16 Φεβρουαρίου, 2017

ΕΚΑΤΟΝΤΑΔΕΣ ΠΑΙΔΙΑ ΕΣΦΑΓΗΣΑΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΝΑΖΙ ΣΤΟ ΛΙΤΣΚΟΒΟ

 

Είναι αδιανόητο για οποιονδήποτε άνθρωπο με κοινή λογική να βλέπει συνανθρώπους του να πιστεύουν ακόμη σήμερα στον ναζισμό. Το βίντεο της Χρυσής Αυγής που αποκάλυψε η Εφημερίδα των Συντακτών αν και δεν αιφνιδίασε κανέναν σόκαρε τους πάντες.

Το κείμενο του Βενιζέλου Λεβεντογιάννη περιγράφει μια από τις πολλές θηριωδίες των ναζί: τη σφαγή  εκατοντάδων παιδιών στο Λίτσκοβο.

6 Ιανουαρίου 1944 Ντβίνσκ- Νοτιοδυτικά περίχωρα Λένινγκραντ
Ο Sturmscharführer των επίλεκτων μονάδων της μεραρχίας Τότενκοπφ Ες Ες, ο αρχιλοχίας Γιοχάνες Κροπ, παρέμενε γονατιστός με χαμηλωμένο κεφάλι. Κοίταζε το σκληρό και παγωμένο χώμα, που είχε ένα χρώμα περισσότερο μαύρο παρά καφετί, δίχως να σκέφτεται το παραμικρό.

Τα γόνατα του πονούσαν, η σκούρα γκρίζα, στολή του, ήταν ματωμένη και σε πολλά σημεία της, σκισμένη. Τα χέρια του ήταν σφιχτά δεμένα πίσω. Ήταν αιχμάλωτος.

Έστρεψε αργά το κεφάλι του δεξιά και αριστερά και είδε δεκάδες άλλους αιχμαλώτους δεμένους πισθάγκωνα και γονατιστούς. Σχημάτιζαν μια ατελείωτη ευθεία γραμμή. Τα απομεινάρια της άλλοτε ανίκητης 16ης Στρατιάς που πολιόρκησε το Λένινγκραντ, τώρα είχαν νικηθεί από τους μισητούς Ρώσους.

Πολλοί ήταν σιωπηλοί χαμένοι στις σκέψεις τους, κλεισμένοι στον εαυτό τους. Κάποιοι έκλαιγαν και εκλιπαρούσαν για συμπόνια. Μιλούσαν σπαστά στα Ρωσικά και ζητούσαν έλεος.

Το κρύο τον είχε τσακίσει. Δεν φορούσε πανωφόρι. Ούτε γάντια. Τις αρβύλες του, τις είχαν πάρει. Ήταν ξυπόλητος. Είχε χάσει το κράνος του. Τα κοντοκουρεμένα ξανθά μαλλιά του, είχαν αρχίσει να μεγαλώνουν. Τα γένια του έβγαιναν σκληρά. Ήθελε να καπνίσει. Ο αρχιλοχίας Γιοχάνες Κροπ, δεν έτρεφε ψευδαισθήσεις. 

Οι Ρώσοι δεν θα χαρίζονταν σε κανέναν. Ούτε καν στους αιχμαλώτους τους. Και ο ίδιος ήταν μέλος των «ταγμάτων της νεκροκεφαλής» που μαζί με την «Αιζενκρούπε Α», είχαν αναλάβει πολλές «αποστολές ειδικής δράσης».

Τις σκέψεις του διέκοψαν άγριες  ιαχές. Σήκωσε αργά το κεφάλι του. Είδε να συγκεντρώνονται όλοι οι στρατιώτες της μονάδας που τον αιχμαλώτισε, σε ένα σημείο μπροστά και δεξιά του.

Ήταν δεκάδες σοβιετικοί φαντάροι και στεκόντουσαν μέσα στο κρύο, σε έναν ανοιχτό χώρο. Παρέμειναν μόνο οι φρουροί με τα PPSh των 7,62 με την στρογγυλή δεσμίδα, να σημαδεύουν εκείνον και τους άλλους γονατισμένους Γερμανούς.

 Άκουσε καθαρά τα λόγια κάποιου αξιωματικού που διάβασε την ημερήσια διαταγή του Ζούκωφ: «Ορκιζόμαστε εκδίκηση για την αγωνία του Λένινγκραντ». Έσκυψε το κεφάλι. Ήθελε να μπορούσε να κλείσει τα αυτιά του.

Τα «ουράαααα» και οι πυροβολισμοί στον αέρα,  των Ρώσων που απαντούσαν με τον τρόπο αυτό, του τρυπούσαν το μυαλό. Οι Γερμανοί αιχμάλωτοι ένιωσαν άβολα. Μερικοί  κοιτάχτηκαν φοβισμένα  μεταξύ τους.

