Κύπρο μετά την αποκάλυψη αξιωματούχων ότι η πρεσβεία των Αθηνών είχε ενημερώσει τον Κίσινγκερ για την ανάμειξη της Χούντας στο πραξικόπημα της Λευκωσίας.

Οι Τούρκοι όμως δεν σταμάτησαν εκεί. Παρά την εκεχειρία, ετοιμάστηκαν μεθοδικά για το επόμενο χτύπημα με τους Άγγλους και τους Αμερικανούς να γνωρίζουν τις προετοιμασίες της κινητοποίησης. Κωλυσιεργούσαν σκόπιμα καθώς η Ουάσινγκτον ήθελε να ολοκληρωθεί η εισβολή. 

Η δε Ελλάδα με διαλυμένο τον στρατό δεν μπορούσε να κινητοποιήσει 8 από τις 12 Μεραρχίες της καθώς  δεν ήταν ετοιμοπόλεμες, ενώ σε άλλες περιπτώσεις – όπως στην περίπτωση της επιχείρησης «ΝΙΚΗ»- η προδοσία συνεχιζόταν.

Πλέον ΗΠΑ και Αγγλία δούλευαν να μην εμπλακεί η Ελλάδα σε καμία σύρραξη με την Τουρκία, με τους Τούρκους να συνεχίζουν ασταμάτητα να μετακινούν στρατεύματα.

Πλέον οι ΗΠΑ κόβουν κάθε επαφή με τον Ιωαννίδη, τον θέτουν στο περιθώριο (σκληρή επιστολή Νίξον) και ο Κίσινγκερ λέει ότι ο Ιωαννίδης τελείωσε, την ώρα που υποστηρίζει μια ακόμη μεγαλύτερη προστασία και αυτονομία των Τουρκοκυπρίων. 

Όλο το ενδιαφέρον μεταφέρθηκε στις συζητήσεις στη Γενεύη και το αδιέξοδο που επεδίωξαν και πέτυχαν οι Τούρκοι καθώς ήταν έτοιμοι για τον Αττίλα 2, με την καθοριστική απομάκρυνση του Γκιουνές ο οποίος φεύγοντας είπε πως «η διπλωματία σίγησε. Τώρα τα όπλα έχουν τον λόγο».

Την 14η Αυγούστου ξεκίνησε η δεύτερη επίθεση και η μοναδική αυτή συνωμοσία έφτανε στο τέλος της, με τον Ετσεβίτ την επομένη κιόλας μέρα να λέει «πως ΗΠΑ και Τουρκία έχουν ίδιες απόψεις για την Κύπρο».

Προηγήθηκε η επιστροφή του Κωνσταντίνου Καραμανλή, στις 24 Ιουλίου, και η ορκωμοσία της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας από τον στρατηγό Γκιζίκη, ενώ μετά την αποτυχία των διαπραγματεύσεων της τριμερούς στη Γενεύη ξεκινούν οι βομβαρδισμοί της Λευκωσίας και της Αμμοχώστου, με το πολεμικό συμβούλιο.

Όπου συνεδριάζει ταυτόχρονα να αποφασίζει διπλωματική διέξοδο της κρίσης, ενώ αμέσως μετά ανακοινώθηκε η αποχώρηση της Ελλάδος από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. 

Περίπου 4.000 Έλληνες και Ελληνοκύπριοι σκοτώθηκαν, πάνω από 1.600 ήταν οι αγνοούμενοι και 200.000 ήταν οι ξεριζωμένοι πρόσφυγες, με την περίφημη φράση του Καραμανλή «ο Κύπρος κείται μακράν» να προκαλεί ακόμη και σήμερα αντιπαραθέσεις, την ώρα που Έλληνες και Ελληνοκύπριοι που αν και χωρίς καθοδήγηση πάλεψαν σαν λιοντάρια την εισβολή των Τούρκων.

Η Κύπρος αποθωρακίστηκε, η Κύπρος έπεσε και μαζί της η 7ετία έφτασε στο τέλος της. Ο ρόλος της και ο σκοπός της ολοκληρώθηκε. Με την άνοδό της φρόντισε να παροπλίσει την Κύπρο, δια της ταπεινωτικής ανακλήσεως της ελληνικής μεραρχίας, τον Νοέμβριο του 1967, αποθωρακίζοντας έτσι τη Μεγαλόνησο, προκειμένου να υποστεί όσα είχαν δρομολογηθεί. 

Η ίδια η χούντα, μέσω κυρίως της ΕΛΔΥΚ παρέδωσε δεμένη χειροπόδαρα την Κύπρο στην Τουρκία και ο Ελληνισμός υπέστη ένα ακόμη βαρύ και ιδιαίτερα βαθύ πλήγμα. 

Τομέας Ενημέρωσης: Voiotosp.blogspot.gr

Δημοσίευση σχολίου