Ήταν μεσημέρι αλλά το χειμώνα τόσο βόρεια, νύχτωνε πολύ νωρίς. Σε ελάχιστη ώρα ο ήλιος θα χανόταν. Το φως ήταν ήδη αμυδρό. Ύστερα από λίγο άκουσε βαριά βήματα επάνω στο σκληρό χώμα. Ήταν μια ομάδα Ρώσων. Στάθηκαν μπροστά στον πρώτο αιχμάλωτο, 30 μέτρα αριστερά από τον Γιοχάνες.

Ένας Ρώσος κάτι είπε στον γονατισμένο Γερμανό. Ύστερα ακούστηκε ένας πυροβολισμός. Ο Γιοχάνες πετάχτηκε. Επόμενος πυροβολισμός. Και τρίτος, και τέταρτος. Ό ένας μετά τον άλλον οι Γερμανοί έβαφαν με το αίμα τους το Ρώσικο χώμα. Οι πυροβολισμοί πλησίαζαν.

Πέντε Γερμανούς πριν από εκείνον, ο Γιοχάνες δεν άντεξε. Κατουρήθηκε πάνω του. Τα ούρα του, του δημιούργησαν μια ευχάριστη ζέστη στα πόδια, η οποία σε λίγα δευτερόλεπτα μεταβλήθηκε σε πάγο. Μια παγωμάρα που τον μούδιασε. 

Ένιωσε τον φόβο του θανάτου. «Αλήθεια έτσι λες να ένιωθαν και οι υπάνθρωποι όταν τους εκτελούσαμε;» ρώτησε τον εαυτό του και οι κραυγές ενός παιδιού που ήταν δεν ήταν 15 μηνών στοίχειωσαν στα αυτιά του.

Ο ίδιος το είχε καρφώσει με το μαχαίρι του κάτω από το σαγόνι και το είχε σηκώσει ψηλά μπροστά στα μάτια της μισότρελης, πλέον, μητέρας του που πριν την είχαν βιάσει ομαδικά, στο δάσος του Πορέτσιε, λίγο έξω από το Πέτερχοφ.

Το παιδί μέχρι να πεθάνει φριχτά, ούρλιαζε,  σπαρτατούσε και τίναζε πίδακες αίματος  παντού. Γονατιστός όπως ήταν και τρέμοντας, ένιωσε μια ναυτία και μια αναγούλα να τον κυριεύει. Το στομάχι του ήταν άδειο. Είχε να φάει μέρες.

Παρόλα αυτά δεν κρατήθηκε. Μια πράσινη χολή, λέρωσε τα γόνατα του, έτσι όπως ήταν σκυμμένος. Ήταν πλέον ο επόμενος. Με τα μάτια στο χώμα, είδε δυο λασπωμένες αρβύλες να έχουν σταματήσει μπροστά του.

Ένα χέρι τον άρπαξε από τα ξανθά μαλλιά του και σήκωσε το κεφάλι του ψηλά. «Είμαι ο Υπολοχαγός Πιότρ Αλεξούσκι. Με βλέπεις Γερμανέ; Τα τραίνα στο Λίτσκοβο. Τα θυμάσαι;» του είπε ο άγνωστος στα Ρώσικα.

Ο Γιοχάνες είδε την ανοιχτή χακί στολή του Κόκκινου στρατού. Είδε το φαρδύ παντελόνι που στένευε και έμπαινε μέσα στις μπότες. Είδε τη ζώνη με το αστέρι στην αγκράφα. Είδε το σφυροδρέπανο και το αστέρι στο βαρύ γούνινο καπέλο, του όρθιου συνομιλητή του.

Δεν κατάλαβε τι ακριβώς του έλεγε στα Ρώσικα. Η λέξη «Λίτσκοβο» όμως του ήταν γνωστή. Κατάλαβε όταν ο Ρώσος όρθιος καθώς ήταν μπροστά του, τον έφτυσε στο πρόσωπο. Άκουσε πολύ καλά το πιστόλι του που όπλισε.

Ένιωσε την κάννη να αγγίζει το μέτωπο του. Ήταν παγωμένη. «Πως είναι δυνατόν να παραμένει παγωμένη, ύστερα από τόσους πυροβολισμούς;» πρόλαβε να σκεφτεί. Αυτή ήταν και η τελευταία σκέψη του αρχιλοχία των Τοτενκοπφ, της Βέρμαχτ Γιοχάνες Κροπ.

Λένινγκραντ 16 Αυγούστου 1941- περιοχή Γοστίνι Ντβόρ, κέντρο πόλης
«Βάνια. Βρε Βάνια μου πήγαινε έξω να παίξεις μαζί με τα άλλα παιδάκια. Όλο στα πόδια μου, μπλέκεσαι. Άφησε με θέλω να ετοιμάσω φαγητό. Σε λίγο θα έρθει ο μπαμπάς.» Η Γέλενα Αλεξούσκι, κυνηγούσε μέσα στο σπίτι και έπαιζε με τον γιο της Βάνια.

Το λάτρευε το παιδί της. Ήταν 7 χρονών, λίγο κοντούλικο, με καστανόξανθα μαλλιά και με ένα πανέξυπνο μουτράκι. Ήταν το καμάρι της, το σπλάχνο της που ζούσε και ανέπνεε για εκείνον. Όταν τον κοίταζε να παίζει στην κυριολεξία έλιωνε.

Το παιδάκι την κοίταξε, της χαμογέλασε και μετά με το χεράκι του έκανε την κίνηση ενός αεροπλάνου, φώναξε «βουυυυμ» και άρχισε να τρέχει προς την πόρτα.

«Να είσαι πίσω σε λίγη ώρα να φάμε όλοι μαζί» του φώναξε χαμογελώντας. Άρχισε να καθαρίζει πατάτες για το μεσημεριανό της οικογένειας.

Σε λίγη ώρα η πόρτα του διαμερίσματος άνοιξε. Ο Πιοτρ, μπήκε, έβγαλε το καπέλο του, ξεκούμπωσε την στρατιωτική του στολή, και φίλησε την Γέλενα όπως εκείνη ήταν όρθια και μαγείρευε. Η σύζυγος του, έπιασε έναν ηλεκτρισμό. Κάτι τον απασχολούσε. «Τι έχεις Πότι» του είπε τρυφερά.

Εκείνος κάθισε βαριά στην καρέκλα της κουζίνας. Έβγαλε ένα τσιγάρο. Το άναψε και με απλανές βλέμμα της είπε: «Τα πράγματα δεν πάνε καλά. Δεν πάνε καθόλου καλά. Μας λένε για νίκες στο μέτωπο όμως εγώ άλλα μαθαίνω. Οι Γερμανοί μας έχουν σαρώσει. Βρίσκονται έξω από την πόλη το ξέρεις;

Ο Μανστάιν κατατρόπωσε τα στρατεύματα μας στη λίμνη Ιλμέν, μέσα σε μια ημέρα. Έρχονται από παντού Γέλενα και εμείς καθόμαστε εδώ και περιμένουμε. Ο κλοιός κλείνει. Άλλοι Γερμανοί είναι ήδη στο Πσκοφ.

Και σαν να μην έφτανε αυτό ο Στάλιν ανέθεσε την υπεράσπιση της πόλης στον γελοίο τον Βοροσίλοφ. Μα είναι τυφλός; Δεν βλέπει ότι πρόκειται για ανίκανο; Τι θα κάνουμε;» «Σσσστ, σταμάτα Πότι, θα μας ακούσει κανένας.

Τι είναι αυτά που λες;» Η Γέλενα τον αποπήρε. «Θες να σε επισκεπτόμαστε στη Σιβηρία; Σταμάτα έχεις εμένα και τον Βάνια να φροντίζεις, μην λες τέτοια λόγια. Είσαι αξιωματικός, εάν σε ακούσει κανείς θα σε εκτελέσουν.» Ο Πιοτρ δεν της απάντησε.

Έφερε το δεξί του χέρι στη θέση της καρδιάς και ξεκούμπωσε την τσέπη του χακί πουκαμίσου του. Έβγαλε ένα χαρτί, το ξεδίπλωσε και άρχισε να το διαβάζει: «Με απόφαση του Στρατάρχη Κλιμέντ Βοροσίλοφ, ανώτατου διοικητή του βορειοδυτικού μετώπου της Σοβιετικής Ένωσης, και αρχηγό των δυνάμεων υπεράσπισης του Λένινγκραντ.

Καλούνται όλοι οι γονείς να εφοδιάσουνε με τρόφιμα τα παιδιά τους ηλικίας μέχρι 14 ετών. Τα παιδιά θα μεταφερθούν σε κατασκηνώσεις στο Τολματσίοβο, και στη Γκάτσινα.»

Η Γέλενα γύρισε αμίλητη και κοίταζε τον σύζυγο της. Βούρκωσε. «Δυτικά; Μα εκεί είναι γεμάτο από Γερμανούς. Και τον Βάνια μας θα πάρουν; Είναι μόλις 9 χρονών, ποιος θα τον φροντίζει;» Ο υπολοχαγός του Σοβιετικού στρατού, επιστράτευσε όση δύναμη είχε και τις είπε:

«Μέχρι αύριο θα πρέπει να φύγουν από το Λένινγκραντ 500.000 παιδιά με τρένα. Έμαθα ότι τον Βάνιουσκα θα τον πάνε στην κατασκήνωση Νο 21.» Ο Πιοτρ της χαμογέλασε με δυσκολία, σηκώθηκε από την καρέκλα, την πήρε αγκαλιά και την φίλησε.

«Θα τα καταφέρουμε» της είπε. Εκείνη τη στιγμή η πόρτα άνοιξε και ένας μικρός χαρούμενος εισβολέας που φώναζε και γελούσε αναστάτωσε το διαμέρισμα. «Μπαμπάααα μου», φώναξε και έπεσε στην αγκαλιά του Πιοτρ.

Ξημερώματα το επόμενο πρωί, η Γέλενα έντυσε τον Βάνια και κατευθύνθηκαν στα πρόχειρα στημένα γραφεία της ειδικής επιτροπής «μετανάστευσης παίδων» που είχαν την ευθύνη για την περιοχή όπου έμεναν. Μια ατελείωτη ουρά από γονείς και παιδιά έκανε τον γύρο του οικοδομικού τετραγώνου.

Ο ένας πίσω από τον άλλον περίμεναν στη σειρά, μέχρι να πάρουν τα χαρτιά και να τους ανακοινωθεί από ποιον σταθμό και σε πιο τραίνο θα επιβιβάζονταν τα παιδιά τους . Δεν μιλούσε κανείς. Όλοι φοβόντουσαν.

Η πολιορκία είχε ξεκινήσει και οι κάτοικοι της πόλης βρισκόντουσαν στην αρχή της δοκιμασίας τους. «Θεέ μου τι άγχος, θα σπάσει η καρδιά μου, θα τρελαθώ» σκέφτηκε η Γέλενα και έσφιξε το χεράκι του Βάνια. Το παιδί δεν χαμογελούσε. Έδειχνε να είχε καταλάβει τι θα συμβεί. «Μαμά που θα πάω;» Ρώτησε. «Ψυχή μου, είναι καλοκαίρι. 

Ο καλός Πατερούλης, είπε ότι επειδή είναι καλοκαίρι όλα τα παιδάκια πρέπει να πάνε σε κατασκήνωση. Εκεί θα τρως όσο θες, θα παίζεις, θα φτιάχνεις αεροπλάνα, θα κολυμπάς. Θα περάσεις υπέροχα. Και εγώ και ο μπαμπάς θα ερχόμαστε να σε βλέπουμε.

 Να δεις δεν θα θέλεις να το κουνήσεις από εκεί.»Γκουπ. Ο ήχος που έκανε η σφραγίδα καθώς χτυπούσε τα χαρτιά και τα έγγραφα της οικογένειας Αλεξούσκι έκανε την Γέλενα να τρομάξει. «Σήμερα το βράδυ στις 11.00 συντρόφισσα. Ο γιος σας θα αναχωρήσει από τον σιδηροδρομικό σταθμό Μόσχας.

Το πρωί θα σταματήσουν στο Λίτσκοβο και από εκεί θα πάνε στη Γκάτσινα. Εσείς δεν μπορείτε να απομακρυνθείτε από την πόλη, το ξέρετε αυτό. Σε λίγες ημέρες θα κληθείτε να εργαστείτε στα οχυρωματικά έργα. Ο επόμενος…»

Το βράδυ στις 10.30, η οικογένεια Αλεξούσκι πήγε στον σιδηροδρομικό σταθμό «Μόσχας» που είχε πάρει το όνομα του επειδή ήταν το τέρμα και η αφετηρία των τραίνων Μόσχα – Λένινγκραντ και Λένινγκραντ – Μόσχα.

Η Γέλενα είχε φτιάξει μια μικρή βαλιτσούλα στον Βάνια με όλα τα καλοκαιρινά του ρούχα. «Ελπίζω σε λίγες εβδομάδες όλα να έχουν τελειώσει και να γυρίσεις πίσω γιε μου» σκεφτόταν καθώς τακτοποιούσε τα ρουχαλάκια του. Τα μύριζε αργά,  ένα ένα, σαν να ήθελε να κρατήσει για πάντα την μυρωδιά τους.

Ο σταθμός είχε μια απόκοσμη όψη. Μεγάλοι προβολείς έριχναν τα φώτα τους στα τραίνα. Οι καπνοί που έβγαιναν από τις ατμομηχανές είχαν γεμίσει τον τόπο. Κανείς δεν μιλούσε. Τα παιδάκια έμοιαζαν με φοβισμένα ζωάκια στους προβλήτες.

Σε λίγο θα άρχιζε η ζωή χωρίς τους γονείς τους. Με τη σειρά έμπαιναν ένα ένα στο βαγόνι και αμέσως έτρεχαν στα παράθυρα να δουν τους γονείς τους που στεκόντουσαν ακίνητοι σαν αγάλματα. Οι περισσότεροι προσπαθούσαν να χαμογελάσουν και να δώσουν ένα χαρούμενο τόνο σε αυτό τον αναγκαστικό χωρισμό.

Από τα βαγόνια δεκάδες μικρά κεφαλάκια ξεπρόβαλαν μέσα στο παράξενα φωτισμένο σκοτάδι και τους καπνούς. Σε λίγη ώρα ο σταθμάρχης ανήγγειλε ότι το τραίνο θα αναχωρούσε. Οι γονείς ξέσπασαν σε ένα βουβό θρήνο. Θα έχαναν τα παιδιά τους και κανείς τους δεν ήξερε πότε θα τα ξαναέβλεπαν.

Ο οξύς ήχος από το σφύριγμα της ατμομηχανής, τρύπησε όχι μόνο τα αυτιά τους αλλά και την ψυχή τους. Το τραίνο αναχώρησε αργά με ένα μονότονο ήχο που γινόταν όλο και πιο γρήγορος.

Ακόμη και όταν απομακρύνθηκε από τον σταθμό, οι γονείς παρέμεναν να κοιτάζουν σαν χαμένοι, ο ένας στην αγκαλιά του άλλου σπαράζοντας στο κλάμα.

18 Αυγούστου Σιδηροδρομικός σταθμός Λίτσκοβο,
50 χλμ ΒΔ του Ντέμνιασκ.

Μια ατελείωτη ουρά από αμαξοστοιχίες , η μια πίσω από την άλλη, βρισκόταν ακινητοποιημένη στο μικρό σιδηροδρομικό σταθμό του Λίτσκοβο. Τα τραίνα περίμεναν να ανεφοδιαστούν για  να συνεχίσουν το ταξίδι τους προς τον τομέα του Νόβγκοροντ.

Η περιοχή μύριζε κάρβουνο. Οι λευκοί ατμοί έμοιαζαν από μακριά με καπνούς φωτιάς και είχαν πνίξει την περιοχή. Τα χιλιάδες παιδιά μέσα στα τραίνα μόλις είχαν ξυπνήσει και είχαν σηκωθεί από τις κουκέτες τους.

Ο σταθμός ήταν μικρός με μια μόνο πλατφόρμα. Το κτίριο ήταν πέτρινο με ένα ρολόι να δεσπόζει στην κορυφή του. Δεξιά και αριστερά υπήρχε μια τεράστια καταπράσινη έκταση , γεμάτη πατατοχώραφα. Πέρα μακριά ξεκινούσε ένα δάσος.

Οι ανεφοδιασμός συνεχιζόταν με ταχείς ρυθμούς από τους εργάτες. Ο σταθμάρχης κοίταζε το ρολόι του και με φωνές προσπαθούσε να διατηρήσει τη διαδικασία εντός προγράμματος.

Στην πλατφόρμα είχαν ξεχυθεί εκατοντάδες ταλαιπωρημένα, κουρασμένα, πεινασμένα, δίχως χαμόγελο παιδάκια που με τη συνοδεία νέων γυναικών,  ξεμούδιαζαν, και  έπαιζαν μέχρι να επιβιβαστούν πάλι στο τραίνο τους και να αναχωρήσουν, με τελικό προορισμό τις κατασκηνώσεις.

Τα παιδιά  απολάμβαναν όσο μπορούσαν τον καιρό. Ήταν Αύγουστος και  ήταν εξαιρετικά καλός. Ήταν ντυμένα με τα καλά τους. Ρουχαλάκια με χαρούμενα ζωηρά χρώματα. Λίγο πριν τις 9.00 ένα βαρύ βοητό ακούστηκε από τα δυτικά. Η βοή όλο και μεγάλωνε.

Σε ελάχιστα λεπτά ο ουρανός γέμισε από αεροπλάνα. Πετούσαν χαμηλά. Ο μικρός Βάνιας Αλεξούσκι έπιασε το χέρι της συνοδού του. Η Νίνα Ματράκοβα ήταν 22 ετων, μέλος της Κομσομόλ, και ήταν και εκείνη γέννημα – θρέμμα του Λένινγκραντ.

Ήταν μια από τις συνοδούς των παιδιών και θα έμενε μαζί τους στην κατασκήνωση να τα προσέχει. Μόλις είδε τον μικρό Βάνια, φοβισμένο και χαμένο,  μέσα στο τραίνο, της θύμισε τρομαγμένο ποντικάκι.

Τα μεγάλα βουρκωμένα μάτια του την έκαναν να τον συμπαθήσει αμέσως: «Λοιπόν εμείς οι δύο θα είμαστε συνέχεια μαζί. Πως σε λένε;» του είπε και από τότε δεν τον άφησε καθόλου από τα μάτια της. Τον κρατούσε συνέχεια αγκαλιά.

«Κοίτα είναι δικά μας» φώναζαν τα παιδιά και με τα δαχτυλάκια τους έδειχναν τον ουρανό και χοροπηδούσαν από χαρά. Τα αεροπλάνα  πετούσαν χαμηλά και γρήγορα, λίγο πιο ψηλά από το ρολόι του σταθμού. «Κοίτα Νίνα αεροπλάνα» της έδειξε.

Η Νίνα γονάτισε στο ύψος του και κοίταξε ψηλά. Ο Βάνιας με το χεράκι του έκανε την αγαπημένη του κίνηση για τα αεροπλάνα. «Μας ρίχνουν παιχνίδια κοίτα Νίνα κοίτα» είπε ξανά γεμάτος ενθουσιασμό. Η Νίνα πάγωσε.

Τα αεροπλάνα πράγματι έριχναν παιχνίδια. Παιχνίδια που σκορπούσαν τον θάνατο επάνω στα γεμάτα παιδιά τραίνα. Τα «παιχνίδια» έσκασαν με ανατριχιαστικό θόρυβο επάνω στα βαγόνια.

Ένα τέτοιο παιχνίδι έπεσε ακριβώς μπροστά από τη Νίνα και τον Βάνια. Η έκρηξη ήταν τρομακτική. Τους πέτυχε στα σκαλιά, την ώρα που ετοιμαζόντουσαν να επιβιβαστούν στο βαγόνι. Ένα πυρωμένο θραύσμα βρήκε τη Νίνα στην καρωτίδα με ορμή και τη διαπέρασε.

Το κορμάκι του Βάνια διαμελίστηκε. Το ωστικό κύμα πέταξε ότι απέμεινε από τον κορμό και τα χέρια του, ψηλά, στα καλώδια ενός τηλεγραφόξυλου, 20 μέτρα μακρυά. Η σφαγή μόλις είχε αρχίσει.

Οι Γερμανοί πιλότοι άδειαζαν το περιεχόμενο από τα αεροπλάνα τους, με ασύλληπτη ακρίβεια και μεθοδικά, κατά μήκος των γεμάτων με παιδιά, τραίνων. Έφταναν μέχρι την άκρη του δάσους και στη συνέχεια διέγραφαν μια μεγάλη αριστερή στροφή στον αέρα και ξανά από την αρχή.

Σε ελάχιστα λεπτά η κόλαση πήρα σάρκα και οστά εκεί στον μικρό σιδηροδρομικό σταθμό του Λίτσκοβο. Τα αεροπλάνα βομβάρδιζαν ανελέητα τα βαγόνια. Τα ουρλιαχτά των παιδιών έσκιζαν την ατμόσφαιρα.
  
Οι εκρήξεις τράνταζαν τη γη. Σαν κάποιο γιγάντιο αόρατο χέρι, να έπιανε τα τραίνα, να τα σήκωνε ψηλά και μετά με βία να τα κοπάναγε επάνω στις ράγες. Φωτιά …παντού φωτιά και καπνοί. Τα μικρά παιδιά το μόνο που προλάβαιναν να πουν ήταν η λέξη «μαμά».

Η σφαγή στο Λίτσκοβο έγινε το πρωί της 18ης Αυγούστου του 1941. Ακριβή αριθμό νεκρών δεν μπόρεσαν να προσδιορίσουν οι Σοβιετικές αρχές. Υπολογιστικά και από τα έγγραφα του κάθε παιδιού που βρέθηκαν, ανεβάζουν τον αριθμό σε 3.000 νεκρά, δολοφονημένα παιδιά.

Οι Γερμανοί πιλότοι που αργότερα πιάστηκαν αιχμάλωτοι δήλωσαν ότι δεν γνώριζαν πως μέσα στα βαγόνια υπήρχαν παιδάκια. Πετούσαν βέβαια πολύ χαμηλά και διέκριναν τα πάντα. Επίσης μετά το τέλος του βομβαρδισμού, έκαναν πολλούς κύκλους πάνω από τα πατατοχώραφα και άδειασαν τα πολυβόλα τους σε ομάδες παιδιών που έτρεχαν προς το δάσος να σωθούν.

Η προχειρότητα που οι Σοβιετικές αρχές, αντιμετώπισαν την εκκένωση των παιδιών από το Λένινγκραντ, δεν διέφερε από την προχειρότητα που είχαν επιδείξει σε όλους τους πρώτους μήνες της πολιορκίας. Είναι γεγονός ότι ο Κλιμέντ Βοροσίλοφ που είχε την αρχική ευθύνη της υπεράσπισης της πόλης, επέδειξε έναν ερασιτεχνισμό και έκανε το ένα μετά το άλλο, απανωτά λάθη. 

Όπως το να κρατήσει συγκεντρωμένα σε ένα σημείο σε αποθήκες δίχως καμουφλάζ, όλα τα τρόφιμα και εφόδια της πόλης, αντί να τα διασκορπίσει.
  
Οι Γερμανοί εντόπισαν με ευκολία τις ξύλινες  αποθήκες Μπαντάγιεφ στα νοτιοδυτικά της πόλης και με 2 κύματα αεροπλάνων Γιούνκερ, στις 8 Σεπτεμβρίου 1941, στις 06.55, εύκολα βομβάρδισαν και διέλυσαν  τα αποθέματα σε τρόφιμα των Σοβιετικών του Λένινγκραντ. Και ο μεγάλος χειμώνας δεν είχε ξεκινήσει.
  
Ο ίδιος ο Στάλιν, προσωπική επιλογή του οποίου ήταν ο Βοροσίλοφ, λίγες εβδομάδες μετά τον απέπεμψε και στη θέση του έστειλε τον Ζούκοφ, μήπως καταφέρει και σώσει την παρτίδα.

Ένα μικρό κορίτσι,  5 χρονών κατάμαυρο από τους καπνούς με δυο λευκές κάθετες γραμμές στα μάγουλα του από τα δάκρυα, καθόταν δίπλα από ένα ξύλινο βαγόνι που καιγόταν.

Στα χέρια του κράταγε μια κούκλα.  Έκλαιγε, και συνέχιζε να κοιτάζει τα αεροπλάνα να διαγράφουν  την δολοφονική τους πορεία και να ξερνάνε βόμβες και πυρακτωμένες σφαίρες στα βαγόνια. Μικρές ομάδες παιδιών και συνοδών, έτρεχαν να διασχίσουν τα τεράστια πατατοχώραφα μήπως φτάσουν στις παρυφές του δάσους και σωθούν.

Τα αεροπλάνα τα διαμέλιζαν με ευκολία, με τις σφαίρες τους. Γάζωναν μικρά ανυπεράσπιστα παιδάκια που σε κατάσταση τρέλας, έτρεχαν να σωθούν. Το χώμα στα πατατοχώραφα είχε μεταβληθεί σε λάσπη. Λάσπη από αίμα και άμορφες μάζες σάρκας…

«Τα ακούτε πως σκούζουν; Σαν μικρά γουρούνια» Η φωνή κάποιου πιλότου από τον ασύρματο, διέκοπτε την κολασμένη σφαγή. «που είναι ο σύντροφος Στάλιν να σώσει τα παιδιά του; Που είναι η αεροπορία του;». «Μην αφήσετε κανένα σλαβάκι να γλυτώσει»…

Οι Γερμανοί πιλότοι διασκέδαζαν και χαριεντιζόντουσαν από τον ασύρματο. Με άνεση διέγραφαν στροφή στον καθαρό ουρανό και στη συνέχεια εφορμούσαν στους στόχους τους.

Όταν τελείωσαν οι εμπρηστικές και οι εκρηκτικές βόμβες, οι πιλότοι από ψηλά μπορούσαν να δουν δεκάδες βαγόνια να καίγονται και ένας μαύρος πυκνός καπνός να πνίγει ολόκληρη την ατμόσφαιρα στον ισοπεδωμένο πλέον, σιδηροδρομικό σταθμό του Λίτσκοβο.

Μέσα σε 28 λεπτά τα γερμανικά αεροπλάνα είχαν επιτελέσει το δολοφονικό τους έργο. Εξαφανίσθηκαν προς τα δυτικά το ίδιο αστραπιαία όπως είχαν εμφανιστεί. Ο σιδηροδρομικός σταθμός στο Λίτσκοβο δεν υπήρχε πια.

Ήταν μια άμορφη μάζα από χαλάσματα πέτρες και ξύλα. Δεκάδες βαγόνια καιγόντουσαν. Εκατοντάδες μικρά κορμάκια, άψυχα είχαν γεμίσει την περιοχή. Ένα 7χρονο παιδί προχωρούσε αργά ανάμεσα στα χαλάσματα.

Στο χέρι του δεν κρατούσε κάποιο παιχνίδι, αλλά το κομμένο από κάποιο θραύσμα άλλο του χέρι. Ψιθύρισε λίγες φορές «μαμά» και κατέρρευσε  νεκρό στην αγκαλιά μιας γονατισμένης συνοδού που μέσα στα αίματα αναζητούσε επιζώντες.

Πιο δίπλα ένα κοριτσάκι γυμνό, που κάποιο ωστικό κύμα από μια έκρηξη είχε κατακάψει όλα του τα ρούχα, φώναζε το όνομα του μικρού της αδερφού και έψαχνε να τον βρει ανάμεσα στα πυρακτωμένα σίδερα των βαγονιών.

Μέσα σε λίγα λεπτά έσπευσαν στο σημείο με ιλιγγιώδη ταχύτητα, τέσσερα σοβιετικά οχήματα τύπου. Αυτό που αντίκρισαν οι στρατιώτες δεν περιγράφεται. 

Οι πιο δυνατοί κρατήθηκαν.
Κατέβηκαν από τα οχήματα, πέρασαν τα πολυβόλα τους στους ώμους τους και άρχισαν να ψάχνουν για κάποιο ζωντανό παιδί. Οι περισσότεροι όμως,  δεν άντεξαν.

Ούρλιαξαν σαν λύκοι και έψαχναν με το κεφάλι ψηλά τον ουρανό για να εντοπίσουν, μάταια όμως κάποιο αεροπλάνο.. Κάποιοι άλλοι έπαθαν εγκαύματα στα χέρια στην προσπάθεια τους να απεγκλωβίσουν από εκείνη την κόλαση κάποιο τυχερό ζωντανό παιδάκι. Με γυμνά χέρια έπιαναν τις πυρακτωμένες λαμαρίνες και τις σήκωναν.

Το έργο των στρατιωτών δεν ήταν δύσκολο. Από τον αεροπορικό βομβαρδισμό δεν είχε επιζήσει κανένα, πλην ελαχίστων, παιδάκι. Έμενε απλά να ταιριάξουν τα χιλιάδες διαμελισμένα κορμάκια και να εξακριβώσουν τις ταυτότητες τους…Το σοκ για την Σοβιετική κοινωνία ήταν τεράστιο.

Οι αρχές στο Λένινγκραντ προσπάθησαν να κρατήσουν κρυφή τη σφαγή από τους κατοίκους για να μην πέσει το ηθικό τους. Δεν το κατάφεραν. Τα νέα έγιναν σύντομα γνωστά.  Σε λίγο καιρό η Γερμανική τανάλια θα έσφιγγε την πόλη του Λένιν για 872 ημέρες.

27 Απριλίου 1945. Περίχωρα Βερολίνου.
Ο Λοχαγός πλέον, Πιοτρ Αλεξούσκι, άναψε ένα βαρύ σοβιετικό τσιγάρο, από εκείνα που το φίλτρο φτάνει μέχρι τη μέση και το υπόλοιπο είναι καπνός και καβαλίνες.

Τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά και κοίταξε την πρωτεύουσα της Γερμανικής μηχανής να είναι έτοιμη να παραδοθεί. Ήταν θέμα χρόνου. Για την ακρίβεια ολίγων ημερών.

Τους χώριζε μόνο ο ποταμός Όντερ και σύντομα θα τον διέσχιζαν. Σκέφτηκε την λατρεμένη του γυναίκα, την πανέμορφη Γέλενα. Καρπός του έρωτα τους ήταν ο μικρός τους γιος. Το πρόσωπο του λοχαγού στη σκέψη του μονάκριβου παιδιού του, σκοτείνιασε. 

Ο μικρός είχε δολοφονηθεί στον σταθμό του Λίτσκοβο, από Γερμανούς πιλότους. Ο Σοβιετικός λοχαγός, κόλλησε το τσιγάρο του στο στόμα του, ανασηκώθηκε λίγο και άγγιξε δυο καλά διπλωμένα χαρτιά που φυλούσε στην εσωτερική τσέπη της μακριάς του, χλαίνης.

Ξεδίπλωσε το πρώτο και με γυάλινα μάτια μέσα στο μισοσκόταδο από το ασθενικό φως της σκηνής του, διάβασε: «Με λύπη μας σας πληροφορούμε ότι  η συντρόφισσα Γέλενα  Αλεξούσκι απεβίωσε την 12ην Μαρτίου 1943.

Έπεσε μαχόμενη για τα ιδανικά του Σοσιαλισμού και υπερασπιζόμενη την πόλη του Λένινγκραντ» Ο Πιοτρ έμαθε ότι η γυναίκα του πέθανε από ασιτία την ώρα που έσκαβε ένα όρυγμα στα βορειοδυτικά περίχωρα της πόλης του. Είχε γίνει ένας ανθρώπινος σκελετός 34 κιλών.

Ο Λοχαγός ξεδίπλωσε και το άλλο χαρτάκι. Είχε παλαιότερη ημερομηνία αλλά το διατηρούσε σε άριστη κατάσταση. Το χαρτί ήταν δακτυλογραφημένο: « Σας γνωστοποιούμε ότι ο Βασίλης Αλεξούσκι 7 ετών αγνοείται από πρωίας, ύστερα από τον βομβαρδισμό Γερμανικών αεροπλάνων στον σιδηροδρομικό σταθμό του Λίτσκοβο».

Ο Πιοτρ, δίπλωσε πάλι τα χαρτάκια και προσεκτικά τα τοποθέτησε στην εσωτερική του τσέπη. Έσβησε τη λάμπα εκστρατείας και ξάπλωσε στο ράντσο του. Το τσιγάρο έκαιγε ακόμη στο στόμα του. Σε λίγες ώρες θα ολοκλήρωνε την εκδίκηση του, μέσα στην πρωτεύουσα του κτήνους…

Τομέας Ενημέρωσης: Voiotosp.blogspot.gr
 


Δημοσίευση σχολίου